HIT CHANNEL ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: Φεβρουάριος 2022. Είχαμε την μεγάλη τιμή να μιλήσουμε μ’ έναν θρυλικό μουσικό: τον Steve Rothery. Είναι περισσότερο γνωστός ως ιδρυτικό μέλος και κιθαρίστας των Marillion, ένα από τα σπουδαιότερα progressive rock συγκροτήματα των τελευταίων 40 ετών. Οι Marillion κυκλοφορούν το νέο τους studio album, “An Hour Before It’s Dark” (earMUSIC) στις 4 Μαρτίου. Διαβάστε παρακάτω τα όσα πολύ ενδιαφέροντα μας είπε:
Πόσο επηρέασε ο κορονοϊός τη δημιουργία του album “An Hour Before It’s Dark”;
Λοιπόν, το επηρέασε με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Πρώτα απ’ όλα, υπήρξε μια χρονική περίοδος που προφανώς δεν μπορούσαμε να δουλέψουμε μαζί, λόγω του lockdown στο Ηνωμένο Βασίλειο. Υπήρχε μια περίοδος που δεν ένιωθα άνετα να πάω και να δουλέψω με άλλους επειδή ήταν πριν βγουν τα εμβόλια, επειδή έχω διαβήτη τύπου 2 και επίσης λόγω του βάρους μου έπρεπε να είμαι πολύ προσεκτικός. Υπήρχαν, λοιπόν, κάνα δυο μήνες στο αρχικό στάδιο όταν κάναμε κάποια τζαμαρίσματα και είχαμε κάποιες ιδέες και μετά όταν ο ιός ξέσπασε, όποτε ήταν αυτό -Μάρτιος, Απρίλιος ‘20- τότε σταμάτησε. Έτσι, αρχίσαμε να δουλεύουμε ξανά όλοι μαζί μερικούς μήνες αργότερα και στη συνέχεια, υπήρξε μια κατάσταση όπου υπήρχε γενικό lockdown, έτσι έπρεπε όλοι να πάμε σπίτι και μετά ξαναμαζευτήκαμε και συνεχίσαμε να δουλεύουμε. Έτσι, πήρε πιθανώς έξι μήνες περισσότερο απ’ ό,τι θα έπαιρνε χωρίς την πανδημία.
Θεωρείτε το “A Hour Before It’s Dark” ένα concept album;
Δεν νομίζω ότι είναι τόσο ένα concept album, είναι ένα album που συνδέεται με κοινά στοιχεία. Ο Steve (σ.σ: Hogarth – φωνητικά) δεν ήθελε να γράψει για την πανδημία, το είπε πολύ νωρίς ενώ την ζούσαμε. Νομίζω ότι δεν μπορεί αυτό να μην βγει στη δουλειά σου όταν είσαι καλλιτέχνης, ειδικά όταν είσαι στιχουργός. Ναι, η πανδημία, η κλιματική αλλαγή, διάφορα πράγματα έρχονται στο προσκήνιο όταν αντιμετωπίζεις την κατάσταση. Έτσι, κομμάτια όπως το “Murder Machines” και ειδικά το τέλος του “Care” δεν θα υπήρχαν χωρίς την πανδημία.
Θα μπορούσατε παρακαλώ να μας πείτε όλα όσα πρέπει να ξέρουμε για το καταπληκτικό τραγούδι “The Crow and the Nightingale”, ιδιαίτερα για το solo;
Λοιπόν, ευχαριστώ! Αυτό είναι στην πραγματικότητα το αγαπημένο μου κομμάτι του δίσκου. Νομίζω ότι είναι ένα από τα καλύτερα κομμάτια των Marillion που έχουμε κάνει ποτέ. Ήταν ένα περίεργο κομμάτι γιατί εξελισσόταν αργά όταν το ξεκινούσαμε. Πάντα μ’ άρεσε ο στίχος, αλλά κάποιοι στο συγκρότημα δεν ήταν καθόλου πεπεισμένοι ότι οδηγούσε πουθενά, αλλά καθώς το αναπτύξαμε και μετά προσθέσαμε τα διαφορετικά στοιχεία -το κουαρτέτο εγχόρδων και μια άρπα και φυσικά την χορωδία στο τελευταίο μέρος-ζωντάνεψε. Ναι, νομίζω ότι είναι μια από τις καλύτερες στιγμές που έχουμε καταφέρει ποτέ. Ηχογράφησα το solo, στο studio μου, στο σπίτι, στο γκαράζ μου. Έχω δημιουργήσει ένα studio Pro-Tools με πολλές κιθάρες που χρησιμοποιώ, πετάλια, όπως μπορείς να φανταστείς, πολλά πράγματα… Έτσι, ηχογράφησα αυτή και μερικές από τις άλλες κιθάρες, στην πραγματικότητα: Έκανα το solo στο “Care” επίσης, ήταν ένα από τα δύο solos που ηχογράφησα και στο γκαράζ μου. Έτσι, ηχογραφούσα αρκετά takes και έφτιαχνα μια συλλογή από τις καλύτερες στιγμές και στη συνέχεια την έστελνα μέσω του WeTransfer στον Michael Hunter, τον παραγωγό, ο οποίος την έβαζε στην ηχογράφηση. Έτσι, μόνο όταν μιξάρεις το album, ακούς όλα αυτά τα διαφορετικά στοιχεία μαζί. Η πρώτη φορά που άκουσα τις χορωδίες ήταν όταν μιξάραμε τον δίσκο. Είναι εκπληκτικό ν’ ακούς κάτι που μεταμορφώσαμε. Το κιθαριστικό solo ήταν ήδη μια εξαιρετική στιγμή, αλλά στην συνέχεια το ακούς λαμβάνοντας υπόψη και τις φωνές και σε πάει κάπου αλλού. Είμαι πολύ περήφανος για αυτό.
Προφανώς το “Care” είναι μια πολύ φιλόδοξη σύνθεση. Για τι μιλάει αυτό το τραγούδι;
Το πρώτο μέρος του τραγουδιού είναι για έναν φίλο του Steve που βασικά έκανε θεραπεία για καρκίνο και δεν έδειχνε πολύ καλά για πολύ καιρό. Ξέρεις, έπαιρνε πολλά φάρμακα, αλλά ευτυχώς συνήλθε. Εκείνη την εποχή, ήμασταν στο μέσον της κατάστασης με την πανδημία και τις θυσίες που έχει κάνει το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό σε όλο τον κόσμο. Μερικές φορές, με τίμημα την ίδια τους την ζωή, κάνουν τη δουλειά τους και προσπαθούν να σώσουν ζωές ανθρώπων και απλώς βλέπεις την εκπληκτική γενναιότητα και την αφοσίωση αυτών των ανθρώπων. Έτσι, το τελευταίο τμήμα του “Care” (σ.σ: “Angels On Earth”) είναι σχεδόν σαν ένας φόρος τιμής σε αυτούς, πραγματικά. Θέλω να πω, στιχουργικά είναι απίστευτα δυνατό και συγκινητικό και πάλι οι χορωδίες απλώς το πηγαίνουν σε διαφορετικό επίπεδο.
Γιατί αποφασίσατε να ηχογραφήσετε ξανά στα Real World Studios;
Τα Real World είναι ένα καταπληκτικό μέρος. Τα πάντα γύρω απ’ αυτά: Η τοποθεσία, η ακουστική, η ποσότητα του απίστευτου περιφερειακού (σ.σ: outboard) εξοπλισμού που διαθέτουν για ηχογράφηση. Όλοι οι προενισχυτές μικροφώνου Neve. Έτσι, είναι πάντα καλό να πηγαίνεις εκεί για να έχεις έναν διαφορετικό ήχο, ειδικά στα drums. Είναι ένα μέρος που σ’ εμπνέει πολύ. Το θέμα με το δικό μας studio είναι αυτό: Είναι υπέροχο γιατί είναι το δικό μας studio, αυτό σημαίνει ότι δεν μας κοστίζει τόσα χρήματα για να το χρησιμοποιήσουμε, αλλά είναι τοπικό, είναι περίπου 20 λεπτά με το αυτοκίνητο από εμένα και ίσως 30 λεπτά από μερικούς ανθρώπους στο συγκρότημα. Αλλά εξαιτίας αυτού μπορείς να δουλεύεις εκεί part-time, οπότε το μυαλό σου δεν είναι πάντα σ’ αυτό το μέρος. Όταν πηγαίνεις στα Real World, ζεις εκεί και όλοι απλώς ζουν μέσα στη μουσική για 12 ώρες την ημέρα και εξαιτίας αυτού προκύπτει ένα διαφορετικό είδος ενέργειας. Επίσης, ήταν εξαιρετικό μέρος για να γυρίσεις ντοκιμαντέρ. Υπάρχει ένα υπέροχο ντοκιμαντέρ για την ειδική έκδοση που συνοδεύει το album, που γυρίστηκε εκεί και φαίνεται απλώς απίστευτο ως μέρος. Είσαι εκεί με αυτό το μεγάλο control room, με αυτά τα μεγάλα γυάλινα παράθυρα, με μια λίμνη έξω, με έναν κύκνο να κολυμπάει μπροστά από το παράθυρο. Είναι τρελό. Πραγματικά απίστευτο.
Πόσο σημαντική ήταν η συνεισφορά του Michael Hunter (παραγωγός) στο album “An Hour Before It’s Dark”;
Πάρα πολύ σημαντική. Πρώτα απ’ όλα, ο ρόλος του Mike είναι να ηχογραφεί όλα όσα κάνουμε. Συνθέτουμε πολύ τζαμάροντας, οπότε ηχογραφεί αυτές τις ιδέες, τις καταγράφει και τις ανεβάζει σε έναν λογαριασμό στο Soundcloud. Όλοι τις ακούμε και κάνουμε σχόλια και επιλέγουμε τις αγαπημένες μας, τις οποίες στη συνέχεια τις πηγαίνουμε στο επόμενο στάδιο της ενορχήστρωσης. Η δουλειά του Mike είναι να προσπαθήσει να βγάλει νόημα απ’ αυτό και να ενώσει τα τμήματα (σ.σ: sections) και να μας κάνει να αναπτύξουμε τμήματα και απλώς να έχει μια εικόνα στο μυαλό του για το πώς μπορούν να λειτουργήσουν αυτά τα κομμάτια. Οι πέντε μας, είμαστε πολύ διαφορετικοί άνθρωποι. Έχουμε διαφορετικό γούστο στη μουσική και διαφορετικές προσωπικότητες, οπότε μερικές φορές η δουλειά του παραγωγού είναι σχεδόν σαν του διαιτητή: Να αποτρέψει το συγκρότημα από το να τσακωθεί και να διαλυθεί. Μερικές φορές είναι τρελή δουλειά. Έχουμε πει ότι είναι σαν να κυνηγάς γάτες. Είναι σαν να προσπαθείς να πείσεις αυτά τα πέντε άτομα να κάνουν το ο,τιδήποτε. Μερικές φορές, θα μπορούσες να τραβάς τα μαλλιά σου απογοητευμένος, αλλά στην πραγματικότητα, τα κατάφερε. Ναι, πολλά από τα εύσημα για το πόσο ιδιαίτερο ακούγεται το album πρέπει να πάνε στον Mike.
Πόσο δύσκολο ήταν για εσάς να γράψετε τον διάδοχο ενός εξαιρετικού album όπως το “Fear” (2016);
Ναι, αποφασίσαμε επειδή όλοι γερνάμε -είμαστε όλοι στα 60 μας τώρα, μερικοί άνθρωποι είναι στα 65 τους- ότι δεν θα κάνουμε τόσους πολλούς δίσκους, οπότε είναι πολύ σημαντικό όλους όσους κάνουμε να είναι όσο το δυνατόν καλοί. Όταν έρχεσαι από ένα album που είναι τόσο αναγνωρισμένο από τους κριτικούς και τόσο αγαπητό από τους οπαδούς όσο το “Fear”, μετά το κριτήριό μας ήταν ότι έπρεπε να κάνουμε ένα album που πιστεύαμε ότι ήταν τόσο καλό όσο το “Fear” και πραγματικά καθένα από τα τραγούδια δεν θα ακουγόταν παράταιρα στο προηγούμενο album. Αυτός λοιπόν ήταν ο στόχος μας. Ναι, επειδή εξαρτάται από το πώς το μετράς. Μερικοί άνθρωποι το μετρούν ως το 20ό μας album, εγώ το μετράω ως το 18ο studio album μας με καινούργιο υλικό. Η φιλοδοξία μου με το συγκρότημα ήταν πάντα να κάνω τουλάχιστον 20 albums πριν αποσυρθούμε. Στο μυαλό μου, έχουμε άλλα δύο ακόμα.
Ανυπομονείτε να κάνετε την Cruise to the Edge και τα Marillion Weekends τους επόμενους μήνες;
Τα Marillion Weekends είναι πάντα εκπληκτικά. Μερικοί από τους πιο αφοσιωμένους οπαδούς μας έρχονται αεροπορικώς και από τις τέσσερις γωνιές του κόσμου και είναι απλώς μια απίστευτη εμπειρία. Το Cruise to the Edge είναι μια διαφορετική εμπειρία: Είναι ελαφρώς σουρεαλιστικό. Υπάρχει μια αμερικανική τηλεοπτική σειρά που ονομάζεται “The Twilight Zone” και είναι κάπως έτσι, πραγματικά. Επειδή βρίσκεσαι σε αυτό το πλοίο με αυτούς τους τόσες χιλιάδες οπαδούς του progressive rock και είναι σαν να είναι ακόμα η δεκαετία του ‘70 ή κάτι τέτοιο. Είναι πραγματικά πολύ περίεργο (γέλια).
Πόσο έχει αλλάξει ο τρόπος παιξίματός σας με τα χρόνια;
Είναι πολύ δύσκολο να το κρίνω εγώ. Νομίζω ότι εξαρτάται περισσότερο από την προσέγγισή μου στον ήχο, όπως ίσως εξελίχθηκε με τα χρόνια. Τον βρήκα, ήμουν ευχαριστημένος με τον ήχο όταν κάναμε το album “Fugazi” το 1984, στο οποίο το solo μου ακουγόταν με έναν καθαρό, chorus echo ήχο. Το χρησιμοποίησα μέχρι το album “Anoraknophobia” (2001). Στη συνέχεια, άρχισα να χρησιμοποιώ περισσότερο λαμπάτους ενισχυτές και διαφορετικά είδη τόνων και εφέ. Με αυτό το album προσπάθησα να βρω πράγματα που είναι ενδιαφέροντα, κάποιους ήχους που δεν τους χρησιμοποιείς υπερβολικά. Μερικές φορές είναι ωραίο να χρησιμοποιείς κάτι μόνο για ένα μικρό τμήμα, όπως τον ήχο τύπου λέιζερ που χρησιμοποίησα σε ένα-δυο σημεία. Χρησιμοποίησα το tremolo αρκετά, αλλά με διακριτικό τρόπο σε μερικά κομμάτια. Διαφορετικά πράγματα όπως ένα παλιό πετάλι που ονομάζεται Mojo Vibe. Χρησιμοποίησα αυτό το πετάλι που ονομάζεται Electro-Harmonix Pitch Fork octave box (σ.σ.: pitch shifter -μετατοπιστής τονικού ύψους) που δίνει σχεδόν όλο τον ήχο μικροφώνου σε μερικά πράγματα και το πετάλι Roger Linn Adrenalinn που είναι μια καταπληκτική διαμόρφωση φίλτρου συγχρονισμένη με MIDI (σ.σ: MIDI-synced filter modulation). Πάντα προσπαθούσα να βρίσκω ενδιαφέροντα πράγματα. Βγάζεις νέο-κλασικούς ήχους που πρέπει να χρησιμοποιήσεις πιθανώς στα ¾ των τραγουδιών και μετά βρίσκεις πράγματα που ίσως ακούγονται λίγο διαφορετικά. Υπάρχει αρκετή ambient τύπου κιθάρα. Πιθανότατα δεν θα καταλάβεις καν ότι ήταν κιθάρα, επειδή τα πετάλια reverb που χρησιμοποιώ, βγάζουν ένα αστραφτερό reverb. Έτσι, ο τρόπος που διογκώνω τις νότες με τον συγκεκριμένο ήχο την κάνει να ακούγεται σχεδόν σαν synth. Υπάρχουν μερικά μέρη όπου το ακούς αυτό, ακόμα κι αν δεν γνωρίζεις τι είναι.
Γιατί δεν ήσασταν ικανοποιημένος με τον ήχο της κιθάρας σας στα δύο πρώτα albums των Marillion;
Στην πραγματικότητα ήταν το πρώτο album (σ.σ: “Script for a Jester’s Tear” -1983). Δεν είχα την εμπειρία, δεν ήξερα τον ήχο που ήθελα, οπότε χρησιμοποιούσα ίσως την παλιά μου Yamaha SG-2000. Νομίζω ότι τις πρώτες μέρες είχα έναν ενισχυτή Orange. Δεν μπορώ να θυμηθώ πότε άλλαξα σε Marshall. Τέλος πάντων, δεν ήταν ένας ήχος με τον οποίο ήμουν ερωτευμένος. Πήγαμε να κάνουμε την πρώτη μας περιοδεία στην Αμερική μετά το πρώτο album, τότε άρχισα να χρησιμοποιώ τον (σ.σ: ενισχυτή) Roland JC-120, τον οποίο ερωτεύτηκα. Τον έφερα πίσω στην Αγγλία. Αυτός ήταν ο ενισχυτής που άρχισα να χρησιμοποιώ στο “Fugazi”. Το θέμα με τον ήχο του “Fugazi” είναι ότι την εποχή που ηχογραφήθηκε υπήρχε η μόδα ν’ ακούγονται τα πάντα πολύ καθαρά και φωτεινά. Έτσι, για μένα μερικές από τις κιθάρες στο “Fugazi” είναι πολύ φωτεινές, δεν υπάρχει αρκετή ζεστασιά στον ήχο. Όταν κάναμε το “Misplaced Childhood” (1985) στο Βερολίνο με τον Chris Kimsey, ο οποίος δούλευε με τους Rolling Stones, νομίζω ότι είχα το καλύτερο δυνατό: Είχα αυτόν τον γεμάτο, μελωδικό ήχο, αλλά ηχογραφημένο με τέτοιο τρόπο που δεν ακουγόταν τόσο εύθραυστος όπως μερικοί από τους ήχους στο “Fugazi”.
Ποια είναι η αντίδρασή σας όταν οι άνθρωποι σας αποκαλούν «υποτιμημένο κιθαρίστα»;
(Γέλια) Εξαρτάται με ποιον μιλάς. Λόγω του είδους που παίζω, λόγω του μουσικού είδους που παίζουν οι Marillion, δεν πρόκειται ποτέ ν’ αναγνωριστώ ως άλλος ένας Satriani ή δεν ξέρω ποιος άλλος. Είναι πολύ ξεχωριστός και μοναδικός ο τρόπος που παίζω και προσεγγίζω την κιθάρα με βάση τα πράγματα που με ενθουσιάζουν. Για μένα, η κιθάρα δεν είναι το να παίζεις γρήγορα, είναι το να μεταδίδεις συναισθήματα και ν’ αγγίζεις τους ανθρώπους. Ο τρόπος με τον οποίο οι λυγισμένες (σ.σ: bending) νότες και ένα vibrato μπορούν να φτάσουν στο εσωτερικό και ν’ αγγίξουν την ψυχή κάποιου με λίγες νότες, με τρόπο που το γρήγορο παίξιμο και το shredding δεν θα κάνουν ποτέ. Είναι σαν Ολυμπιακό άθλημα. Αν αυτό είναι το είδος του πράγματος που θέλεις να κάνεις, δεν πειράζει, αλλά η μουσική είναι πραγματικά ένα είδος επικοινωνίας, και δεν θα προσπαθούσες να επικοινωνήσεις κάνοντας «μπρλ-μπρλ» (σ.σ.: Παίζει γρήγορα με τα χείλη του) ανοήτως γρήγορα και η μουσική είναι το ίδιο: Κάθε νότα πρέπει να έχει νόημα και να υπάρχει για κάποιο λόγο.
Κατά τη γνώμη σας, τι έφερε ο Steve Hogarth (φωνητικά) στο συγκρότημα όταν μπήκε;
Ο Steve είναι επίσης εξαιρετικός πληκτράς. Έφερε και πρόσθεσε μουσική συνεισφορά, είναι σπουδαίος συνθέτης και στιχουργός. Απλώς μια πιο λογική προσωπικότητα, θα έπρεπε να πούμε, απ’ αυτή που είχαμε συνηθίσει. Έτσι, ήταν μια αναγέννηση για το συγκρότημα. Μόνο όταν κοιτάξεις πίσω, συνειδητοποιείς πόσο τυχεροί ήμασταν που βρήκαμε κάποιον με τον οποίο θα μπορούσαμε να έχουμε μια τόσο μακρά και γόνιμη χημεία, όλα αυτά τα χρόνια.
Είστε οι πρωτοπόροι του crowdfunding (συλλογική χρηματοδότηση). Είχατε συνειδητοποιήσει τότε (στα τέλη της δεκαετίας του ’90) ότι ήσασταν μπροστά από την εποχή σας;
Όχι πραγματικά. Τώρα, μοιάζει απλώς το προφανές πράγμα που πρέπει να κάνουμε. Το Διαδίκτυο μόλις είχε αρχίσει να απογειώνεται και φαινόταν ένας πολύ καλός τρόπος για να διατηρήσετε επαφή με τις οικογένειές σας, κάτι που έχει αποδειχθεί ότι συμβαίνει με την οπαδική βάση και την κοινότητα των Marillion σε όλο τον κόσμο, είναι σαν μια παγκόσμια οικογένεια. Είναι πραγματικά απίστευτο.
Νιώθετε τυχεροί που έχετε μια πολύ πιστή οπαδική βάση;
Ω, εντελώς. Ναι. Αυτός είναι ο μόνος λόγος που μπορούμε να κάνουμε το crowdfunding. Θέλω να πω, από τότε που κάναμε το “Anoraknophobia”. Επειδή ο κόσμος κατανοεί τι αντιπροσωπεύει το συγκρότημα και έχει εμπιστοσύνη ότι μπορούμε ακόμα να δημιουργήσουμε μουσική που μπορούν να απολαύσουν και να βρουν συναρπαστική. Λοιπόν, ναι, είναι μια απίστευτα πιστή οπαδική βάση.
Περιμένατε την εμπορική επιτυχία του single “Kayleigh” το 1985;
Καθόλου. Ήταν ολοκληρωτικό σοκ. Ναι, είναι πολύ περίεργο όταν συμβαίνει αυτό. Αισθανόμασταν ότι ήταν απλώς ένα μέρος του “Misplaced Childhood”. Ναι, είχε μέσα μια ωραία μελωδία, αλλά όχι, δεν υπήρχε καμία προσδοκία ότι θα γίνει επιτυχία, καθόλου.
Έχετε αναμνήσεις από την περιοδεία σας με τους Queen το 1986;
Ναι, μερικές υπέροχες αναμνήσεις. Μίλησα αρκετά με τον Brian May (κιθάρα) και τον Roger Taylor (τύμπανα). Θυμάμαι ότι πετούσαμε μ’ ελικόπτερο όταν παίζαμε μια συναυλία μαζί τους στη Γερμανία, ένα μεγάλο festival. Νομίζω ότι είναι το μεγαλύτερο κοινό στο οποίο έχουμε παίξει ποτέ. Ήταν περίπου 150.000 άνθρωποι και πετάξαμε μ’ ελικόπτερο πάνω από το πλήθος και ήταν ακριβώς σαν μια λαοθάλασσα μέχρι εκεί που μπορούσες να δεις. Ήταν πολύ απίστευτο και ο Brian ανέβηκε στη σκηνή και έπαιξε μαζί μας το “Market Square Heroes” εκείνη την ημέρα, κάτι που ήταν πολύ διασκεδαστικό. Ο ήχος της κιθάρας του ήταν ό,τι πιο δυνατό έχω ακούσει ποτέ. Ήταν σαν ένα Jumbo jet ν’ απογειώνεται πίσω σου. Ήταν απίστευτο.
Τρομοκρατηθήκατε λίγο όταν ο Brian May ανέβηκε μαζί σας στη σκηνή για το “Let’s Twist Again” στην Κολωνία της Γερμανίας το 1986;
Όχι, πραγματικά. Είναι κάτι διαφορετικό. Νομίζω ότι οι Queen ήταν ένα τόσο απίστευτο συγκρότημα και είχαν την τελείως δική τους προσέγγιση στον ήχο τους, αλλά ήταν διασκεδαστικό που κατάφερα να τους γνωρίσω λίγο.
Πόσο αντίκτυπο είχε το “Shine On You Crazy Diamond” (Pink Floyd -1975) σε εσάς ως νεαρό ακροατή;
Το να το ακούω όταν κυκλοφόρησε, ήταν η δική μου στιγμή που είπα «εύρηκα». Σκέφτηκα: «Πόσο καλό είναι αυτό!» και «Τι τρόπος να περάσεις τη ζωή σου!» και τίποτα άλλο δεν φαινόταν σημαντικό, πραγματικά, μετά από αυτό. Ακριβώς σαν: «Αυτό θέλω να κάνω» και είμαι απίστευτα τυχερός που τα κατάφερα και είναι η 43η χρονιά που βρίσκομαι στους Marillion. Λοιπόν, αυτό είναι ένα αρκετά καλό ρεκόρ.
Πόσο συναισθηματικό ήταν για εσάς να παίξετε το “Market Square Heroes” (single του 1982) με τον Fish στο Market Square στο Aylesbury τον Αύγουστο του 2007;
Είχε πλάκα. Ήταν η επέτειος του “Market Square Heroes”. Ο Fish έπαιζε εκεί, μόλις είχε χωρίσει με την αρραβωνιαστικιά του και σκεφτήκαμε ότι θα ήταν μια πολύ ωραία χειρονομία. Δεν περιμέναμε πραγματικά να δημιουργήσουμε την υστερία που προκάλεσε όσον αφορά τα μέσα ενημέρωσης, και αν το γνωρίζαμε, ίσως δεν θα το κάναμε, αλλά ήταν διασκεδαστικό να το κάνουμε.
Υπάρχουν νεότερα σχετικά με το επερχόμενο solo album σας, “Revontulet”, που έχει θέμα το διάστημα;
Α, αυτή είναι πολύ καλή ερώτηση. Το θέμα είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειάς μου έχει απορροφηθεί δουλεύοντας στο album των Marillion. Εννοώ, υπάρχουν πολλές κιθάρες σε αυτόν τον νέο δίσκο (σ.σ.: “An Hour Before It’s Dark”), αλλά συνεχίζω να δουλεύω και στο album μου. Έχω τρία κομμάτια τελείως ολοκληρωμένα, δύο ή τρία κομμάτια μισοτελειωμένα. Το ζήτημα είναι να βρεις χρόνο, πραγματικά. Έχεις τόση ενέργεια να ξοδέψεις, αλλά σίγουρα θα το τελειώσω φέτος. Θα ήθελα να πάω και να το τελειώσω, ώστε να βγει τον Σεπτέμβριο, αλλά ειλικρινά δεν ξέρω. Αυτή τη στιγμή παίζω με το γερμανικό συγκρότημα Tangerine Dream σε μιάμιση εβδομάδα. Έτσι, η τρέχουσα δουλειά μου, ανάμεσα στο να δουλεύω με τους Marillion και να προβάρω για τα Marillion Weekends, είναι να προσπαθώ να καταλάβω τι θα παίξω σε μερικά από τα τραγούδια τους. Τα σημειώνω πρόχειρα, μόλις τα ενώσω, θα πρέπει να μάθω πώς να τα παίζω. Λοιπόν, ναι, είμαι αρκετά απασχολημένος.
Είστε αισιόδοξος για το μέλλον της progressive μουσικής;
Νομίζω ότι θα υπάρχει πάντα progressive μουσική, θα υπάρχουν πάντα οπαδοί της progressive μουσικής και θα υπάρχουν πάντα συγκροτήματα που θέλουν να παίζουν progressive μουσική. Το πρόβλημα είναι ότι δεν θα γίνει ποτέ αρκετά mainstream για τα περισσότερα από αυτά τα συγκροτήματα ώστε να κάνουν καριέρα στη μουσική, οπότε είναι κάτι που το κάνεις από αγάπη. Θέλω να πω, με τους Marillion είμαστε απίστευτα τυχεροί: Είμαστε ένα από τα πολύ λίγα συγκροτήματα που μπορούν να ελπίζουν ότι θα το κάνουν αυτό. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι υπάρχουμε εδώ και πολύ καιρό, αυτό είναι το 18ο album μας, αλλά για τα περισσότερα νέα συγκροτήματα, δεν πουλάς πλέον φυσικό προϊόν. Κανείς κάτω των 30 δεν θέλει ένα CD, όλοι θέλουν να κάνουν streaming το περιεχόμενο όπως το θέλουν. Το streaming δεν παράγει αρκετό εισόδημα ώστε να υποστηρίξει τέσσερις ή πέντε μουσικούς, επομένως γίνεται κάτι διαφορετικό. Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που θα παίζουν αυτή τη μουσική, γιατί είναι απαιτητική, εμπνέει και κάνει κάτι που κανένα άλλο είδος μουσικής δεν κάνει, λόγω της ελευθερίας που σου δίνει να παίζεις διαφορετικά πράγματα, αλλά δεν μπορώ να φανταστώ τόσα πολλά νέα συγκροτήματα που θα μπορέσουν να γίνουν επαγγελματίες παίζοντας progressive rock μουσική.
Θα γίνει ποτέ συναυλία των Marillion στην Ελλάδα;
Θα ήθελα πολύ να κάνω μια συναυλία των Marillion στην Ελλάδα. Έκανα μια κιθαριστική εκδήλωση στην Καβάλα πριν από 12 χρόνια. Θα ήθελα πολύ. Νομίζω ότι δεν μας έχει προσεγγίσει κάποιος διοργανωτής με μια πρόταση που να βγάζει νόημα, επειδή προφανώς πρέπει να πας αεροπορικώς με εξοπλισμό και επίσης οι Marillion ως οργανισμός, υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι που απασχολούμε, έχουμε πολύ εξοπλισμό και πολύ προσωπικό. Μερικές φορές, είναι αρκετά δύσκολο απλώς το να περιοδεύσεις σε χώρες όπως η Ιταλία. Λοιπόν, το να πάμε τόσο μακριά όπως στην Ελλάδα… προσωπικά θα το ήθελα πολύ. Θα ήθελα πολύ να πάω εκεί με το solo συγκρότημά μου. Ταξιδεύουμε πολύ πιο σπάνια (γέλια). Έχουμε τρεις συναυλίες στην Ευρώπη σε επτά εβδομάδες. Οπότε, αν γνωρίζεις κάποιους καλούς Έλληνες διοργανωτές, φέρ’ τους σε επαφή.
Το 2016 εκδώσατε το φωτογραφικό σας λεύκωμα “Postcards from the Road”. Πώς σας ήρθε αυτή η ιδέα;
Πάντα έβγαζα φωτογραφίες, σε όλη τη διαδρομή της ιστορίας του συγκροτήματος και απλώς πίστευα ότι θα ήταν ωραίο να τις μοιραστώ επειδή αυτό απεικονίζει την ιστορία με έναν τρόπο που τα λόγια πραγματικά δεν μπορούν να το κάνουν. Το να απαθανατίζω αυτές τις στιγμές νομίζω ότι είναι πάρα πολύ ιδιαίτερο και έχω τόσες πολλές φωτογραφίες. Μάλλον χωράνε τουλάχιστον σε τρεις, ίσως τέσσερις τόμους, αλλά πρέπει ν’ αρχίσω να κάνω τον δεύτερο τόμο κάποια στιγμή. Και πάλι, βάζω τον εαυτό μου να κάνει τόσες πολλές δουλειές, αλλά μερικές φορές είναι δύσκολο να βρω τον χρόνο να το κάνω. Ο επόμενος τόμος θα ξεκινήσει πιθανώς λίγο πριν την ηχογράφηση του album “Brave” (1994) με όλες τις φωτογραφίες μου από το κάστρο και επίσης την ηχογράφηση του “Afraid of Sunlight” (1995) πιθανώς.
Περάσατε καλά στην συναυλία των Marillion στην Wembley Arena το 1987 όταν οι Bruce Dickinson, Janick Gers και Jimmy Bain (Dio) σας συνόδευσαν στο “With a Little Help from My Friends” (The Beatles);
Ναι, ήταν πολύ διασκεδαστικό. Είναι υπέροχο συγκρότημα, οι Iron Maiden, οπότε ήταν διασκεδαστικό να το κάνουμε. Κάναμε μια φιλανθρωπική συναυλία στο Hammersmith (σ.σ: το 1986) με διάφορους ανθρώπους: Τον Mike Oldfield, τον Roger Chapman (σ.σ: Family – φωνητικά). Οπότε, ναι, πάντα ήταν διασκεδαστικό να κάνεις τέτοιου είδους συναυλίες.
Μεγαλώσατε ακούγοντας Genesis και τώρα είστε φίλος με τον Steve Hackett (κιθαρίστας των Genesis). Είναι λίγο σουρεαλιστικό αυτό;
Είναι απίστευτα σουρεαλιστικό. Φαίνεται πιο σουρεαλιστικό γιατί ο Steve και εγώ κάναμε μια επίσκεψη στο Whitby, στο Βόρειο Yorkshire όπου μεγάλωσα, επειδή η γυναίκα του, Jo, και η γυναίκα μου, Jo, είμαστε όλοι καλοί φίλοι, βγαίνουμε για δείπνο αρκετά τακτικά και συζητάμε. Εργαζόμαστε πάνω σε μερικές ιδέες κατά καιρούς τα τελευταία πέντε-έξι χρόνια. Τέλος πάντων, πήγαμε μια-δυο μέρες πάνω στο Whitby, του έδειχνα τους δρόμους και αυτό είναι ένα μέρος όπου ως 15χρονος οπαδός της μουσικής ανακάλυπτα τους Genesis και ανακάλυπτα την κιθάρα. Ξέρεις, ο Steve είναι ένας από τους τρεις ήρωές μου. Έτσι, για μένα το να επιστρέφω εκεί 45 χρόνια αργότερα ήταν απίστευτο. Αυτό είναι ένα άλλο πράγμα που κάνω ανάμεσα σε όλα τα άλλα projects μου. Κάποια στιγμή θα κάνουμε έναν δίσκο μαζί.
Πώς είναι να είσαι rock star στη Χιλή;
(Γέλια) Είναι πολύ σουρεαλιστικό, στην πραγματικότητα. Και πάλι, το “Twilight Zone” επειδή η Χιλή είναι η χώρα, με εξαίρεση ίσως το Μεξικό, όπου η rock μουσική παίζεται συνέχεια στο ραδιόφωνο και αυτήν αγαπούν. Είναι τόσο εμποτισμένοι στην κουλτούρα της rock μουσικής, οπότε, είναι το μόνο μέρος όπου περπατάω στον δρόμο και οι άνθρωποι που κάθονται έξω από το bar λένε: «Έι, Steve!» Ήμουν σε ένα αεροδρόμιο στο βόρειο τμήμα της χώρας όταν έκανα αυτές τις συναυλίες στα αστεροσκοπεία στην έρημο Atacama και υπήρχε μια γυναίκα αρχαιολόγος, μεγάλη οπαδός, σαν ένας θηλυκός Ιντιάνα Τζόουνς. Οπότε, είναι πολύ σουρεαλιστικό να πηγαίνεις σε μια χώρα τόσο μακρινή όπου είσαι τόσο καταξιωμένος. Ήταν αρκετά διασκεδαστικό. Έχω πάρα πολλούς καλούς φίλους εκεί και πάντα περνάω καταπληκτικά.
Ένα τεράστιο «ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ» στον κύριο Steve Rothery για τον χρόνο του.
Official Marillion website: https://www.marillion.com
Official Marillion Facebook page: https://www.facebook.com/MarillionOfficial
