Συνέντευξη: Steve Hackett (solo, Genesis)

Ο Steve Hackett μιλάει στο Hit Channel για το νέο του album "The Circus and the Nightwhale", την εποχή που ήταν στους Genesis, το κλασικό album του "Voyage of the Acolyte", την συνεργασία του με τον Richie Haven και άλλα πολλά.

HIT CHANNEL ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: Φεβρουάριος 2024. Είχαμε την μεγάλη τιμή να μιλήσουμε μ’ έναν θρυλικό κιθαρίστα: τον Steve Hackett. Είναι περισσότερο γνωστός ως μέλος των Genesis κατά την δεκαετία του ‘70, κυκλοφορώντας μαζί τους κλασικά albums όπως τα Foxtrot” (1972), Selling England by the Pound” (1973) και The Lamb Lies Down on Broadway” (1974). Από 1975 έχει μια αξιόλογη καριέρα ως solo καλλιτέχνης. Στις 16 Φεβρουαρίου κυκλοφορεί το νέο studio album του The Circus and the Nightwhale” από την InsideOut Music. Διαβάστε παρακάτω τα πολύ ενδιαφέροντα πράγματα που μας είπε:

 

Θα θέλατε να μας δώσετε κάποιες γενικές πληροφορίες για τη διαδικασία σύνθεσης και ηχογράφησης του “The Circus and the Nightwhale”;

- Advertisement -

Ναι, μπορώ να σου πω ότι είναι ένα είδος συνοδευτικού πράγματος σ’ ένα βιβλίο (σ.σ: “A Genesis In My Bed” -2020) που έβγαλα, το οποίο τελείωσα στο lockdown, αλλά αυτό είναι σαν αυτοβιογραφία αλλά σε τραγούδια, ένα είδος Οδύσσειας. Υποθέτω ότι υπάρχει η επιρροή του Ομήρου που γνωρίζεις φυσικά και όλες οι δοκιμασίες, είναι πολύ στο στυλ της Οδύσσειας. Είναι 45 λεπτά, είναι πραγματικά ένα album με διάρκεια βινυλίου και πράγματι άρχισα να έχω αντίτυπά του σε βινύλιο που έχει στο εξώφυλλο το στόμα της μεγάλης φάλαινας να καταπίνει το τσίρκο. Έγινε ενώ ταξίδευα, για να είμαι ειλικρινής, ηχογραφούσαμε τα drums σε soundchecks συναυλιών που έκανα στην Ευρώπη και ήταν πολύ ενδιαφέρον να δουλεύω μ’ αυτόν τον τρόπο, εν κινήσει. Ο κόσμος έστελνε επίσης τα μέρη του απ’ όλο τον κόσμο, οπότε παρόλο που βρίσκομαι εδώ στα περίχωρα του Λονδίνου, οι άνθρωποι έστελναν τα μέρη τους από τις Ηνωμένες Πολιτείες: Ο Nick D’ Virgilio (σ.σ: Spock’s Beard, Genesis) έπαιξε drums στο εναρκτήριο κομμάτι (σ.σ: “People of the Smoke”). Τα μέρη του μπάσου στάλθηκαν από την Αυστρία από τον Σουηδό μπασίστα μας, τον Jonas Reingold. Ο Nad Sylvan, που ζει στη Σουηδία -έχω άλλον ένα Σουηδό- έστειλε τα φωνητικά για το τρίτο κομμάτι, το “Taking You Down”.

Είχαμε τον Craig Blundell (σ.σ: Steven Wilson, Frost*) στα περισσότερα drums στα περισσότερα κομμάτια, ηχογραφήθηκαν live στις αίθουσες που παίζαμε. Και υπάρχει ένας ακόμη drummer που δεν ανέφερα, ο Hugo Degenhardt, με τον οποίο συνεργάστηκα πριν από πολλά χρόνια, αλλά άρχισα να συνεργάζομαι ξανά μαζί του γιατί επιθυμεί να συνεργαστεί μαζί μου. Εντάχθηκε στους Bootleg Beatles, γυρίζοντας όλο τον κόσμο πολλές φορές, παίζοντας το υλικό των Beatles ως Ringo. Αλλά στο τέλος βαρέθηκε να είναι ο Ringo. Τυγχάνει να είναι φανταστικός drummer. Η Amanda Lehmann (φωνητικά) που έστειλε πράγματα από το Norfolk, το οποίο βρίσκεται στην Ανατολική Αγγλία, είναι ίσως 120 μίλια μακριά από εδώ στο Λονδίνο. Ένας τύπος που ονομάζεται Malik Mansurov από το Αζερμπαϊτζάν και παίζει το tar, το οποίο είναι ένα μικρό σε μέγεθος έγχορδο όργανο, που παίζει τον Φρύγιο τρόπο κι ανατολίτικες κλίμακες στην αρχή του “Circus Inferno”. Αυτό παίζει στην αρχή. Στη συνέχεια, ο σαξοφωνίστας μας Rob Townsend έστειλε πράγματα από τη Δανία -είναι Άγγλος αλλά μένει στη Δανία-, έτσι έστειλε δύο solos από τη Δανία. Ο αδερφός μου (σ.σ: John Hackett – φλάουτο) που ζει στο Sheffield έστελνε πράγματα από εκεί.

Έτσι, υπάρχει όλη αυτή η αποστολή αρχείων και μάλλον έχω ξεχάσει άλλα άτομα που είναι στο album: Τον Roger King και τον Benedict Fenner που έπαιξαν και τα δύο πλήκτρα και ήταν κι οι δύο μηχανικοί ήχου, μίξαραν τον ήχο μας live. Ο Roger είναι ο εν ενεργεία live πληκτράς μας, αλλά και πολύ ταλαντούχος μηχανικός ήχου και ενορχηστρωτής. Το album έγινε ενώ ήμουν εν κινήσει. Νομίζω ότι όλα όσα εμφανίζονται στο album πάνε πολύ γρήγορα από το ένα πράγμα στο άλλο στο άλλο… Ήθελα να κρατήσω το ρυθμό στο album και έχουμε δύο videos γιατί το “People of the Smoke” κυκλοφόρησε ως single και το “Wherever You Are” κυκλοφόρησε ως single. Το “People of the Smoke”, υπάρχει ένα video από αυτό που έχει γίνει viral, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που το παρακολουθούν στο Youtube. Έτσι, έχει δώσει μεγάλη έμφαση στο νέο album. Το εξώφυλλο του album είναι κάπως έτσι (σ.σ: δείχνει την έκδοση σε CD στο Zoom), αλλά στο βινύλιο είναι πολύ μεγαλύτερο. Το στόμα της φάλαινας, βλέπεις, καταπίνει ένα τσίρκο.

 

Το “People of the Smoke”, το πρώτο single του album είναι πολύ κινηματογραφικό. Πώς σχετίζεται θεματικά με την παιδική σας ηλικία;

Μεγάλωσα στο Λονδίνο, το οποίο αναφερόταν ως The Smoke, οπότε το smoke είναι ένα παρατσούκλι για το Λονδίνο, ένα είδος λογοτεχνικού ψευδωνύμου (σ.σ: nom de plume, το είπε στα γαλλικά) για το Λονδίνο. Όταν μεγάλωνα, ήταν αμέσως μετά τον πόλεμο και το Λονδίνο ήταν σε μεγάλο βαθμό ερειπωμένο: Παίζαμε στα συντρίμμια στις βομβαρδισμένες τοποθεσίες του Λονδίνου σε μικρή ηλικία και πολύ γρήγορα μετακομίσαμε σε πολυκατοικίες, διαμερίσματα που έβλεπαν στο Battersea Power Station που είναι ένα διάσημο κτίριο στο rock ‘n’ roll, γιατί πολλά χρόνια αργότερα…

 

Βρίσκεται στο εξώφυλλο του “Animals” (1977) album των Pink Floyd.

Αυτό ακριβώς, με το ροζ γουρούνι, αλλά πριν εμφανιστεί το ιπτάμενο ροζ γουρούνι, συνήθιζα να κοιτάζω έξω από το παράθυρο του υπνοδωματίου μου κοιτάζοντας αυτό, που ήταν το μεγαλύτερο κτίριο στην Ευρώπη. Λοιπόν, προσπάθησα να περιγράψω μουσικά εκείνη την εποχή των ατμοκίνητων τρένων και το πώς ακουγόταν το ραδιόφωνο τότε. Υπάρχουν κάποιες ορχηστρικές στιγμές, κάποιες industrial στιγμές, rock στιγμές… Ναι, χαίρομαι που είπες ότι είναι κινηματογραφικό. Προσπάθησα να κάνω το album ένα κινηματογραφικό τρενάκι του λούνα παρκ, γιατί θα ‘θελα να είχα στο μυαλό μου τις εικόνες που σχετίζονται με τα διάφορα τραγούδια. Αυτό συνεχίζεται σ’ όλο το album, οπότε εξαρτάται σε ποιο κομμάτι αναφέρεστε. Ξέρεις, υπάρχει το υλικό που ακούγεται πιο progressive, όπως το “Enter the Ring”, που μιλάει πραγματικά για την εποχή μου στους Genesis και ακούγεται πιο progressive: 12-χορδη κιθάρα, πετάλι μπάσου, τραγουδώ αρμονικά φωνητικά με την Amanda Lehmann σε αυτό. Νομίζω ότι είναι ένα υπέροχο κομμάτι που ακούγεται γιατί ξεκινά με μια καταιγίδα που συνέβαινε όταν ηχογραφούσα το κομμάτι στο σπίτι. Υπήρχε μια καταιγίδα, οπότε βγάλαμε ένα μικρόφωνο έξω από το παράθυρο αυτού του δωματίου και ηχογραφήσαμε την καταιγίδα με τη βροχή στην αρχή για να στήσουμε το σκηνικό αυτού του τραγουδιού. Στη συνέχεια, έχεις το “Get Me Out!” Αν ένα τραγούδι ήταν το εγκώμιο των Genesis, το δεύτερο είναι η ιδέα των Genesis στην πιο κλειστοφοβική εκδοχή της για μένα. Μ’ άρεσε η εποχή μου στους Genesis, πίστευα ότι ήταν υπέροχο συγκρότημα, αλλά άρχισαν να προσπαθούν να με αποτρέψουν από το να κάνω πράγματα ως solo καλλιτέχνης. Δεν επιτρεπόταν την περίοδο που ήμουν στο συγκρότημα. Ο Peter Gabriel έφυγε για τον ίδιο λόγο: Ήθελε να κάνει πράγματα ως solo καλλιτέχνης, δεν του επιτρεπόταν. Αλλά το επόμενο κομμάτι που είναι το “Get Me Out!” μιλάει όλο για ότι βρίσκεσαι σ’ αυτό το rock ‘n’ roll τσίρκο και θέλεις να βγεις έξω, το κλειστοφοβικό συναίσθημα. Λοιπόν, είναι το album στις πιο bluesy και grotesque στιγμές του και μια shreddy κιθάρα που προσπαθεί να κάνει τα πράγματα που οι κιθαρίστες κάνουν καλύτερα, αλλά μάλλον δεν επιτρέπεται να τα κάνεις όταν είσαι σε ένα rock συγκρότημα και έπρεπε να είμαι το αφεντικό του εαυτού μου για να το κάνω αυτό. Λοιπόν, είναι μερικά από αυτά τα rock ‘n’ roll πράγματα.

 

Τα φωνητικά -όχι η μουσική- στο “Enter the Ring” ακούγονται σαν τους Yes. Συμφωνείτε;

Λοιπόν, όλως περιέργως, νομίζω ότι μάλλον ακούγεται περισσότερο σαν τους Genesis, αλλά μετά, είναι οι ανδρικές και γυναικείες φωνές μαζί, τρία επίπεδα αρμονικών φωνητικών, τέσσερα στην πραγματικότητα, γιατί ανεβάσαμε τις οκτάβες. Αλλά πραγματικά δεν το είχα σκεφτεί αυτό. Δούλεψα με τον Chris Squire (σ.σ: Yes -μπάσο) σε μια σειρά από projects και κάναμε ένα album που ονομάζεται “Squackett” (2012) και νομίζω ότι φωνητικά μερικές φορές ακουγόταν κάπως σαν τους Yes. Λίγο σαν τους Yes, λίγο σαν τους The Beatles, λίγο σαν οποιοδήποτε από τα συγκροτήματα με τ’ αρμονικά φωνητικά. Όταν δουλεύω με την Amanda κάνοντας αρμονικά φωνητικά, ακούγεται σαν εκείνα τα συγκροτήματα με αρμονικά φωνητικά ανδρών και γυναικών που μ’ αρέσουν τόσο πολύ. Έπειτα, έχει και αυτή την ουράνια φωνή που χρησιμοποιεί στην αρχή του “Ghost Moon and Living Love”. Κάποιες φορές βγαίνουν αυτά τ’ αρμονικά φωνητικά. Υπάρχουν φορές που οι Yes ακούγονται λίγο σαν τους οι Beatles. Υπάρχουν στιγμές που κάθε συγκρότημα ακούγεται σαν ένα άλλο. Αλλά δεν με πειράζει ν’ ακούγομαι σαν τους Yes, αυτό είναι εντάξει. Κάποια στιγμή ο Chris Squire μου ζήτησε να ενταχθώ στους  Yes. Λοιπόν, θα μπορούσα να ήμουν μέλος των Yes. Ήμουν μέλος των Genesis και θα μπορούσα να ήμουν και μέλος των Yes, αν έλεγα “yes” (γέλια). Αλλά ήθελα να επανέλθω στο υλικό των Genesis με ορχήστρα και με καλεσμένους και να κάνω ένα είδος επανόρθωσης του υλικού των Genesis για να το κάνω και live. Μετά από τόσα χρόνια, να επαναφέρω τη μουσική που εγκωμίασε ο John Lennon. Είπε ότι του άρεσαν οι πρώιμοι Genesis, πίστευε ότι οι Genesis ήταν οι αληθινοί γιοι των Beatles. Έτσι, λίγο σαν να ήμασταν παιδιά των Beatles και αυτό είναι εντάξει. Έι, ξέρεις, είμαι χαρούμενος μ’ αυτό.

 

Μου αρέσει το παίξιμό σας στο “Get Me Out”. Πείτε μας όλα όσα πρέπει να ξέρουμε γι’ αυτό το καταπληκτικό τραγούδι.

Είναι ένα τραγούδι που έγινε σε bluesy ύφος. Έβαλα πολλές κιθάρες στην αρχή για να ακούγεται σαν μια μεγάλη κιθάρα. Έτσι, έχει ένα είδος τρομακτικού ήχου. Το τραγούδι είναι όλο ενέργεια, πολλή κιθάρα. Ήταν μια δικαιολογία να παίξω κιθάρα, τι να σου πω; Έπρεπε να με πιάσει παραλήρημα φωνητικά, οπότε δεν ξέρω πώς προσπαθούσα ν’ ακούγομαι, αλλά νομίζω ότι προσπαθούσα ν’ ακούγομαι σαν τη Nina Simone ή κάτι τέτοιο.

 

Το “Circus Inferno” είναι πολύ εθιστικό και έχει ένα μεσογειακό χρώμα. Τι σας ενέπνευσε να γράψετε το “Circus Inferno”;

Σκεφτόμουν τη μουσική της Μέσης Ανατολής και ο Malik Mansurov, που ανέφερα, ξεκινάει το κομμάτι. Στη δεκαετία του 1960 η βρετανική rock άρχισε να χρησιμοποιεί επιρροές από  ινδικά και αιγυπτιακά πράγματα, όπως μια κλίμακα που ονομάζεται Φρύγια. Είναι μια κλίμακα που είναι συνηθισμένη στην Αίγυπτο, την Ινδία και στην ελληνική μουσική, κατά καιρούς εσείς χρησιμοποιείτε την κλίμακα. Λοιπόν, αυτό είναι κάτι που μ’ αρέσει πάρα πολύ. Είναι υπέροχη κλίμακα, την έχω χρησιμοποιήσει λίγο σε rock πράγματα στο παρελθόν ή μερικές φορές σε ακουστικά πράγματα. Το “Circus Inferno” υποτίθεται ότι είναι ξέφρενο. Και πάλι, είναι η ιδέα της μουσικής κλειστοφοβίας όπου θέλεις απεγνωσμένα να έρθει κάποιος, στην περίπτωσή μου, η γυναίκα μου, να με σώσει από τους κινδύνους αυτού που περνούσα στη ζωή εκείνη την εποχή. Είναι λοιπόν ένα είδος ξέφρενου ερωτικού τραγουδιού.

 

Το ακουστικό σας παίξιμο στο “White Dove” είναι απίστευτο. Είχατε καταλάβει όταν το γράψατε ότι είναι ένα από τα σπουδαιότερα τραγούδια της καριέρας σας;

Λοιπόν, δεν ξέρω γι’ αυτό γιατί νομίζω ότι η τεχνική του tremolo είναι τόσο άπιαστη. Είναι το πιο δύσκολο πράγμα, διαπίστωσα, που έχω προσπαθήσει ποτέ να παίξω σε νάιλον κιθάρα. Ένας τύπος που μετέγραφε την μουσική μου, είναι σαν τ’ όνομά σου, τ’ όνομά του είναι Theo Chen, Theodore Chen και οι γονείς του ήταν από το Χονγκ Κονγκ. Έτσι, έμοιαζε λίγο με Κινέζο Segovia, αλλά rock, με μακριά μαλλιά και συνήθιζε να μεταγράφει τα πράγματά μου. Σ’ ένα από τα τελευταία sessions που έκανα μαζί του, επειδή δυστυχώς πέθανε πριν από μερικά χρόνια, μετέγραψε αυτό το κομμάτι και μπόρεσε να το παίξει απολύτως άψογα, πολύ καλύτερα από μένα. Ήταν σε θέση να το κάνει, γιατί είχε πολύ καλή τεχνική στο tremolo και, φυσικά, συνειδητοποίησα ότι έμοιαζε πολύ με το “Recuerdos de la Alhambra”, ένα διάσημο κομμάτι που πηγαίνει από μινόρε σε ματζόρε, αλλά είπε: «Είναι ωραίο να το έχουμε ως εναλλακτική αυτού». Ήθελα να εξερευνήσω τις αρμονίες που είναι εφικτές στην κιθάρα. Λοιπόν, είναι πολύ ρομαντικό και νομίζω ότι δίνει στο album μια ειρηνική κατάληξη, ακριβώς στο τέλος, αφού έχεις περάσει απ’ όλη την αγωνία και το μακελειό με τα rock όργανα.

 

Παρακολούθησα το εξαιρετικό DVD “Foxtrot at 50 + Hackett Highlights: Live in Brighton”. Τι είναι αυτό που κάνει το album “Foxtrot” να παραμένει επίκαιρο περισσότερα από 50 χρόνια από την ημερομηνία κυκλοφορίας του;

Νομίζω ότι ήταν μουσική που σχεδιάστηκε για να παιχτεί live και ήταν επίσης πολύ καλογραμμένη από μια νεανική ομάδα όπου όλοι προσπαθούσαμε να εκφραστούμε όσο το δυνατόν καλύτερα. Νομίζω ότι το “Foxtrot” (1972) και το “Selling England by the Pound” (1973), για μένα, ήταν η χρυσή περίοδος των Genesis. Η χρυσή περίοδος της συνεργασίας με τον Peter Gabriel αλλά και το ενδιαφέρον του John Lennon, εκείνη την εποχή. Οπότε, για μένα, είναι σημαντικό. Ίσως ο λόγος που άντεξε είναι επειδή είναι καλογραμμένο και βασίζεται επίσης σε ιστορία. Το “Supper’s Ready” είναι πολύ βασισμένο σε concept, επομένως το μισό album είναι concept. Επίσης, η σύνθεση βασίζεται σε πολλές διαφορετικές επιρροές: Το “Watcher of the Skies” είναι επιστημονική φαντασία με τη χρήση του mellotron και την ιδέα του εξωγήινου και όλα αυτά, ένα τυπικά progressive κομμάτι από πολλές απόψεις, με κρεσέντο, πολύ δραματικό. Κάποτε ξεκινούσαμε τις συναυλίες μ’ αυτό και συνήθιζε ν’ αρέσει πολύ στο κοινό. Όσο πιο μεγάλο ήταν το μέρος, τόσο πιο κουδουνιστό (σ.σ: ringy) ήταν, αν ήταν κλειστό γήπεδο, ακουγόταν υπέροχο, για να κάνουμε τον κόσμο να ταρακουνηθεί μ’ αυτό. Μια υπέροχη εισαγωγή που σκαρφίστηκε ο Tony Banks. Έχει εξαιρετική χρήση του mellotron. Θα μπορούσες να πεις ότι ο Tony ήταν ίσως ο καλύτερος παίκτης mellotron όλων των εποχών, εγώ θα το έλεγα. Εγώ ήμουν αυτός που τον τράβηξε το όργανο. Εγώ ήμουν αυτός που είπε: «Πρέπει να πάρουμε ένα mellotron». Έτσι, έχεις επιστημονική φαντασία, έχεις κοινωνική κριτική, έχεις ρομαντικά πράγματα, χιουμοριστικά πράγματα και τα πάντα είναι το ταξίδι, ήταν πολυσυλλεκτικό, πολλά είδη μουσικής, η προσέγγιση. Η επιρροή της κλασικής μουσικής, της μουσικής των big bands, της jazz, είναι πολλά πράγματα που οδηγούν αυτό το album. Επίσης, η χρήση της 12χορδης. Η 12χορδη κιθάρα ήταν πολύ σημαντική για τους Genesis. Έτσι, μερικές φορές έχεις τρεις 12χορδες κιθάρες, μερικές φορές όλες να παίζουν το ίδιο μέρος, αλλά άλλες φορές να παίζουν σε αρμονία μεταξύ τους και να παίζουν κάτι παρόμοιο ή συμπληρωματικό μεταξύ τους. Έτσι, είναι κομμάτι αυτού του πολύ αγγλικού βουκολικού ήχου.

 

Είστε περήφανος που το πρώτο solo album σας “Voyage of the Acolyte” (1975) θεωρείται κλασικό album;

Είμαι πολύ χαρούμενος που έτυχε πολύ καλής αποδοχής εκείνη την εποχή και φαίνεται να έχει μια επανεκτίμηση τώρα. Νομίζω ότι ήταν αναλογικό, έγινε πολύ γρήγορα, οπότε θα έλεγα ότι οι ιδέες ήταν αρκετά εκτεταμένες. Μερικές φορές, μπορεί να το ακούσω και να επικρίνω τον τρόπο που κρατάω τον ρυθμό ή το κούρδισμα, αλλά ο χρόνος προχωρά και κάνω albums που μάλλον μπορούν ν’ ακούγονται πιο τέλεια τώρα, επειδή μπορείς να διορθώσεις πράγματα στον υπολογιστή. Δεν είναι πια ένα άλμα στο άγνωστο, είναι διαφορετικό.

 

Είμαι εθισμένος με το “Tower Struck Down” από το “Voyage of the Acolyte”. Πώς προέκυψε αυτό το απίστευτο κομμάτι;

Λοιπόν, υπήρχαν δύο πράγματα: Υπάρχει επίσης μια ζωντανή εκτέλεση στο “Foxtrot at 50”, το live album που ανέφερες με μια επανενορχήστρωση για να γίνει πραγματικά πιο κλασικό με νότες να παίζονται πιο δυνατά (σ.σ: marcato) στην αρχή πριν μπει το συγκρότημα. Αλλά πραγματικά προέκυψε από δύο ξεχωριστά riffs: Είχα ένα riff ή μια ιδέα για συγχορδίες και ο αδερφός μου, ο John (φλάουτο), είχε το πολύ γωνιώδες “dum/ dum-dum dum-dum/ barabam/ babapam”. Είχε αυτό και νομίζω ότι έψαχνε κάτι που ακουγόταν λίγο σαν Led Zeppelin, αλλά νομίζω ότι είναι μάλλον λίγο περισσότερο σαν οι Led Zeppelin να συναντούν τους King Crimson ίσως, επειδή έχεις αυτά τα τρίτονα που χρησιμοποιούνται (σ.σ: το διάστημα που περιλαμβάνει τρεις ολόκληρους τόνους, αποκαλείται επίσης και 4η αυξημένη ή 5η ελαττωμένη), συγκεκριμένες αρμονίες, δυσαρμονικά πράγματα.

 

Πώς συνέβη να έχετε τον Steve Walsh (φωνητικά) και τον Phil Ehart (drums) από τους Kansas και τον Richie Havens στο “Please Don’t Touch!” (1978) album;

Ήμουν μεγάλος οπαδός του Richie Havens. Μερικές φορές παίζαμε στις ίδιες συναυλίες και μετά όταν οι Genesis έγιναν πολύ διάσημοι και παίζαμε τρεις νύχτες στο Earl’s Court σε 20.000 άτομα κάθε βράδυ, σκεφτήκαμε ότι έπρεπε να έχουμε support και τον ρωτήσαμε και είπε ότι θα το έκανε. Τον είχα συναντήσει στα παρασκήνια και του έδωσα συγχαρητήρια και μου έσφιξε τα χέρια για πολλή ώρα που ήταν πολύ υπέροχο και ρώτησα αν θα ήθελε να έρθει στο σπίτι μου και να δειπνήσουμε και μου είπε: «Ναι» και στο τέλος της βραδιάς είπε: «Πρέπει να κάνουμε κάτι μαζί. Πρέπει να δουλέψουμε μαζί» και ενθουσιάστηκα που το είπε αυτό. Άρχισα να δουλεύω στο κομμάτι “Icarus Ascending”. Διαλογιζόμουν μια μέρα, έκανα Υπερβατικό Διαλογισμό και οι στίχοι του τραγουδιού ήρθαν στο μυαλό μου και τον άκουγα να το κάνει και του τηλεφώνησα αμέσως. Του είπα ότι είχα αυτή την εμπειρία και είπε: «Το ακούω ήδη, ακούγεται υπέροχο. Ας το κάνουμε. Μοιάζει πάρα πολύ θετικό». Ηχογραφήσαμε αυτό το κομμάτι, όλο σε ένα βράδυ, έκανε τα φωνητικά και είπε: «Θέλεις να κάνεις κι αλλά τραγούδια;» και είπα: «Έχω μια κασέτα εδώ με ένα ήπιο κομμάτι, σκεφτόμουν ότι ίσως είναι κατάλληλο για σένα και έχει μια αίσθηση από Beatles», γιατί ήξερα ότι ήταν οπαδός των Beatles και ηχογράφησε κομμάτια των Beatles πολύ καλά.

 

Το “Eleanor Rigby”.

Είπε: «Γιατί δεν το κάνουμε και αυτό;» Έκανε επίσης το “She’s Leaving Home”, μια πολύ όμορφη εκτέλεση του “She’s Leaving Home”. Λοιπόν, έκανα μαζί του ένα κομμάτι που ονομάζεται “How Can I?” και πραγματικά έδινε οδηγίες στο studio. Μου είπε: «Πέρνα εσύ πρώτα την κιθάρα και εγώ παίζω κρουστά» και του απάντησα: «Μάλιστα, κύριε!» (σ.σ: χαιρετάει στρατιωτικά στο Zoom) και μετά περάσαμε ίσως μία ή δύο κιθάρες και ηχογράφησε τα φωνητικά σ’ αυτό. Αυτό χρειαζόταν μόνο και πρόσθεσα κάποια πράγματα αργότερα, λίγο synth κιθάρα. Ακουγόταν σαν ακορντεόν αλλά ήταν ηλεκτρονικό, η κιθάρα Roland GR-500 και ακουγόταν αυτό το κομμάτι λίγο σαν φόρος τιμής στους Beatles και ενθουσιάστηκα με αυτό. Και ο Steve Walsh: Γνώρισα τους Kansas, είχαν το “Carry On Wayward Son”, μια μεγάλη επιτυχία και το “Dust In the Wind”. Είχαν επιτυχίες, ήταν πολύ mainstream στην Αμερική, αλλά τους άρεσε το βρετανικό prog. Έτσι, συναντήθηκα μαζί τους και ήθελαν να δουλέψουν μαζί μου και εγώ ήθελα να δουλέψω μαζί τους, έτσι έγινε αυτή η συνεργασία.

 

Ποια ήταν η αντίδρασή σας όταν ο Steven Wilson σας είπε ότι το “Please Don’t Touch!” είναι καλύτερο από το “Sgt. Pepper” album των Beatles;

Ενθουσιάστηκα που του άρεσε τόσο πολύ. Εκείνος είπε ότι ως 11χρονος ήταν το δικό του “Sgt. Pepper”. Έτσι, ο Steven Wilson είναι προφανώς υπέροχος και έχω δουλέψει μαζί του σε μερικά πράγματα. Είμαστε φίλοι και είμαι πολύ χαρούμενος για αυτόν που έχει επιτυχία μόνος του αλλά και με τους Porcupine Tree. Είναι πολύ ενδιαφέρον για μένα ότι είναι 17 χρόνια νεότερος από εμένα, βλέπεις είμαι στα 70 μου αλλά αυτός είναι 17 χρόνια νεότερος. Νομίζω ότι του αρέσει η μουσική με λεπτομέρεια, η μουσική που διηγείται ιστορίες, οπότε κατ’ αυτόν τον τρόπο μοιάζουμε.

 

Λατρεύω το παίξιμό σας στο “Firth of Fifth” (από το “Selling England by the Pound” -1973). Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για αυτό το καταπληκτικό τραγούδι;

Ναι. Νομίζω ότι αρχικά σχεδιάστηκε για να παίζεται στο πιάνο, αυτή η μελωδία της κιθάρας και μετά ήταν το πιάνο και το φλάουτο να παίζουν μαζί, αλλά έπρεπε απλώς να παραθέσω (σ.σ: quote) αρκετά πράγματα. Είχα έναν ενισχυτή Hiwatt, μια κιθάρα Les Paul, ένα Colorsound fuzz box και μόλις είχα αποκτήσει ένα πετάλι Echo. Αυτό σήμαινε ότι θα μπορούσα να ακούγομαι σαν studio μουσικός αλλά στο προβάδικο. Έτσι, ο ήχος όλων αυτών, είχα ένα πετάλι volume και ένα για sustain, που σήμαινε ότι μπορούσα να παίξω αυτή τη μελωδία με όλο το συγκρότημα να την παίζει. Μ’ αρέσει να σκέφτομαι ότι έφερε την επανάσταση στο τραγούδι, καθώς και ότι ήταν μια πολύ μεγάλη εξάσκηση στα πλήκτρα για τον Tony στο πιάνο και το synth. Το τραγούδι ζωντανεύει κατά μια άλλη έννοια με την instrumental μελωδία που είναι τόσο τέλεια για κιθάρα. Νομίζω ότι είναι μια από τις καλύτερες στιγμές των Genesis, το παίζω ακόμα live. Ανυπομονώ να το παίζω live σχεδόν σε κάθε συναυλία που κάνω.

 

Είναι κολακευτικό που η τεχνική σας στο tapping επηρέασε τόσους πολλούς σπουδαίους μουσικούς όπως ο Eddie Van Halen και ο Alex Lifeson;

Ναι, νομίζω ότι πολλοί υπέροχοι κιθαρίστες έχουν αναφέρει ότι τους έχω επηρεάσει με αυτές τις τεχνικές και επίσης ο Brian May το είπε αυτό. Λοιπόν, είναι καταπληκτικό για μένα. Ποτέ δεν κατάφερα να μιλήσω με τον Eddie Van Halen, αλλά νομίζω ότι ήταν ένας υπέροχος κιθαρίστας, φυσικά και ο Alex Lifeson επίσης, ήταν σε μεγάλο βαθμό η κινητήριος δύναμη πίσω από αυτό το συγκρότημα (σ.σ: Rush). Ναι, αλλά είναι υπέροχο να επηρεάζεις ανθρώπους όπως ο Brian May. Λοιπόν, τους έχω επηρεάσει εγώ, με έχουν επηρεάσει κι αυτοί. Έτσι  δουλεύει αυτό.

 

Ένα τεράστιο «ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ» στον κύριο Steve Hackett για τον χρόνο του.

Main photo: Tina Korhonen

Official Steve Hackett website: https://www.hackettsongs.com/

Official Steve Hackett Facebook page: https://www.facebook.com/stevehackettofficial/

Official Steve Hackett Twitter page: https://twitter.com/HackettOfficial

- Advertisement -

Latest articles

Related articles

Μετάβαση στο περιεχόμενο