Συνέντευξη: Peter Erskine (solo, Weather Report, Jaco Pastorius, Steps Ahead)

Ο θρυλικός drummer Peter Erskine μιλάει στο Hit Channel για το νέο studio album του με τίτλο "Peregrine", την φιλία και στην συνεργασία του με τον Jaco Pastorius, την περίοδο που περιόδευε με τους Steely Dan, τα μαθήματα drums που έκανε στον Neil Peart των Rush και άλλα πολλά.

HIT CHANNEL ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: Ιούλιος 2026. Είχαμε την τιμή να μιλήσουμε μ’ έναν θρυλικό drummer: τον Peter Erskine. Είναι περισσότερο γνωστός ως μέλος των Weather Report. Έχει παίξει επίσης με τους Jaco Pastorius, Steps Ahead, Stan Kenton, Joni Mitchell, Kate Bush, Steely Dan, Al Jarreau, John Abercrombie, Gary Barton, Chick Corea, Diana Krall και άλλους. Το 2007, έκανε μαθήματα drums στον Neil Peart των Rush. Το πιο πρόσφατο studio album του, με τίτλο Peregrine” με τον Alan Pasqua (πιάνο) και τον Scott Colley (κοντραμπάσο) κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2026. Διαβάστε παρακάτω τα πολύ ενδιαφέροντα πράγματα που μας είπε:

 

Πώς σας ήρθε η ιδέα να ηχογραφήσετε το “Peregrine” αναλογικά στο Reelsounds Studio στο Chicago;

- Advertisement -

Η ηχογράφηση έγινε επειδή με κάλεσαν να οργανώσω ένα project που θα ηχογραφούνταν στο Reelsounds. Το Reelsounds ιδρύθηκε από έναν πολύ στενό και αγαπητό μου φίλο. Το όνομά του ήταν Mark Brunner, και ο Mark πέθανε ξαφνικά. Φυσικά, όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, το μέλλον της κληρονομιάς και των σχεδίων ενός ατόμου μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση. Έτσι, όταν η χήρα του Mark, το όνομά της είναι Jo Pangilinan, με ρώτησε αν θα σκεφτόμουν να επιστρέψω σε αυτό το studio, όπου δεν είχα δουλέψει ποτέ αλλά είχα επισκεφτεί την αίθουσα παλιότερα, είπα: «Φυσικά, θα ήταν χαρά μου να το κάνω αυτό». Το μόνιμό μου trio με το οποίο περιοδεύω αποτελείται, φυσικά, από τον Alan Pasqua στο πιάνο και τον μπασίστα Darek Oles -το πλήρες όνομά του είναι Darek Oleszkiewicz, και είναι από την Πολωνία. Αλλά ο Darek δεν ήταν διαθέσιμος αυτές τις ημερομηνίες, οπότε μου ήρθε η ιδέα να καλέσω τον Scott Colley. Δούλεψα μαζί του λίγο πριν από εκείνη την περίοδο με τον Δανό σαξοφωνίστα Benjamin Koppel (σ.σ: “The Ultimate Soul & Jazz Revue” -2020), καθώς και με τον Franco Ambrosetti (σ.σ: “Nora” -2022). Έχουμε κάνει κάποιες ηχογραφήσεις με τον John Scofield στην κιθάρα. Το ένστικτό μου έλεγε ότι ο Scott και ο Alan θα ήταν υπέροχος συνδυασμός και αυτό βγήκε αληθινό: Σχεδόν κάθε τραγούδι στο “Peregrine” έγινε με το πρώτο take. Νομίζω ότι τότε η μουσική ακούγεται πιο φρέσκια και μάλιστα οι περισσότερες από τις αγαπημένες μας ηχογραφήσεις από -για παράδειγμα- τους καταλόγους της Blue Note, της Prestige, ακόμη και της Impulse! έγιναν με το πρώτο take. Έτσι, δεν μ’ ενδιέφερε να προσπαθήσω να κάνω έναν τέλειο δίσκο, ήθελα να κάνω έναν δίσκο που να ήταν ατελώς αληθινός και έτσι προέκυψε το “Peregrine”.

 

Τι συνεισέφεραν οι Alan Pasqua (πιάνο) και Scott Colley (κοντραμπάσο) στο “Peregrine”;

Μου έδωσαν τον χώρο να παίξω όσο καλύτερα μπορούσα, επειδή δεν χρειαζόταν να ανησυχώ για το επίπεδο της ικανότητάς τους. Είναι εξαιρετικοί μουσικοί, οπότε αυτό με απελευθερώνει. Μπορώ να ρισκάρω όσον αφορά τις φράσεις και η φαντασία μου μπορεί να ξεχυθεί. Ο Alan συνέβαλε επίσης σε μερικές υπέροχες ενορχηστρώσεις, συμπεριλαμβανομένων μερικών pop κομματιών: Του “Wichita Lineman” του Jimmy Webb, του “God Only Knows” του Brian Wilson και του “Poetry Man” της Phoebe Snow. Λοιπόν, Θοδωρή, είχα αρκετό καιρό την ιδέα να κάνω  ένα “jazz album” αλλά να παίξω μερικά δημοφιλή κομμάτια. Άκουγα ένα album του Oliver Nelson που είχα όταν ήμουν παιδί και λεγόταν “Oliver Nelson Plays Michelle” (1966) και κάνει διασκευές στα “Michelle” και “Yesterday” των Beatles. Ακούγοντάς τα ως ενήλικας, εκτίμησα πόσο γλυκά είναι, πόσο ειλικρινείς ήταν οι ερμηνείες του, οπότε ήθελα να κάνω το ίδιο πράγμα. Ήθελα απλώς να παίξω αυτή τη μουσική ειλικρινά και με τον τρόπο που ξέρω καλύτερα. Ήμουν 70 ετών όταν κάναμε το “Peregrine” και τώρα είμαι 72. Επιτέλους κατάλαβα πώς να το κάνω αυτό.

 

Μ’ αρέσει πολύ η ησυχία του “On the Lake” από το “Peregrine”. Πείτε μας όλα όσα πρέπει να γνωρίζουμε γι’ αυτό το κομμάτι.

Αυτό το κομμάτι έχει ηχογραφηθεί μερικές φορές. Η πρώτη του εμφάνιση ήταν σε ένα album της ECM (σ.σ: “You Never Know” -1993), το πρώτο μου solo album για την ECM. Αποδείχθηκε αρκετά δημοφιλές κομμάτι. Ο ιδρυτής και παραγωγός της δισκογραφικής εταιρείας, Manfred Eicher, δεν εντυπωσιάστηκε πολύ ή δεν του άρεσε το κομμάτι, αλλά επέμεινα να το συμπεριλάβουμε και χαίρομαι που το κάναμε. Λοιπόν, ο Alan (σ.σ: Pasqua -πιάνο) νιώθει πολύ άνετα με το διάστημα, και νιώθει επίσης άνετα με την ομορφιά χωρίς να γίνεται πολύ συναισθηματικός ή να τραβάει πολύ την προσοχή. Στο αρχικό μου trio, όταν παίζαμε τη μελωδία, ζητούσα από τους μουσικούς: «Τα solos δεν χρειάζεται να είναι υπέροχα. Η ιδέα είναι ότι είναι μια λίμνη, υπάρχει λίγη ομίχλη στη λίμνη, και περνάμε από τη λίμνη και βλέπουμε την ομίχλη». Αυτή είναι λίγο-πολύ η ιστορία, μπορεί να υπάρχει κάτι λίγο κάτω από την επιφάνεια του νερού, αλλά δεν είναι ο Τιτανικός ή κάτι τέτοιο.

 

Πώς προέκυψε η διασκευή του “God Only Knows” των Beach Boys στο “Peregrine”;

Το πρότεινα στον Alan: «Ίσως θα ήταν ωραίο να κάνουμε το “God Only Knows”» και η προηγούμενη διασκευή που είχα ακούσει και είχε γίνει πριν από πολλά χρόνια, ήταν από τον Gary McFarland και είπα: «Νομίζω ότι θα ήταν ωραίο αν το κάναμε αυτό». Οι περισσότεροι jazz μουσικοί με τους οποίους έχω συνεργαστεί είναι μεγάλοι οπαδοί των Beatles: Ο Jaco ήταν τεράστιος οπαδός των Beatles, ο Alan Pasqua είναι μεγάλος οπαδός των Beatles, εγώ είμαι μεγάλος οπαδός των Beatles. Ο Joe Zawinul (σ.σ: Weather Report -πλήκτρα) και ο Wayne Shorter (σ.σ: Weather Report, Miles Davis -σαξόφωνο), δεν νομίζω και πολύ, αλλά νομίζω ότι ο Tony Williams (σ.σ: Miles Davis -drums) ήταν επίσης μεγάλος οπαδός των Beatles.

 

Ας πάμε στο album “Vienna to Hollywood” (2025). Πόσο δύσκολο ήταν για εσάς να κάνετε jazz εκτελέσεις αυτών των κινηματογραφικών κομματιών στο album “Vienna to Hollywood”;

Δύο από τους σημαντικότερους συνθέτες στην ιστορία της κινηματογραφικής μουσικής που γράφτηκε και ηχογραφήθηκε στο Los Angeles, ήταν και οι δύο από τη Βιέννη: Ο Max Steiner και ο Erich Wolfgang Korngold. Για πολλά χρόνια, ακόμη και πριν μετακομίσω στο Los Angeles, ήμουν πολύ μεγάλος οπαδός της μουσικής του Steiner, καθώς και του Korngold. Έχω κάνει διασκευές κλασικής μουσικής στο παρελθόν, έχω κάνει Mahler, William Walton, Peter Warlock, οπότε, αυτή δεν είναι νέα ιδέα, αυτό ήταν στην πραγματικότητα το δεύτερο album αφιερωμένο στη κινηματογραφική μουσική. Έκανα ένα πριν από μερικά χρόνια με τον Alan Pasqua, τον Bob Mintzer (σ.σ: Yellowjackets -σαξόφωνο) και τον Darek Oles, ονομαζόταν: “Standards 2: Film Music” (2010), και κάναμε ένα κομμάτι του Steiner. Είχα στην πραγματικότητα προηγουμένως ενορχηστρώσει και ηχογραφήσει την κύρια μουσική τίτλων από το «Όσα Παίρνει ο Άνεμος» (σ.σ: “Gone with the Wind” – 1939). Λοιπόν, 1, 2, 3, 4, 1 (σ.σ.: τραγουδάει) «Μπα-μπαά μπα-μπααά, ντι-ντί-φα/ Μπα-μπαά μπα-μπαά», το συμφωνικό μέρος και το έκανα: 1, 2, 3, 4, 1, 2, 3 (σ.σ: χτυπάει τα δάχτυλά του ενώ τραγουδάει): «Μπα-ντάπ μπα-ντααά, πιτ/ ντίβι-ντίτιτ, ντιτ/ Μπα-ντούπ που-ντούτ», το οποίο μεταμορφώνει εύκολα το κομμάτι. Δεν είναι πολύ έξυπνο και δεν είναι ασεβές και αυτή είναι η λεπτή γραμμή που ακολουθείς όταν υιοθετείς αυτή τη μουσική και ιδιαίτερα με τον Korngold, επειδή ο Korngold έχει πολύ ένθερμους οπαδούς. Είναι πολύ ευαίσθητοι όταν εκτελείται η μουσική του μ’ οποιονδήποτε τρόπο διαφορετικό απ’ αυτόν που θα ήθελε, αλλά νομίζω ότι η στοργή και η αγάπη μου για τη μουσική του είναι εμφανείς, και είχα έναν εξαιρετικό παρτενέρ, τον πιανίστα Danny Grissett, ο οποίος κατάγεται από το Los Angeles αλλά τώρα ζει στη Βιέννη. Έτσι, μοιραστήκαμε τα καθήκοντα της ενορχήστρωσης. Έκανα ένα από τα κομμάτια του Korngold στο στυλ, στις ηχηροποιήσεις και στον τρόπο του George Shearing (σ.σ: Βρετανός jazz πιανίστας), και νομίζω ότι λειτουργεί αρκετά ωραία γιατί κατά τ’ άλλα το μουσικό μέρος είναι πολύ ιδιότροπο και χαριτωμένο για να γίνει ένα αξιοπρεπές jazz τραγούδι.

 

Παρακολουθήσατε τον Joe Zawinul (πλήκτρα) να παίζει ένα μέρος από το «Κοντσέρτο για βιολί» του Korngold κατά τη διάρκεια ενός soundcheck των Weather Report πριν από πολλά χρόνια. Πόσο αντίκτυπο είχε αυτή η στιγμή σε εσάς τότε;

Αυτό είχε μεγάλο αντίκτυπο -ο τρόπος που έπαιξε αυτή τη μελωδία την πρώτη φορά που την άκουσα. Έπειτα, λίγα χρόνια αργότερα, ζω στη Νέα Υόρκη, επιστρέφω αργά το βράδυ από μια jazz συναυλία και ακούω αυτό το συναρπαστικό έργο για βιολί και ορχήστρα και ο ραδιοφωνικός εκφωνητής λέει: «Αυτό ήταν το “Κοντσέρτο για βιολί” του Korngold», οπότε το σημείωσα και πήγα για ύπνο και το επόμενο πρωί είδα το σημείωμα και είπα: «Ναι, αυτό ήταν ένα καλό μουσικό κομμάτι». Έτσι, πήγα στο δισκάδικο, βρήκα το album, επέστρεψα στο διαμέρισμά μου και όταν άκουσα τη μεσαία κίνηση, αυτή την όμορφη μελωδία, παραλίγο να πέσω από τον καναπέ. Σκέφτηκα: «Θεέ μου, αυτό έπαιζε ο Joe Zawinul!» επειδή είναι μια πολύ απλή κλίμακα ή μελωδία, είναι αδύνατο να την ξεχάσεις. Ήταν σαν όλες οι τελείες να συνδέονται, οπότε το να κάνω αυτή την ηχογράφηση είχε πολύ νόημα. Έχω κάνει και άλλα projects στη Βιέννη που έχουν οργανωθεί από τους ανθρώπους του Jam Lab Institute, είναι στην Αυστρία σαν το Berklee College of Music. Κάναμε μια ολόκληρη ηχογράφηση που δεν κυκλοφόρησε ποτέ αφιερωμένη στη μουσική του Zawinul και του Friedrich Gulda. Έτσι, ο Joe συνεχίζει να παίζει έναν τεράστιο ρόλο στη ζωή μου λόγω της επαγγελματικής μου σχέσης μαζί του και των πραγμάτων που έμαθα από αυτόν. Έμαθα πολλά σπουδαία μαθήματα από τον Joe.

 

Ποια είναι τα projects στα οποία συμμετέχετε αυτή τη στιγμή;

Λοιπόν, έκανα την παραγωγή μιας ηχογράφησης για trio με τον Kenny Werner (πιάνο) και τον Darek Oles στο μπάσο και βγήκε πολύ φανταστική. Μόλις τελείωσα την περιοδεία όχι μόνο με το trio μου, με τον Alan Pasqua και τον Darek, αλλά έκανα επίσης πολλή δουλειά με τον πιανίστα Fred Hersch και τον επί χρόνια μπασίστα του, τον Drew Gress, και ήταν πραγματικά καλό για μένα. Αυτό ήταν πολύ απαιτητικό -όχι μόνο επειδή ήταν ένα πολύ διαφορετικό είδος μουσικής για να παίξω, αλλά και επειδή δεν ήμουν ο αρχηγός του συγκροτήματος. Υπήρχαν πολλά πράγματα που δεν χρειαζόταν να σκέφτομαι. Μπορούσα απλώς να επικεντρωθώ στο να παίζω drums… Ασχολούμαι με διαφορετικά soundtracks για ταινίες. Έχω κάποιο κινηματογραφικό project της Disney την επόμενη εβδομάδα. Μόλις κυκλοφόρησε μια ταινία: το “Minions & Monsters”, ένα γαλλικό animation και έκανα όλα τα drums σε αυτό. Έτσι, εξακολουθώ να είμαι λίγο απασχολημένος στην πόλη. Δηλαδή, έρχομαι στην Ευρώπη κάθε χρόνο εδώ και αρκετά χρόνια. Η τελευταία φορά που ήμουν στην Ελλάδα ήταν με τον Milcho Leviev (σ.σ: Βούλγαρο πιανίστα), αυτό ήταν πριν από αρκετό καιρό (σ.σ: το 2006). Το σχέδιό μου είναι να μην έρθω στην Ευρώπη το 2027, αλλά να κάνω ένα διάλειμμα για ένα χρόνο και μετά να επιστρέψω με φρέσκια ενέργεια. Ας ελπίσουμε ότι μέχρι τότε, ο κόσμος θα ενδιαφερθεί ακόμη περισσότερο για να έρθει στις συναυλίες και θα είναι πιο εύκολο για τους διοργανωτές να με κλείσουν. Ξέχασα να αναφέρω το project μου με τους Dr. Um, που είναι το ηλεκτρικό συγκρότημα. Κάναμε μια περιοδεία στην Ευρώπη τον Οκτώβριο και ο Mike Mainieri ήταν ο ειδικός καλεσμένος μας, ο βιμπραφωνίστας με τον οποίο συνεργάστηκα για πολλά χρόνια στους Steps Ahead. Έτσι, θα πάμε στο Τόκιο σε μερικές εβδομάδες και μετά τις συναυλίες στο Τόκιο θα πάμε στην Taipei της Ταϊβάν. Οπότε, υπάρχει πολλή καλή μουσική αυτό το καλοκαίρι.

 

Διασκεδάσατε που επανήρθατε πέρυσι στα τραγούδια των Weather Report στην περιοδεία Kurt Elling Celebrates Weather Report;

Ήταν μερικές καλές συναυλίες. Ήταν πολύ διασκεδαστικό. Είναι διασκεδαστικό να ξανακούς αυτή τη μουσική. Μερικά κομμάτια, έπρεπε να τα σταματήσω και να πω: «Τώρα, παιδιά, το παίζετε λάθος» και ζήτησα συγγνώμη από τον Kurt, αλλά ο Kurt είπε: «Εντάξει, όχι, είναι καλό. Ας το κάνουμε σωστά». Είναι εξαιρετικός καλλιτέχνης και ήταν πολύ διασκεδαστικό να συνεργάζεσαι μαζί του.

 

Στο solo album σας “Motion Poet” (1988), ο Vince Mendoza (Elvis Costello, Björk, Michael Brecker -μαέστρος, ενορχηστρωτής) έγραψε το “A New Regalia” επηρεασμένος από το “Peaches en Regalia” του Frank Zappa (από το “Hot Rats” -1969). Ποια είναι η ιστορία πίσω απ’ αυτό;

Ο Vince είναι εδώ και χρόνια οπαδός και θαυμαστής του Frank Zappa. Είναι πιθανώς ένας από τους λίγους ανθρώπους που καταλαβαίνουν ακριβώς τι έκανε μουσικά ο Zappa. Έτσι, το “A New Regalia” ήταν ο φόρος τιμής του στο “Peaches en Regalia”. Δεν έχει καμία σχέση μ’ αυτό, αλλά είναι ένα λογοπαίγνιο καθώς και ένας φόρος τιμής στον Zappa.

 

Peter Erskine & Jaco Pastorius

Θα μπορούσατε να μας περιγράψετε την καταπληκτική χημεία που είχατε με τον Jaco Pastorius (Weather Report – μπάσο) ως rhythm section;

Ξέρεις, οι άνθρωποι συχνά με ρωτούν: «Πώς ήταν να παίζεις με τον Jaco Pastorius;» Και πρόσφατα είπα: «Ας το αντιστρέψουμε αυτό. Πώς ήταν για τον Jaco να παίζει μαζί μου;» και με αυτό προσπαθώ να απαντήσω: «Γιατί με πρότεινε ο Jaco στους Weather Report;» Υπήρχαν τουλάχιστον 10 drummers ή ίσως 100 drummers που θα ήταν υπέροχοι, ως ο επόμενος drummer που θα διαδεχόταν τον Alex Acuña. Αλλά ο Jaco με άκουσε να παίζω και αναγνώρισε κάτι στο πως τοποθετούσα το μικρόφωνο στ’ αριστερά του drum set που τον έκανε αμέσως να νιώθει άνετα και είδε επίσης ότι μπορούσα να χειριστώ περίπλοκη μουσική όπως σε μια big band σαν του Maynard Ferguson: Είχα τη δύναμη, την ταχύτητα, την αντοχή, την ενέργεια, αλλά πάνω απ’ όλα είχα τον ρυθμό. Το συνδέω αυτό με ένα album των Wayne Cochran and the C.C. Riders, ένα συγκρότημα στο οποίο έπαιζε ο Jaco. Ήταν μια ηχογράφηση που έγινε πριν ενταχθεί σε αυτούς, ήμουν στο κολέγιο όταν κυκλοφόρησε.

Όταν ο Jaco έγινε τελικά μέλος των Wayne Cochran and the C.C. Riders, ο drummer του συγκροτήματος ήταν ακόμα ο Allyn Robinson, ο οποίος ήταν από τη Νέα Ορλεάνη. Το άκουσα αυτό όταν ήμουν 17 ετών και νομίζω ότι με επηρέασε: Το rhythm & blues ή funk ή fusion backbeat μου στον 2ο και 4ο χρόνο. Είχε την ίδια ποιότητα στο διάστημα. Δηλαδή, ο καθένας μπορεί να παίξει ρυθμούς -αυτό είναι απλό. Αλλά είναι το διάστημα μεταξύ των ρυθμών που κάνει τον κάθε μουσικό να ακούγεται όπως ακούγεται. Νομίζω ότι η επιρροή του Allyn οδήγησε τον Jaco ν’ αναγνωρίσει αμέσως: «Να ένας τύπος που θα είναι το τέλειο συμπλήρωμα σ’ αυτό που θέλω να κάνω». Έτσι, η πρώτη φορά που παίξαμε μαζί ήταν (σ.σ: χτυπάει τα δάχτυλά του) στιγμιαίο. Νιώσαμε απόλυτα άνετα και φυσικά, άκουγα αυτόν καθώς και τους Weather Report για πολλά χρόνια. Είχα ακόμα πολλά να μάθω για την ηχογράφηση, καθώς και το να είμαι ένα μέλος που συνεισφέρει στον αυτοσχεδιασμό σ’ ένα συγκρότημα όπως οι Weather Report, αλλά μπήκα σ’ αυτό με πολλά ισχυρά συστατικά. Έτσι, στάθηκα τυχερός, με άκουσε και με έβαλε στο συγκρότημα.

 

Αποτυπώνει το “The Birthday Concert” του Jaco (ηχογραφήθηκε το 1981, κυκλοφόρησε το 1995) το αληθινό πνεύμα μιας solo συναυλίας του Jaco;

Η big band ήταν ένα μάλλον βραχύβιο φαινόμενο, οπότε το “The Birthday Concert” ήταν μια από τις πρώτες υλοποιήσεις αυτού, με τον Michael Brecker (σ.σ: σαξόφωνο). Έπειτα, ο Michael έφυγε και ανέλαβε ο αδερφός του, ο Randy (σ.σ: τρομπέτα) . Υπάρχει μια ζωντανή ηχογράφηση από το Newport Jazz Festival στη Νέα Υόρκη (σ.σ: 23-06-1979) και οι ιαπωνικές ηχογραφήσεις του “Invitation” (σ.σ: κυκλοφόρησε το 1983), οι οποίες κυκλοφόρησαν επίσης με τον τίτλο “Twins 1 & 2”. Αυτές είναι αρκετά αντιπροσωπευτικές. Το πρόβλημα που έχω μ’ αυτές τις ηχογραφήσεις είναι ότι έγιναν όταν ο Jaco είχε αρχίσει να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας. Για όσους από εμάς τον γνωρίζαμε για πολύ καιρό, μας έβγαζε πραγματικά εκτός ισορροπίας. Απλώς ακούω ότι δεν ήμασταν τόσο συγκεντρωμένοι ή τόσο άνετοι, και νομίζω ότι η μουσική ακουγόταν καλύτερα όταν όλοι είχαμε αυτοπεποίθηση. Υπάρχουν όμως κάποια πράγματα στο Youtube. Υπάρχει μια εμφάνιση του μικρού συγκροτήματος, των Word of Mouth Band στο Toronto (σ.σ.: 02-07-1982) και αυτή είναι αρκετά αντιπροσωπευτική όταν το συγκρότημα ακουγόταν πραγματικά καλά.

 

Πόσο συναισθηματικό ήταν για εσάς να γράψετε τις σημειώσεις στο “The Birthday Concert”;

Ο αρχικός μηχανικός ήχου, ο Peter Yianilos, μαζί με τον τότε manager του Jaco, έναν τύπο ονόματι Michael Knuckles, ήταν αυτοί που ήταν υπεύθυνοι για την ηχογράφηση, αλλά μετά οι κασέτες μαράζωσαν. Ήξερα γι’ αυτές τις ηχογραφήσεις. Τις είχα σε κασέτα και μετά τον θάνατο του Jaco, άρχισα να βλέπω να κυκλοφορεί το ένα album μετά το άλλο από την περίοδο που ζούσε άστεγος στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Είπα: «Δεν είναι αυτός ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να παρουσιάζεται η κληρονομιά του. Έκανε υπέροχα πράγματα. Ας τα κυκλοφορήσουμε». Επικοινώνησα με την Warner Bros., πήραν την πρωτοβουλία και ήταν μάλλον επιθετικοί στο να αναλάβουν τον έλεγχο των ηχογραφήσεων. Δημιουργήθηκε μια μικρή τριβή με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του Jaco, αλλά όλα αυτά έχουν διευθετηθεί με την πάροδο του χρόνου. Το album, νομίζω,  τα πήγε πολύ καλά γι’ αυτούς. Εγώ έκανα την παραγωγή της μίξης, κάναμε την μίξη μέσα σε δύο πολύ μακρές μέρες με τον ηχολήπτη James Farber και ακολουθήσαμε μια πολύ άμεση προσέγγιση. Είπα: «Δεν θέλω διάφορα reverbs και echoes». Στον Jaco άρεσε να παίζει με reverb και θα χρησιμοποιούσαμε απλώς ένα μόνο reberb στα πάντα, διατηρώντας το πολύ καθαρό και απλό. Ήμουν εκεί και έχοντας ασχοληθεί στενά με το remix αυτού του πράγματος, ένιωσα ότι βρισκόμουν στην εξαιρετική θέση να γράψω για τον Jaco, τα κομμάτια και τους μουσικούς που έπαιξαν σε αυτά. Αφιέρωσα αρκετό χρόνο σ’ όλα αυτά και ήταν πολύ σημαντικό να γίνει σωστά. Οι ηχογραφήσεις των Weather Report για την Legacy Recordings που προήλθαν από το κασετόφωνό μου, μαζί με τις φωτογραφίες που βάζω στο διαδίκτυο και που περιστασιακά περιλαμβάνονται σε βιβλία και άλλες εκδόσεις, όλα προέρχονται από το γεγονός ότι πάντα μ’ ενδιέφερε να καταγράφω τι συνέβαινε εκείνη την εποχή. Έτσι, ένιωσα και νιώθω την ευθύνη να κυκλοφορήσω αυτά τα πράγματα εκεί έξω. Και δεν είναι για τα χρήματα. Έκανα την παραγωγή του “The Birthday Concert”, δεν πήρα πνευματικά δικαιώματα ως παραγωγός ή ποσοστά. Πληρώθηκα για να κάνω το remix και αυτό ήταν λίγο-πολύ όλο. Για να είμαι ειλικρινής, είναι το ίδιο πράγμα με τους Weather Report, αλλά το κύριο ενδιαφέρον μου ήταν ν’ αποδοθεί σωστή η κληρονομιά.

 

Από αριστερά: Bobby Thomas Jr, Jaco Pastorius (χαμηλότερα), Peter Erskine, Eric Clapton & Gary Brooker

Υπάρχει μια ωραία φωτογραφία με εσάς, τον Jaco, τον Bobby Thomas Jr., τον Eric Clapton και τον Gary Brooker (Procol Harum -πλήκτρα, φωνητικά) στο Ελσίνκι το 1980. Πώς προέκυψε αυτό;

Ήμασταν στο Ελσίνκι κάνοντας πρόβες για την έναρξη της περιοδείας και το συγκρότημα του Clapton τελείωνε την περιοδεία στο Ελσίνκι. Είχαμε τον ίδιο booking agent, οπότε μας κάλεσαν σε ένα πάρτι στο τέλος της περιοδείας σε κάποιο ξενοδοχείο, οπότε τελειώσαμε τις πρόβες και ο Jaco, ο Bobby Thomas και εγώ πήγαμε σ’ αυτό το ξενοδοχείο και συμμετείχαμε σ’ αυτό το πάρτι. Ήμουν πιο ενθουσιασμένος που γνώρισα τον Gary παρά τον Clapton. Μ’ άρεσαν οι Blind Faith, αλλά ποτέ δεν ήμουν μεγάλος οπαδός του Clapton -ίσως είμαι ακόμα λιγότερο τώρα. Απλώς δεν μ’ αρέσουν οι πολιτικές του απόψεις. Αλλά ο Gary ήταν πολύ ευγενικός και ενδιαφέρων τύπος για να μιλήσεις.

 

Ο Gary Brooker σας έδειξε ένα κόλπο που κάνουν στις pub.

Ναι, ήξερε ένα κόλπο που κάνουν στις pub. Μου ζήτησε να κρατήσω ένα άδειο ποτήρι και μετά βρέθηκε αρκετά βήματα μακριά μου, με την πλάτη γυρισμένη και πέταξε ένα παγάκι πάνω από τον ώμο του και αυτό προσγειώθηκε τέλεια μέσα στο ποτήρι. Και το έκανε ξανά και ξανά. Τον ρώτησα: «Πώς έμαθες να το κάνεις αυτό;» και μου απάντησε απλώς: «Περνούσα πολλή ώρα στις pub» (γέλια). Φαντάζομαι ότι πιθανότατα υπήρχαν πολλά παγάκια στα πατώματα των pub που επισκεπτόταν όλα αυτά τα χρόνια.

 

Ήταν λίγο περίεργο να κάνετε μαθήματα drums στον Neil Peart (Rush) το 2007;

Όχι, καθόλου περίεργο. Εκείνη την εποχή ήμουν καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνια και αν κάποιος έρχεται σε μένα και θέλει να μάθει κάτι, χαίρομαι να τον διδάξω. Ήταν καλός μαθητής. Μίλησα γι’ αυτό δημόσια μόνο επειδή μίλησε εκείνος. Έχω συνεργαστεί και με μερικούς άλλους drummers, αλλά δεν θέλω να μιλήσω γι’ αυτό επειδή είμαι σαν γιατρός, το κρατάω εμπιστευτικό. Ο Neil ήθελε να πάρει μερικές συμβουλές που θα τον βοηθούσαν να απελευθερωθεί όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι jazz drummers συνήθως προσεγγίζουν τα πράγματα, που ήταν διαφορετικός από τον τρόπο που τα προσέγγιζε ο ίδιος. Θέλω να πω, εγώ δεν μπορώ ποτέ να κάνω αυτό που έκανε ο Neil. Δεν μπορώ ποτέ να παίξω solo σε μια αρένα και να κρατήσω το ενδιαφέρον και τον ενθουσιασμό σε 80.000 ανθρώπους. Αυτός είχε αυτό το χάρισμα και την ικανότητα. Ήθελε απλώς να μάθει λίγα περισσότερα για κάποια jazz πράγματα με τα οποία δεν είχε την ευκαιρία ν’ ασχοληθεί όταν ήταν νεότερος. Αυτά είναι όλα όσα του έδειξα.

 

Neil Peart (Rush) & Peter Erskine

Έχετε αναμνήσεις από το Havana Jam στην Κούβα το 1979 με τους Weather Report;

Ναι, θέλω να πω, τράβηξα πολλές φωτογραφίες. Ήταν υπέροχο που γνώρισα μερικούς από τους μουσικούς εκεί, και νομίζω ότι ο αγαπημένος μου νέος φίλος εκείνη την εποχή ήταν ο Rubén Blades -είμαστε φίλοι από τότε. Απλώς μιλήσαμε και ήμουν ένας από τους λίγους τζαζίστες που τον αναγνώρισαν και είχαν ακούσει τα τραγούδια του πριν από την Κούβα. Νομίζω ότι η κύρια ανάμνησή μου απ’ αυτό είναι ότι μετακόμισα στο Los Angeles για να ενταχθώ στους Weather Report και ήμουν τόσο απασχολημένος προσπαθώντας να μπω στη σκηνή του Los Angeles, στην σχέση με την κοπέλα μου και όλα αυτά, που δεν εξασκούμουν. Έτσι, όταν παίξαμε τη συναυλία, ήταν ένα μικρό σοκ για το σύστημά μου. Απλώς βυθίζεσαι σε κάτι που έχει τόση ενέργεια μετά από τρεις μήνες που δεν αφιέρωσα πολύ χρόνο στο όργανο. Πρώτον, ένιωσα ότι είχα απογοητεύσει το συγκρότημα, και αυτές οι στιγμές, είναι μια ευκαιρία για μας να μάθουμε περισσότερα -είτε για τον εαυτό μας είτε γι’ αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε. Έτσι, μου έδωσε ένα καλό μάθημα για τη σημασία της εξάσκησης. Αυτή είναι η κύρια ανάμνησή μου από την Κούβα. Επίσης, υπήρχε μια πραγματική αποσύνδεση μεταξύ αυτού που έμοιαζε να είναι η ιδέα του Havana Jam και των τοπικών αρχών: Δεν προσκάλεσαν το ευρύ κοινό,  προσκάλεσαν πολιτικούς. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς δεν ήρθαν καν στη συναυλία, και μετά προσπαθούσαν μανιωδώς να γεμίσουν την αίθουσα. Πολλοί Κουβανοί είχαν πολύ ανάμεικτα συναισθήματα για όλο αυτό, επειδή, ιδανικά, ήταν μια υπέροχη ευκαιρία. Αλλά, ξέρεις, ως συνήθως, οι πολιτικοί μπλέχτηκαν εκεί και τα έκαναν θάλασσα.

 

Παρεμπιπτόντως, σας άρεσε το ντοκιμαντέρ “Jaco” (2014);

Υπάρχουν δύο. Υπάρχει το ανεπίσημο (σ.σ: “Jaco Pastorius – The Lost Tapes Documentary” -2021) στο Διαδίκτυο που έχει ένα πολύ ωραίο μεγάλο encore με τον Joe Zawinul και μετά υπάρχει αυτό που έκανε ο Robert Trujillo (σ.σ: Metallica -μπάσο) και δούλεψα λίγο με τον Robert σε αυτό. Νομίζω ότι έκαναν πολύ καλή δουλειά. Μίλησα με τον Robert αφού το είδα και το είπα στη γυναίκα μου -το είπα και στους δύο: «Ένιωσα σαν να είχα περάσει μία ή δύο ώρες με τον παλιό μου φίλο». Θεώρησα ότι η χρήση του παλιού υλικού ήταν πολύ καλή. Δεν είναι εύκολο να πεις την ιστορία του Jaco. Είτε θα παραλείψεις πράγματα, είτε θα συμπεριλάβεις πάρα πολλά από τα μέρη που δεν είναι όπως θα έπρεπε να τον θυμούνται. Ήταν ένας λαμπρός μουσικός, ένας σπουδαίος συνθέτης, και νομίζω ότι είχε μια δύσκολη παιδική ηλικία, με τους γονείς του να παίρνουν διαζύγιο και να πρέπει να ζει μέσα σ’ αυτή την τριβή. Λυπάμαι για τα παιδιά των οποίων οι γονείς παίρνουν διαζύγιο. Νομίζω ότι μπορεί να το κάνει πολύ πιο δύσκολο να μεγαλώσει ένα παιδί με εμπιστοσύνη και αυτοπεποίθηση. Ήμουν πολύ τυχερός. Οι γονείς μου ήταν πραγματικά υποστηρικτικοί και είχα αρκετή αυτοπεποίθηση σ’ αυτό που κάνω και ελπίζω ότι μπόρεσα να προσφέρω το ίδιο και στα παιδιά μου. Η κόρη μου (σ.σ: Maya Erskine) είναι μια πολύ γνωστή ηθοποιός και ο γιος μας (σ.σ: Taichi Erskine) είναι μοντέρ, οπότε είναι και οι δύο στην κινηματογραφική και τηλεοπτική βιομηχανία εδώ στο Hollywood. Στο τηλέφωνο (σ.σ: χτύπησε νωρίτερα κατά τη διάρκεια της συνομιλίας μας), ήταν στην πραγματικότητα η κόρη μου που κάλεσε, θα την πάρω από το αεροδρόμιο αργότερα.

 

Ήταν μια ενδιαφέρουσα εμπειρία να περιοδεύσετε με τους Steely Dan το 1993;

Ναι, ήταν διασκεδαστικό. Τα παιδιά μου το απόλαυσαν. Το αντιμετώπισα σαν μια συναυλία ρεπερτορίου (σ.σ: παραμένοντας δηλαδή πιστός στο πρωτότυπο). Δεν ήθελα να προσπαθήσω να επιβάλω υπερβολικά τους ρυθμούς μου στα drums. Θα ήταν αδύνατο να βελτιώσω τους ρυθμούς στα drums που σκέφτηκαν οι Jeff Porcaro, Jim Keltner, Bernard Purdie, Steve Gadd ή ο Rick Marotta. Λοιπόν, μπορούσα να διαμορφώσω κάποια από τα solo πράγματα εδώ κι εκεί. Νομίζω ότι ο Walter Becker (μπάσο, κιθάρα, φωνητικά) ήταν υπεύθυνος που με έφερε εκεί. Αυτός κι εγώ είχαμε συνεργαστεί αρκετά. Στον Donald Fagen (φωνητικά, πλήκτρα) άρεσε. Κατά τη γνώμη μου, στην πρώτη περιοδεία υπήρχε ίσως το καλύτερο συγκρότημα,. Είχαμε τους Chris Potter, Bob Sheppard και Cornelius Bumpus στα σαξόφωνα, τον Warren Bernhardt στα πλήκτρα, τον Bill Ware στο βιμπράφωνο, τον Tom Barney στο μπάσο, τον Drew Zingg, ο οποίος ήταν καταπληκτικός κιθαρίστας, και εμένα στα drums. Ήταν ένα καλό συγκρότημα.

 

Peter Erskine, Joni Mitchell, Jaco Pastorius & Herbie Hancock

Ήταν οι Donald Fagen και Walter Becker εύκολοι άνθρωποι για να συνεργαστείς μαζί τους;

Ο Walter ήταν αρκετά εύκολος, ο Fagen ήταν κυκλοθυμικός. Ήταν εντάξει. Θέλω να πω, ο Donald είχε να μου δώσει περισσότερες οδηγίες απ’ ό,τι ο Walter. Ο Donald δεν ήταν 100% ικανοποιημένος με τον τρόπο που το έκανα, γι’ αυτό και τελικά απολύθηκα. Μετά, προσέλαβαν τον Dennis Chambers και μετά απέλυσαν τον Dennis και προσέλαβαν τον Ricky Lawson και τελικά κατέληξαν στον Keith Carlock. Νομίζω ότι ο Keith είναι ο τέλειος drummer για τον Donald Fagen: Είναι συναρπαστικός, είναι εντυπωσιακός, είναι ανορθόδοξος και έχει αρκετό χάρισμα. Όπως ανέφερα, δεν μ’ ενδιέφερε να προσπαθήσω να το κάνω αυτό. Μ’ ενδιέφερε περισσότερο να προσπαθήσω να είμαι πιστός στην αναδημιουργία αυτών των κομματιών. Είχα μια μπότα που είχε βάθος μόνο 14 ίντσες, το drum set ήταν αρκετά τυπικό όσον αφορά το τι θα μπορούσε να παίξει ένας drummer στις ηχογραφήσεις τους. Έτσι, η προσέγγισή μου ήταν αυτή και ό,τι και να έλεγε ο Donald, δεν την άλλαξε ουσιαστικά. Εγώ έτσι ήθελα να το κάνω και εκείνος ήθελε κάτι άλλο, οπότε, μετά πήραν τον Dennis και εγώ βγήκα εκτός. Με έφεραν πίσω το 1995, έκανα μερικές ακόμη συναυλίες, συμπεριλαμβανομένης της εμφάνισης στον David Letterman στο “Josie”. Μ’ έφεραν πίσω για να κάνω αυτές τις συναυλίες στη Νέα Υόρκη, καθώς κι εκείνη την τηλεοπτική εκπομπή.

 

Πόσο έχει αλλάξει η προσέγγισή σας στα drums με τα χρόνια;

Είναι μια συνεχής εξελικτική διαδικασία. Νομίζω ότι τώρα παίζω καλύτερα από ποτέ, επειδή σέβομαι και εμπιστεύομαι τη μουσική πολύ περισσότερο. Καταλαβαίνω επίσης πολύ περισσότερα για τον τόνο και την ψυχολογία του να παίζεις με άλλους μουσικούς. Πριν από λίγα χρόνια, κάποιος μου έκανε την ίδια ερώτηση και απάντησα: «Όταν ήμουν νέος, έπαιζα σαν να εξαρτιόταν όλη μου η ζωή από αυτό. Τώρα παίζω σαν να εξαρτώνται οι ζωές των άλλων ανθρώπων από αυτό». Σκέφτηκα ότι ήταν μια έξυπνη απάντηση. Αλλά ο στόχος είναι να συνεχίζω να βελτιώνομαι στη ζωή και εξακολουθώ να είμαι σε θέση να το κάνω αυτό, οπότε το να παίζω drums είναι ακόμα ενδιαφέρον. Νομίζω ότι αν ποτέ νιώσω ότι έχω σταματήσει να μαθαίνω και δεν βελτιώνομαι πλέον, τότε δεν θα έχει ενδιαφέρον να το κάνω πια.

 

Πόσο χρήσιμη ήταν η περίοδος που πήγατε στο Stan Kent Music Camp για την μετέπειτα καριέρα σας;

Ήταν η αρχή. Γνώρισα πολλούς μουσικούς. Στην πρώτη κατασκήνωση που συμμετείχα, δεν τους γνώριζα τότε, αλλά περιλάμβανε άλλους νέους μουσικούς όπως τον Keith Jarrett (πιάνο), τον Randy Brecker, τον David Sanborn (σαξόφωνο), τον Don Grolnick (πιάνο), τον Lou Marini Jr. (σαξόφωνο). Έτσι, ήμουν πολύ τυχερός, που μπήκα στο σύστημα της μουσικής εκπαίδευσης σε μια υπέροχη στιγμή. Μπορούσα ακόμα να περιοδεύω με big bands όταν έγινε αρκετά μεγάλος (18) ώστε να το κάνω. Αυτή ήταν η πόρτα για να κάνω καριέρα, να είμαι μουσικός της jazz. Κατάφερα να κάνω ηχογραφήσεις στο studio και περιοδείες. Ίσως άργησα μερικά χρόνια σε σχέση με κάποιους μεγαλύτερους σε ηλικία συναδέλφους, αλλά πήρα μια καλή γεύση απ’ όλα αυτά τα διαφορετικά πράγματα. Η κατασκήνωση ήταν σημαντική επειδή, εκείνη την εποχή, η jazz εκπαίδευση στα σχολεία ήταν αρκετά σπάνια και δύσκολο να την βρεις. Έτσι, κάθε καλοκαίρι έπαιρνα την jazz δόση μου και μπορούσα να μάθω από μερικούς από τους καλύτερους μουσικούς στον κόσμο.

 

Ο Ron Carter (Miles Davis Quintet -κοντραμπάσο) μου είπε πριν από τρία χρόνια ότι το πρώτο take στο studio είναι πάντα το καλύτερο, επειδή την πρώτη φορά παίζεις την μουσική, τη δεύτερη φορά παίζεις τον εαυτό σου. Συμφωνείτε με αυτό;

Ναι, νομίζω ότι ο Ron είχε δίκιο. Είναι τόσο σπουδαίος μουσικός. Το πρώτο take με τον Ron είναι τόσο καλό που θα ήσουν ανόητος να μην το χρησιμοποιήσεις, επειδή είναι το πιο ειλικρινές. Συχνά, αυτό που συμβαίνει είναι ότι είτε παίζεις τον εαυτό σου είτε μιμείσαι αυτό που έκανες στο πρώτο take. Το συνειδητοποιείς, σκέφτεσαι: «Εντάξει, θα διορθώσω αυτό ή εκείνο». Μερικές φορές, η δεύτερη ηχογράφηση είναι καλή. «Εντάξει, αυτό λέει η μουσική». Δεν το πετυχαίνω πάντα με την πρώτη, ειδικά αν πρόκειται για νέο μουσικό κομμάτι. Ο Ron Carter πιθανότατα έχει συμμετάσχει σε περισσότερες ηχογραφήσεις απ’ οποιονδήποτε άλλο μουσικό που μπορώ να σκεφτώ και ακούγεται πάντα υπέροχος. Δεν τον άκουσα ποτέ να ακούγεται άσχημα.

 

Ο Tony Williams (ντραμς) ήρθε από τη Βοστώνη και μπήκε στο συγκρότημα του Miles Davis όταν ήταν 17 ετών. Υπάρχουν τέτοιες ευκαιρίες στις μέρες μας;

Εκτός αν υπάρχει άλλος Miles Davis εκεί έξω, δεν είμαι σίγουρος. Οι νέοι μουσικοί σήμερα είναι απίστευτοι. Μπορούν να παίξουν πράγματα που δεν μπορούσαμε καν να φανταστούμε στην ηλικία τους. Έτσι, κάτι σωστό κάνουμε όσον αφορά την εκπαίδευση και τα μέσα ενημέρωσης. Οι άνθρωποι μπορούν να ακούσουν και να μάθουν απ’ όλα τα είδη μουσικής, αλλά είναι ένας πολύ διαφορετικός κόσμος: Τα jazz συγκροτήματα τότε έπαιζαν 50 εβδομάδες το χρόνο, έξι ή επτά νύχτες την εβδομάδα, ίσως τρία sets την βραδιά, συχνά απέναντι σε άλλα σπουδαία συγκροτήματα. Έτσι, το επίπεδο παιξίματος ήταν εξαιρετικά υψηλό, και τώρα κάνεις ίσως δώδεκα jazz συναυλίες -ή είκοσι ή τριάντα- αντί για 300. Δεν μπορείς να συγκρίνεις αυτό που έκανε αυτός ο χρόνος παιξίματος και η εμπειρία σ’ αυτούς τους μουσικούς. Έτσι, οι jazz μουσικοί βρίσκονται σε μειονεκτική θέση, απλώς δεν μπορούμε να βγάλουμε τα προς το ζην παίζοντας jazz όλο το χρόνο. Πρέπει να πάω να παίξω drums σε ταινίες όπως το “La La Land” (2016) ή οτιδήποτε άλλο. Γράφω βιβλία, δίδασκα στο πανεπιστήμιο. Πρέπει να κάνουμε διαφορετικά πράγματα για να βγάλουμε τα προς το ζην και μαθαίνω κάθε φορά που κάνω διαφορετικά πράγματα. Δεν παραπονιέμαι, αλλά είναι απλώς μια διαφορετική πραγματικότητα. Τώρα, με την Τεχνητή Νοημοσύνη και όλα τ’ άλλα, δεν έχω ιδέα πώς θα είναι η μουσική βιομηχανία. Υπάρχει μια μεγάλη συζήτηση σε εξέλιξη τώρα για το «Πρέπει οι μαθητές να πάνε στο πανεπιστήμιο;» Νομίζω ότι πρέπει. Νομίζω ότι το πανεπιστήμιο είναι σημαντικό όχι μόνο γι’ αυτά που μαθαίνεις για τη μουσική, αλλά και για αυτά που μαθαίνεις για τη ζωή και για την ίδια τη διαδικασία της μάθησης: Να μπορείς να καθίσεις, να διαβάσεις ένα βιβλίο και να πάρεις κάτι από αυτό, ή να καθίσεις, να διαβάσεις οδηγίες και να καταλάβεις τι σου λένε. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί ώστε να μην μας επιτρέψουν να γλιστρήσουμε σε έναν μετα-εγγράμματο κόσμο, αλλά δεν θα ‘θελες να μιλήσουμε γι’ αυτό.

 

Υπήρχε κάποιο είδος ανταγωνισμού στις δεκαετίες του ‘70 και του ‘80 ανάμεσα σ’ εσάς και drummers όπως ο Steve Gadd (Eric Clapton, Steely Dan) και ο Jeff Porcaro (Toto, Steely Dan);

Όχι. Δηλαδή, νομίζω ότι γνώρισα τον Steve όταν ήμουν 15 ετών και απλώς τον θαύμαζα. Γνώρισα τον Jeff όταν ήμουν στην μπάντα του Maynard Ferguson. Ο πατέρας του ήταν ένας από τους πιο ευγενικούς ανθρώπους με τους οποίους έχω συνεργαστεί ποτέ ή έχω γνωρίσει. Το παίξιμο τόσο του Jeff όσο και του Steve ήταν τόσο καλό. Έκλαψα πραγματικά ακούγοντας ένα album στο οποίο συμμετείχε ο Jeff (σ.σ: αναφέρεται στο τραγούδι “That’s Why” από το “If That’s What It Takes” Michael McDonald -1982). Εν μέρει, έκλαψα επειδή το παίξιμό του ήταν τόσο τέλειο και εν μέρει έκλαψα επειδή συνειδητοποίησα ότι δεν θα μπορέσω ποτέ να κάνω αυτό που κάνει αυτός. Έτσι, το να πρέπει να εγκαταλείψω ένα μέρος της ταυτότητάς μου ήταν, τελικά, αρκετά απελευθερωτικό. Αλλά συντηρούσα την ιδέα ότι θα μπορούσα να είμαι ο καλύτερος drummer σε κάθε είδος μουσικής. Έπειτα, χάρη στον Jeff και αργότερα και στον Steve, συνειδητοποίησα: «Όχι, δεν μπορώ -και δεν είναι αυτό το ζήτημα». Υπάρχει κάποιο μεγάλο βραβείο που κερδίζεις στο τέλος της ζωής σου; Δεν νομίζω!

 

Peter Erskine & Jaco Pastorius

Ο “Blue” Lou Marini (Blues Brothers, Eric Clapton, Levon Helm -σαξόφωνο) μου είπε ότι αυτός και ο Lew Soloff (Blood, Sweat & Tears -τρομπέτα) διάβαζε ο ένας την σκέψη του άλλου: Έπαιζαν το ίδιο πράγμα ακριβώς την ίδια στιγμή ή διάβαζαν ένα μέρος και κάθε φορά που το έπαιζαν, για 100 συνεχόμενες φορές, έπαιζαν αυτή τη νότα στακάτο και ξαφνικά ένα βράδυ έπαιζαν και οι δύο τη νότα λάθος. Έχετε βιώσει ποτέ το ίδιο με μουσικό με τον οποίο παίξατε μαζί;

Ναι, προσπαθώ να το βιώνω αυτό κάθε βράδυ με διαφορετικούς μουσικούς. Αλλά δεν είναι μαγεία, είναι απλώς ακρόαση. Αν ακούς πραγματικά αυτό που σου λέει κάποιος, μπορείς να ολοκληρώσεις την πρότασή του. Αν δεν ακούς πραγματικά και απλώς θέλεις να προσθέσεις το δικό σου φινάλε, ό,τι και να λέει, τότε δεν είναι απόλυτα ταιριαστό. Οπότε, ναι, με κάποιους μουσικούς έχουμε μια πραγματικά φυσική χημεία και ο Soloff ήταν μοναδικός. Ήταν πραγματικά σπουδαίος. Μ’ όλους τους μουσικούς με τους οποίους συνεργάζομαι αυτή τη στιγμή, νιώθω έτσι. Είτε είναι τηλεπαθητικό είτε όχι, τις περισσότερες φορές στέλνουμε ανεπαίσθητα μικρά σήματα. Νομίζω ότι έχει να κάνει πραγματικά με την τέχνη της ακρόασης.

 

Ένα τεράστιο «ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ» στον κύριο Peter Erskine για τον χρόνο του.

Official Peter Erskine website: https://www.petererskine.com/

Office Peter Erskine Facebook page: https://www.facebook.com/PeterErskineDrummer/

 

 

- Advertisement -

Latest articles

Related articles