HIT CHANNEL ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: Φεβρουάριος 2026. Είχαμε την μεγάλη τιμή να μιλήσουμε μ’ έναν θρυλικό μπασίστα: τον Mark Egan. Είναι περισσότερο γνωστός ως ιδρυτικό μέλος των Pat Metheny Group και Elements. Έχει παίξει επίσης με τους Gil Evans Orchestra, Sting, Bill Evans (Miles Davis -σαξόφωνο), John McLaughlin, John Abercrombie, Randy Brecker, Larry Coryell, Pat Martino, “Blue” Lou Marini, Joe Beck, Joan Osborne, Sophie B. Hawkins, Roger Daltrey και άλλους. Το 2024, κυκλοφόρησε το πιο πρόσφατο solo album του που ονομάζεται “Cross Currents” με τους Shawn Pelton (Bob Dylan, Rod Stewart -drums) και Shane Theriot (Hall & Oates, Dr. John -κιθάρα) από την δισκογραφική του Wavetone Records. Διαβάστε τα πολύ ενδιαφέροντα πράγματα που μας είπε:
Συγχαρητήρια για το album “Cross Currents”! Είναι καταπληκτικό. Δώστε μας μερικές πολύ βασικές πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία σύνθεσης και ηχογράφησης του “Cross Currents”;
Ναι, άρχισα να γράφω γι’ αυτό το 2023. Ήθελα να κάνω έναν trio δίσκο και ήθελα να τον κάνω περισσότερο rock/funk απ’ τους συνήθεις πολύ αιθέριους δίσκους μου. Είχα στο μυαλό μου τ’ άτομα: Τον Shane Theriot, τον κιθαρίστα, κατάγεται από τη Νέα Ορλεάνη, με τον οποίο έπαιζα και παλιότερα, ήταν σ’ έναν από τους δίσκους μου με τίτλο “Dreaming Spirits” (2017), ο οποίος ήταν ένας δίσκος ως co-leader με τον Arjun Bruggeman, ο οποίος παίζει tabla. Επίσης, έπαιζα για πολλά χρόνια με τον drummer που παίζει στο Saturday Night Live, τον Shawn Pelton. Έτσι, μ’ αυτούς τους δύο ήμουν πραγματικά χαρούμενος που μπόρεσα να ηχογραφήσω αυτό τον trio δίσκο. Ο Shane έγραψε μερικά από τα τραγούδια και επίσης συν-γράψαμε και μερικά τραγούδια γι’ αυτό, και ο Shane Pelton έγραψε ένα τραγούδι. Το ηχογραφήσαμε στο Connecticut σ’ ένα studio που ονομάζεται Power Station New England, το οποίο είναι αντίγραφο του Power Station στη Νέα Υόρκη. Είναι ένα εξαιρετικό studio και το ηχογραφήσαμε σε δύο μέρες και το μιξάραμε και κάναμε τα πάντα. Έτσι, ήταν ένας φανταστικός δίσκος και πάλι, ήταν ένας τρόπος να επικεντρωθώ σε μια πλευρά του παιξίματος μου που δεν έχω στους δικούς μου solo δίσκους. Ήταν περισσότερο ένα είδος δίσκου προσανατολισμένου στο groove και ήμουν πολύ χαρούμενος μ’ αυτό που έφεραν ο Shane και ο Shawn στο project. Είναι καταπληκτικοί μουσικοί και ήταν πραγματικά σπουδαίο project.
Μου αρέσει πολύ το “Sand Castles” από το “Cross Currents”. Πείτε μας όλα όσα πρέπει να γνωρίζουμε γι’ αυτό το κομμάτι.
Είναι ένα είδος εκτέλεσης του “Castles Made of Sand” του Jimi Hendrix. Το ονόμασα απλώς “Sand Castles”. Όχι ότι προσπάθησα να το αντιγράψω, αλλά έχει μια αίσθηση από Jimi Hendrix. Άρχισα να παίζω με το groove. Πολλές φορές όταν γράφω, θα βρω ένα groove στον υπολογιστή μου εδώ πίσω μου. Αυτή τη στιγμή, βρίσκομαι στη Florida. Περνάω τους χειμώνες στη Florida και τα καλοκαίρια στην περιοχή του Connencticut, στην περιοχή της Νέας Υόρκης, αλλά και από τα δύο μέρη πετάω προς οπουδήποτε. Έτσι, έχω την έδρα μου εδώ γι’ αυτούς τους μήνες. Επιστρέφοντας στο “Sand Castles”, μπορούσα να παίξω την μελωδία στο άταστο μπάσο, αλλά εξακολουθεί να έχει ένα έντονο groove και το solo μέρος είναι μια νύξη στο “All Along the Watchtower”, όσον αφορά τις αλλαγές στις συγχορδίες, αλλά τις τροποποίησα στη μέση κάθε solo, οπότε, έχει συνεχώς την αίσθηση ότι ανεβαίνει και κάνει μια αλλαγή και ήταν διασκεδαστικό να το παίξω. Ήταν ένα πολύ «τραγουδιστικό» τραγούδι για μένα. Χαίρομαι που σ’ άρεσε και το ‘πιασες.
Μπορείς σχεδόν να τραγουδήσεις την μελωδία του μπάσου σε αυτό.
Ναι, νομίζω ότι αυτό το στοιχείο του παιξίματος μου περιέχεται σε πολλά από τα albums μου, αλλά ειδικά σ’ αυτό, επειδή είναι τόσο εκτεθειμένο: Δεν υπάρχει σαξόφωνο να παίζει την μελωδία. Γενικά όταν παίζω μπάσο, κάτι στο οποίο εστιάζομαι πολύ και αφιερώνω πολύ χρόνο, είναι ν’ αναπτύξω τον τρόπο να παίζω μια μελωδία στο μπάσο και ειδικά στο άταστο μπάσο, αλλά και στο μπάσο με τάστα, δεν έχει σημασία, θέλω να είναι σαν μια φωνή, σαν να τραγουδάω μέσα από το όργανο. Αυτός είναι ο απώτερος στόχος μου, απλώς να κάνω αυτό και να μην σκέφτομαι, απλώς να τραγουδάω αλλά μέσα απ’ το όργανο. Νομίζω ότι πολύ απ’ αυτό προέρχεται από το γεγονός ότι όταν μεγάλωνα ήμουν αρχικά τρομπετίστας στο γυμνάσιο και το λύκειο και στη συνέχεια, όταν άρχισα να σπουδάζω μουσική στο Πανεπιστήμιο του Miami, σπούδασα jazz εκεί, είχα ειδικότητα στην τρομπέτα, αλλά άλλαξα την ειδικότητά μου και πήγα στο μπάσο επειδή έπαιζα μπάσο από τα 15 μου, έτσι κι αλλιώς, οπότε, οφείλεται πολύ σ’ αυτό. Όταν παίζεις κάτι όπως την τρομπέτα, έχεις πολύ καλή επίγνωση του πώς να εκφράζεις μια μελωδία. Ένα αστείο πράγμα που έμαθα παίζοντας με τον Pat Metheny, ειδικά με το Pat Metheny Group, ήταν το πόσο ωραίος ήταν ο Pat στο να εκφράζει μια μελωδία, πώς θα παίζαμε και θα προσεγγίζαμε τις νότες από πάνω και από κάτω. Είναι λοιπόν κάτι στο οποίο δίνω μεγάλη προσοχή προσπαθώντας να εκφράσω πραγματικά μια μελωδία.
Τι έφεραν οι Shawn Pelton (Bob Dylan, Rod Stewart -drums) και Shane Theriot (Hall & Oates, Dr. John –κιθάρα) στο album “Cross Currents”;
Όπως ανέφερα νωρίτερα, είναι και οι δύο απίστευτα ταλαντούχοι μουσικοί. Γνώριζα τον Shane από παλιότερα μέσω άλλων δίσκων που έχω κάνει και κάποιου άλλου παιξίματος στην περιοχή της Νέας Υόρκης. Φέρνει πολλές από τις ρίζες του από τη Νέα Ορλεάνη, αλλά είναι επίσης ένας πολύ βαθιά αρμονικός μουσικός στον χώρο της jazz, γνωρίζει την παράδοση της jazz και άκουσε και μελέτησε ανθρώπους όπως ο John Scofield και ο Pat Metheny και γνωρίζει πολύ καλά αρμονικά αυτό που ακούει και είναι επίσης σπουδαίος συνθέτης. Δεν έφερε μόνο το υπέροχο παίξιμό του, αλλά ως συνθέτης συνέβαλε στο πρώτο τραγούδι που είναι το “Ponchatrain”, το εναρκτήριο κομμάτι, οπότε, γράφτηκε απ’ τον ίδιο και αυτό δημιούργησε όλη την ατμόσφαιρα ολόκληρου του δίσκου. Του έδωσε ένα υπέροχο groove, αλλά ταυτόχρονα είχε και ωραία ροή. Συνέβαλε όπως προανέφερα και σε άλλα τραγούδια και είναι επίσης παραγωγός. Συνεργάζεται με τον Daryl Hall από τους Hall & Oates ως μαέστρος. Συνεργάστηκε με τον Dr. John ως παραγωγός. Δεν είναι απλώς ένας μουσικός. Είναι παραγωγός, ενορχηστρωτής και συνθέτης, οπότε έφερε όλα αυτά τα στοιχεία στο δίσκο. Είναι επίσης ένας πολύ καλός άνθρωπος, έχει διαίσθηση και ακούει. Φέρνει καλές ιδέες και είναι πάντα πρόθυμος να δοκιμάσει νέα πράγματα. Γι’ αυτή τη συγκεκριμένη ηχογράφηση, προβάραμε μια φορά στο home studio μου, το οποίο βρίσκεται κοντά στο studio στο Connecticut, οπότε απλώς περάσαμε μια μέρα.
Κάνω ένα πρόχειρο περίγραμμα του τραγουδιού, ένα demo και μετά γράφω παρτιτούρα, δεν ακολουθεί το demo, αλλά είναι μια ενορχήστρωση για το τι νομίζω ότι θα κάνουν στο studio. Είμαι πάντα ευέλικτος, οπότε έχω γράψει παρτιτούρες με τη συγχορδία, τη μελωδία, τη φόρμα και τα επαναλαμβανόμενα μέρη. Αφήνω τα πράγματα χαλαρά, έτσι ώστε αν δούμε μπαίνοντας στο studio ότι αυτό το τμήμα πρέπει να είναι 8 μέτρα μεγαλύτερο ή απλώς να κόψουμε 2 μέτρα, το κάνουμε. Έτσι, ο Shane έκανε την προετοιμασία του και ο Shawn Pelton, ο drummer, έχω δουλέψει πολύ μαζί του όλα αυτά τα χρόνια από τις αρχές της δεκαετίας του ‘90, νομίζω, όταν μετακόμισε για πρώτη φορά στη Νέα Υόρκη. Έκανα πολλή δουλειά μαζί του σε ηχογραφήσεις, σε studio ηχογράφησης και, όπως ξέρεις, έχει παίξει με τους πάντες, από τον Bruce Springsteen μέχρι τον Pavarotti, είναι ο μόνιμος drummer στο Saturday Night Live εδώ και 34 χρόνια. Είναι λοιπόν καταπληκτικός παίκτης του groove, αλλά είναι επίσης μεγάλος γνώστης ολόκληρου του μουσικού κόσμου, είναι τόσο επιμελής και έχει κάνει τόση δουλειά εκ των προτέρων. Τους έστειλα τις παρτιτούρες δύο εβδομάδες πριν κάνουμε τις ηχογραφήσεις και ήρθε και τα είχε όλα σημειωμένα, ήξερε το είδος του βασικού groove που θα έπαιζε, έτσι, όταν προβάραμε εκείνο το απόγευμα, είχε έτοιμο ολόκληρο το groove των drums, οπότε, μου το έκανε πολύ εύκολο επειδή είχα γράψει τις μπασογραμμές όπως τη μπασογραμμή του “Cross Currents” (σ.σ: τραγουδάει τη μελωδία): «ΝΤΟΥΜ/μπαντού-ντού ντι-ντιν-ντι-πα-ντίν/ ΠΑΜ/ παντού-ντου-ντίτ» .
Έγραψε μέρη στα drums που ήταν υπέροχα και σκέφτηκε πράγματα που δεν θα είχα σκεφτεί, οπότε, προσάρμοσα τα μέρη μου ώστε να ταιριάζουν με τα δικά του, επειδή ως rhythm section, ειδικά τα drums και το μπάσο, πρέπει να είστε ευέλικτοι, αλλά πρέπει να είστε και σαν ένα. Το γνωρίζει πολύ καλά αυτό και το γνωρίζω κι εγώ, οπότε τα πήγε περίφημα και όταν μπήκαν στο studio, ο Shane έφερε πολλές κιθάρες: Είχε μια Strat, μια 335 Gibson, μερικές ακουστικές κιθάρες, στην πραγματικότητα δικές μου, τις οποίες έφερα, ήταν πιο εύκολο γι’ αυτόν. Έχω μια πολύ ωραία Martin και μια πολύ ωραία Velasquez κιθάρα με nylon χορδές, με τις οποίες έπαιζε. Ο Shawn όταν μπήκαμε στο studio πέρασε μερικές ώρες κουρδίζοντας τα drums του, είχε ένα τεράστιο drum set. Νομίζω ότι μπορείς να τον δεις στο booklet, κάποια απ’ αυτά που έκανε. Είναι τόσο σοβαρός, και οι δύο είναι πολύ σοβαροί τύποι, οπότε, όταν φτάσαμε εκεί, είχαμε μια αποστολή, ξέραμε τι θέλαμε να κάνουμε και μόλις αρχίσαμε να κάνουμε takes και θα έλεγα ίσως κάναμε δύο ή τρεις πρόβες και μετά ηχογραφήσαμε και αυτά είναι τα κομμάτια. Ήθελα να το ενορχηστρώσω, οπότε ο Shawn, ο drummer, πρόσθεσε κρουστά και ίσως ένα επιπλέον drumming μέρος στο ταμπούρο και ο Shane, ο κιθαρίστας, ήθελα να παίξει λίγη ρυθμική κιθάρα από πίσω και μερικές αυξήσεις (σ.σ: swells) στον ήχο, απλώς για να το ενορχηστρώσω, ό,τι ζητούσε το τραγούδι. Απλώς δεν ήθελα να το αφήσω μόνο με τρία άτομα να παίζουν. Ήθελα να είναι ενορχηστρωμένο, οπότε ήταν υπέροχη εμπειρία.
Υπάρχει ποικιλία από είδη μουσικής στο “Cross Currents”. Ήταν μια συνειδητή απόφαση ή προέκυψε φυσικά;
Ήταν πολύ συνειδητή απόφαση. Όταν ετοιμάζαμε τα τραγούδια, είχα στείλει στον Shane και τον Shawn μερικά από τα τραγούδια μου και τους ρώτησα αν ήθελαν να συνεισφέρουν ό,τι ήθελαν και ο Shane μου έστειλε μερικές ιδέες που είχε και ήθελε την συμβολή μου, να συν-γράψουμε κάποια πράγματα. Άκουγα πολύ προσεκτικά γιατί ήθελα να υπάρχει ένα concept και να μην είναι πολύ διαφορετικό και πολύ εσωτεριστικό, οπότε, ένα από τα πράγματα που συναντάς παντού είναι το νήμα του τρόπου με τον οποίο ο Shawn Pelton έπαιζε τα drums του. Το groove του είναι τόσο δυνατό που εμπεριέχεται σ’ όλα, παρόλο που μερικά από τα τραγούδια είναι πιο μπαλαντοειδή όπως το “Sand Castles”, μερικά από τ’ άλλα τραγούδια είναι πιο επιθετικά, αλλά παρόλα αυτά υπάρχει πάντα αυτό το νήμα. Ήθελα να πετύχω ένα είδος bluesy Americana rock, αλλά μ’ έναν πολύ ανοιχτό ήχο τύπου ECM Records στην επιφάνεια, με πολλή ατμόσφαιρα και διαφορετικές κιθάρες και solos και «απλωμένα» πράγματα. Νομίζω ότι κουβαλάει το νήμα των προηγούμενων projects μου, το πώς μου αρέσει να γράφω και να παίζω μελωδίες και solos στο μπάσο, αλλά έφερε επίσης περισσότερα από το rhythm & blues των Shane και Shawn και τα δικά μου rock στοιχεία. Προέρχομαι από το rock αλλά και από την jazz, μεγάλωσα ακούγοντας στα τέλη της δεκαετίας του ‘60 και στις αρχές της δεκαετίας του ‘70 τους Jimi Hendrix, Cream, The Beatles, Led Zeppelin, Rush, Stevie Winwood και όλα τα διαφορετικά συγκροτήματα. Αφήνω μερικούς απ’ έξω, υπάρχουν πολλοί άλλοι που ακούω, αλλά ακούω επίσης πολύ τον Ravi Shankar και τον Miles Davis και όλους τους σπουδαίους μπασίστες επιστρέφοντας στην jazz και επιστρέφοντας στον James Jamerson στο ηλεκτρικό μπάσο. Έτσι, όλες αυτές οι επιρροές υπάρχουν στο παίξιμό μου. Παρόλο που αυτό το “Cross Currents” έχει ένα ευρύ φάσμα από είδη, κάποιος θα έλεγε ότι δεν είναι όλο γεμάτο ενέργεια, υπάρχουν αυξομειώσεις, κάτι που μ’ αρέσει σε έναν δίσκο επειδή σου δίνει (σ.σ: έκπληκτος): «Α, τι είναι αυτό;! Εντάξει, τώρα θα ηρεμήσουμε» και ακούω τα πράγματα κατ’ αυτόν τον τρόπο.
Ήταν ενδιαφέρουσα εμπειρία να παίξετε με τον John Abercrombie στο album σας “As We Speak” (2007);
Α, τον John Abercrombie! Λατρεύω το παίξιμό του, ήμουν πάντα τεράστιος οπαδός του John Abercrombie, από τότε που τον άκουσα στην ECM Records και μετά όταν μετακόμισα στη Νέα Υόρκη, έπαιξα μαζί του: Υπήρχε μια βραδιά all-star κιθάρας με τον John Abercrombie, τον Chuck Loeb, νομίζω ότι ήταν ο John Scofield και ο Vic Juris. Ο John ήταν ανέκαθεν ένας από τους αγαπημένους μου. Έχοντας παίξει με τον Pat Metheny και όντας μέλος των μουσικών της ECM Records, έχοντας ηχογραφήσει κι εγώ με την ECM με τον Pat Metheny, κάναμε δύο δίσκους. Πάντα γνώριζα τον John και λατρεύω το κουαρτέτο του, το trio του, όλες τις ηχογραφήσεις του, και επίσης το Pat Metheny Group περιόδευσε στην Ιαπωνία με το συγκρότημα του John Abercrombie. Ήταν και οι δύο στο billing. Το συγκρότημα του John Abercrombie με τον George Mraz να παίζει μπάσο, τον Richie Beirach στο πιάνο, ο οποίος είναι άλλος ένας που χάσαμε πρόσφατα, ένας σπουδαίος, δεξιοτέχνης μουσικός. Έτσι, όταν ήθελα να κάνω αυτόν τον δίσκο ως trio το 2006-7, σκεφτόμουν: «Θέλω πολύ να παίξω με τον Danny (σ.σ: Gottlieb -drums) και τον John Abercrombie» επειδή είχαμε παίξει λίγο στο παρελθόν και είχαμε εξαιρετική σχέση, οπότε άρχισα να γράφω έχοντας τον John στο μυαλό μου και άρχισα ν’ ακούω τους δίσκους του για ν’ ακούσω την ατμόσφαιρα μέσα στην οποία του άρεσε να παίζει, οπότε έγραψα εμπνευσμένος από αυτόν.
Είχα αρκετά τραγούδια μου που δεν είχαν ηχογραφηθεί και πίστευα ότι θα ταίριαζαν καλά σ’ αυτόν τον δίσκο και ήταν σκέτη ευχαρίστηση. Ηχογραφήσαμε στο studio μου στο Warwick της Νέας Υόρκης, με μηχανικούς ήχου τον Richard Brownstein και τον Jeff Ciampa, έναν εξαιρετικό κιθαρίστα, και το κάναμε σε 3 μέρες και τα περισσότερα, σ’ αυτή την περίπτωση, ήταν πρώτα takes και πολλές από τις συνθέσεις ήταν αυτοσχεδιασμοί που κάναμε εμείς, οπότε όλοι πήραν credits ως συν-συνθέτες. Ένα τραγούδι ονομαζόταν “Summer Sand” και κάθε μέρα ηχογραφούσαμε απλώς το πρώτο πράγμα και προσπαθούσαμε να πετύχουμε τον αυτοσχεδιασμό, επειδή ο John ήταν τόσο καλός σ’ αυτό, ήταν τόσο σπουδαίος αυτοσχεδιαστής καθώς κι ο Danny. Έτσι, όταν το κάναμε αυτό, απλώς ξεκινήσαμε να ηχογραφούμε ψηφιακά και ο Danny μπορεί να σκεφτόταν και ν’ άρχιζε να παίζει (σ.σ: μιμείται έναν γρήγορο ήχο στα drums): Τού-κουτι-τακ-τιν, τού-κουτι-τακ-τιν» και μετά ο John έπαιζε μερικές νότες και στην συνέχεια δεν πιανόμασταν (γέλια). Αντιλαμβανόμουν σε ποια κλίμακα έπαιζε και απλώς ήταν υπέροχο. Πολύ ελεύθερο παίξιμο, αλλά όλοι έχουν τέτοιες ευαισθησίες όσον αφορά τις φόρμες και τη δυναμική και σέβονται και υποστηρίζουν τους άλλους μουσικούς, ενώ ταυτόχρονα ηγούνται των άλλων μουσικών. Έτσι, υπήρχε πραγματικά υπέροχη χημεία μ’ αυτό το trio και ξέρεις, μου αρέσει να παίζω με τον Danny Gottlieb, παίζουμε μαζί τόσα πολλά χρόνια και είμαστε πολύ καλή ομάδα.
Θα μπορούσατε να μας περιγράψετε την καταπληκτική χημεία που έχετε τόσα χρόνια με τον Danny Gottlieb (Pat Metheny Group, Elements –drums) ως rhythm section;
Ο Danny Gottlieb και εγώ γνωριστήκαμε για πρώτη φορά στο Πανεπιστήμιο του Miami στις αρχές της δεκαετίας του ‘70, σπουδάζαμε jazz και παίζουμε μαζί από τότε, έχουν περάσει πιθανώς 55 χρόνια. Στο Miami, στο πανεπιστήμιο, παίξαμε με μια big band, την jazz μπάντα, κάνοντας πολλές συναυλίες στην περιοχή του Miami. Υπήρχαν πολλές ευκαιρίες για τους μουσικούς παίζοντας σε όλα τα ξενοδοχεία στο Miami Beach στις αρχές της δεκαετίας του ‘70. Υπήρχε πολλή δουλειά, όλα τα μεγάλα συγκροτήματα, οι τραγουδιστές εθνικής εμβέλειας, όλα τα συγκροτήματα εθνικής εμβέλειας περνούσαν από αυτά τα ξενοδοχεία και τους συνοδεύαμε και συνήθως ήταν ένας καλλιτέχνης την εβδομάδα, και έπρεπε να μάθεις τη μουσική στην πρώτη πρόβα και μετά την παίζαμε για μία ή δύο εβδομάδες και έκανα πολλά τέτοια με τον Danny, οπότε ήταν εκπαίδευση κατά την εργασία, ενώ κάναμε και πολύ δημιουργικό παίξιμο εκείνη την περίοδο. Έτσι, παίξαμε εκεί και μετά ο Pat Metheny αποφάσισε να δημιουργήσει το Pat Metheny Group του αφού ηχογράφησε το album “Watercolors” το 1977 και ο Danny κι εγώ δουλεύαμε στο Montreal με τον Lew Tabackin, έναν σπουδαίο σαξοφωνίστα, και την Toshiko (σ.σ: Akiyoshi -τη σύζυγο του Tabackin), μια πιανίστρια, παίζαμε live σ’ έναν χώρο εκεί. Θυμάμαι τότε που έπαιζα με τον David Sanborn (σαξόφωνο) στη Νέα Υόρκη, είχα εγκατασταθεί από το 1976 και ο Pat με πήρε τηλέφωνο και με ρώτησε αν ήθελα να ενταχθώ στο συγκρότημα, το Pat Metheny Group, τότε δεν υπήρχε στην πραγματικότητα συγκρότημα, ήταν το πρώτο Pat Metheny Group.
Είχε ηχογραφήσει το δίσκο “Watercolors” με τον Eberhard Weber στο μπάσο, τον Lyle Mays (πιάνο) και τον Danny Gottlieb, οπότε ήθελε να ξεκινήσει ένα νέο συγκρότημα. Στην αρχή, ήταν πολύ δύσκολη απόφαση επειδή, όπως είπα, ήμουν πολύ καθιερωμένος στη Νέα Υόρκη, έκανα πολλή δουλειά στο studio και έπαιζα με το συγκρότημα του David Sanborn, μόλις είχαμε ηχογραφήσει με τον David Sanborn, αλλά προβάραμε μια φορά στη Βοστώνη της Μασαχουσέτης στο σπίτι του Danny με τον Pat και τον Lyle και έμεινα έκπληκτος. Είπα: «Πρέπει να το κάνω, αυτή είναι η πιο δημιουργική μουσική με την οποία έχω ασχοληθεί ποτέ», όχι ότι με τον David Sanborn δεν ήταν δημιουργική, αλλά ήταν κάτι διαφορετικό. Έτσι, αρχίσαμε να παίζουμε. Ο Danny και εγώ, απ’ όλα τα χρόνια του πανεπιστημίου, παίζαμε μαζί με τον Pat Metheny όλα τα χρόνια, για τέσσερα χρόνια 300 συναυλίες το χρόνο στο δρόμο, 300 συναυλίες το χρόνο. Είναι πολλές συναυλίες! Κάθε χρόνο, τριακόσιες, σε όλο τον κόσμο. Ω, Θεέ μου! Δηλαδή, ξεκινήσαμε την άνοιξη του 1977, ταξιδεύαμε όλο αυτό το χρόνο, δεν είχαμε ηχογραφήσει, όλα αυτά στις ΗΠΑ, ξεκινώντας μ’ ένα van και μετά τον Ιανουάριο του 1978 ηχογραφήσαμε τον πρώτο λευκό δίσκο (σ.σ: “Pat Metheny Group” -1978) και αυτή ήταν η πρώτη φορά που πήγα στην Ευρώπη και στην συνέχεια ξεκινήσαμε περιοδείες στην Ευρώπη, ήμασταν ακόμα σ’ ένα van και επιστρέψαμε στις ΗΠΑ ακόμα στο van και σταδιακά πήραμε έναν οδηγό να οδηγεί το van, αλλά εμείς στήναμε τον εξοπλισμό μας, δεν είχαμε roadies ή κάτι τέτοιο.
Μετά, τελικά εξελιχθήκαμε στο να παίρνουμε τα αεροπλάνο, και στην συνέχεια είχαμε έναν οδηγό και ένα ημιφορτηγό, ένα μεγάλο φορτηγό που κουβαλούσαμε όλα τα φώτα, τον ήχο και ένα πιάνο με ουρά. Πετούσαμε συνεχώς σε όλο τον κόσμο: 28 φορές στην Ιαπωνία, σε όλες τις ΗΠΑ, παντού. Παίξαμε στην Ελλάδα, παίξαμε στην Αθήνα, και μου άρεσε πολύ που έπαιξα στην Αθήνα, πέρασα υπέροχα και μετά είχα λίγο ελεύθερο χρόνο και πήγα στην Αίγινα, το 1979, και δεν ήταν πολύ ανεπτυγμένη. Δεν ξέρω, δεν έχω πάει εκεί τελευταία, θα ήθελα να ξαναπάω. Ταξιδεύαμε συνέχεια, οπότε, απ’ όλη αυτή την εμπειρία παίζοντας με τον Danny, αναπτύξαμε πραγματικά μια καταπληκτική σχέση επειδή το συγκρότημα ήταν τόσο δεμένο και είχε μεγάλη επίγνωση της δυναμικής, της ροής και της εξέλιξης των συνθέσεων. Μετά απ’ αυτό, επέστρεψα στη Νέα Υόρκη και έκανα ηχογραφήσεις και ο Danny συνέχισε με τον Pat για δύο χρόνια, αλλά ξεκινήσαμε το δίσκο μας “Elements” (1982). Ξεκινήσαμε το συγκρότημα Elements με τον Bill Evans (Miles Davis) στο σαξόφωνο και μετά ο Danny κι εγώ γίναμε μέλη των Gil Evans Orchestra και έπαιξα με τον Gil για έξι χρόνια και αυτό συνέχισε να δίνει σ’ εμένα και τον Danny περισσότερη εμπειρία, επειδή οι Gil Evans Orchestra ήταν στην πραγματικότητα ένα αυτοσχεδιαστικό σύνολο και παίζαμε κάθε Δευτέρα βράδυ στο Sweet Basil στη Νέα Υόρκη και ήταν περίπου 12-13 άτομα στο συγκρότημα και η μουσική ήταν καταπληκτική.
Ήταν όλοι οι κορυφαίοι μουσικοί της Νέας Υόρκης και ήταν ένα αυτοσχεδιαστικό σύνολο. Παίζαμε ενορχηστρώσεις του Gil και μετά άπλωναν και υπήρχαν πέντε ή έξι solos σ’ ένα τραγούδι, οπότε, ως μουσικός του rhythm section πρέπει πραγματικά να σκεφτείς διαφορετικά πράγματα και να τ’ αλλάξεις, επειδή κάθε solo έχει μια καμπύλη. Ακολουθείς αυτούς τους ανθρώπους και προχωράς και μετά κατεβαίνεις και είναι ένα νέο solo, τι θα κάνεις; Δεν θα κάνεις το ίδιο πράγμα, πρέπει να το αλλάξεις, οπότε είχαμε τόση μεγάλη εμπειρία παίζοντας προηγουμένως με τον Pat, αλλά τώρα ήμασταν εντελώς ελεύθεροι γιατί με τον Pat ήταν πολύ ελεγχόμενο, ήταν ελεγχόμενη ελευθερία. Αλλά με τον Gil ήταν εθελοντική πειθαρχία, ήξερες ότι ο Gil ήταν εκεί και ο Gil Evans ήταν στο υψηλότερο επίπεδο μουσικότητας, ήταν ο μέντορας του Miles Davis, ήταν μεγάλη τιμή να παίζουμε με τον Gil. Έτσι, είχαμε αυτόν τον σεβασμό για τον Gil, δεν θέλαμε να το χαλάσουμε, αλλά μας έδινε την ελευθερία να κάνουμε ό,τι θέλαμε, οποιαδήποτε στιγμή, «παίξτε ό,τι θέλετε», αλλά παίζεις μ’ αυτούς τους σπουδαίους μουσικούς, οπότε έτσι εξελιχθήκαμε περαιτέρω. Πρέπει να πω ότι όταν πρωτοξεκίνησα να παίζω με τον Gil Evans, έπαιζα με τον Adam Nussbaum, αυτός ήταν ο drummer και ο Adam Nussbaum και εγώ έχουμε μια εξαιρετική σχέση ως drummer και μπασίστας.
Ο Adam και εγώ κάναμε το ίδιο πράγμα που αργότερα, όταν ήρθε ο Danny, απλώς το εκτοξεύσαμε: Να βοηθάμε τους σολίστες και προσπαθήσαμε να κάνουμε διαφορετικά πράγματα, να πηγαίνουμε σε διαφορετικά μέρη, να ξεκόβουμε, να μπαίνουμε σ’ ένα reggae groove, να παίζουμε funk, ν’ αρχίζουμε swing σε διπλό χρόνο, ο σολίστας δεν ήξερε τι θα συνέβαινε, απλώς έπρεπε ν’ αντιδράσει σ’ αυτό, οπότε, το έκανε ενδιαφέρον για μας. Επιστρέφοντας στον Danny και το συγκρότημα, κουβαλούσαμε όλα αυτά τα πράγματα. Λοιπόν, μιλώντας για τη σχέση μου με τον Danny ως rhythm section, κάναμε έναν δίσκο το 2020 που ονομαζόταν “Electric Blue”, είναι απλώς ντουέτο drums και μπάσου. Είναι στην δισκογραφική μου εταιρεία, μπορείτε να το βρείτε στο https://markegan.com/wavetone/ . Είναι στο iTunes, το Apple Music, το Spotify και σ’ όλα τα καταστήματα. Είναι απλώς ένα δίδυμο, παίζουμε εγώ και Danny, ήταν κατά τη διάρκεια του Covid, οπότε, λίγο πριν συμβεί ο Covid, πήγαμε στο studio μου και ηχογραφήσαμε για περίπου τέσσερις μέρες και μετά κατά τη διάρκεια του Covid έκανα το editing, διόρθωσα και πρόσθεσα πράγματα και μπάσο και βγήκε. Το κυκλοφόρησα και σε βινύλιο. Είναι μια εξαιρετική απόδειξη της σχέσης μας ως δίδυμο που παίζει drums και μπάσο.
Ο Jaco Pastorius (Weather Report – μπάσο) σας έκανε μαθήματα μπάσου τη δεκαετία του ‘70. Πώς ήταν να έχετε τον Jaco ως δάσκαλό σας;
Στις αρχές της δεκαετίας του ‘70, το 1971-1972-1973, περίπου εκείνη την περίοδο, γνώρισα τον Jaco. Δίδασκε εκείνη την εποχή -όχι ως πλήρους απασχόλησης- στο Πανεπιστήμιο, αλλά πήγαινε και δίδασκε ως έκτακτος καθηγητής. Τον είχα ακούσει να παίζει με τους σπουδαίους Ira Sullivan (τρομπέτα), Joe Diorio (κιθάρα) και Bobby Colomby (Blood, Sweat & Tears – drums), έπαιζαν σε ένα μικρό club και ο Jaco δεν ήταν γνωστός στον κόσμο. Στην πραγματικότητα ήταν γνωστός στο Miami και τότε ο κόσμος είχε ακούσει γι’ αυτόν επειδή περιόδευε με τους Wayne Cochran & C.C. Riders ως μπασίστας, ο Wayne ήταν τραγουδιστής. Ήταν R’n’B μουσική και ευτυχώς ήμουν στο Miami την ίδια εποχή και πήγαινα ν’ ακούσω τον Jaco και έμεινα έκπληκτος! Για μένα ήταν επαναστατική μουσική. Είχα ακούσει πριν απ’ αυτό σύγχρονους όπως ο Stanley Clarke με τους πρώιμους Return to Forever με τον Airto (σ.σ: Moreira) να παίζει drums και μ’ άρεσαν πολύ. Έπαιζα ακουστικό μπάσο (σ.σ: κοντραμπάσο) και ηλεκτρικό μπάσο και άκουγα όλους τους κοντραμπασίστες πριν απ’ αυτό, επειδή άρχισα να μελετώ τη μουσική του Ron Carter (Miles Davis Quintet), του Dave Holland (Miles Davis) και πριν απ’ αυτούς, του Charles Mingus, πηγαίνοντας πίσω στις αρχές του κοντρομπάσου, στον Jimmy Blanton με τον Duke Ellington, όλων των σπουδαίων μπασιστών.
Ήμουν απόλυτα ερωτευμένος με τον Paul Chambers και μελέτησα τη μουσική του και άκουγα όλα όσα έκανε, και μ’ άρεσε τόσο πολύ ο Paul Chambers στο κοντραμπάσο που πήρα μια μεγάλη φωτογραφία του από ένα απ’ τα εξώφυλλα των albums του και την μεγέθυνα και την είχα στο διαμέρισμά μου. Είπα: «Λατρεύω τον Paul Chambers» και μετέγραψα πολλές από τις walking μπασογραμμές (σ.σ: δηλαδή αυτές που οδηγούν τον ρυθμό -δεν συνοδεύουν) που είχα ακούσει στο “Kind of Blue” (1959) του Miles Davis με το “So What” κι εκείνη την περίοδο, κάτι που πραγματικά μου άνοιξε τον δρόμο. Έτσι, όταν βρέθηκα με τον Jaco, ήθελα απλώς να σπουδάσω περισσότερα. Σπούδαζα μ’ έναν καλό δάσκαλο ονόματι Don Coffman, ο οποίος εκείνη την εποχή δεν ήταν στο Πανεπιστήμιο, αλλά ήταν ιδιωτικός δάσκαλος. Όπως ανέφερα, ξεκίνησα στην τρομπέτα και ήμουν ένας αξιοπρεπής τρομπετίστας, ήμουν αυτοσχεδιαστής και έπαιξα πολλές διαφορετικές συναυλίες και τα σχετικά ως τρομπετίστας, οπότε μετέφερα μεγάλο μέρος αυτής της γνώσης στο μπάσο, δηλαδή ήξερα κλίμακες, τρίφωνες συγχορδίες και arpeggios, αλλά έπρεπε να ανακαλύψω πού βρίσκονταν στο μπάσο και να μάθω την ταστιέρα του μπάσου και περί τίνος επρόκειτο. Ο Don Coffman μου το ‘μαθε αυτό και είχα αρχίσει να παίζω πολλές συναυλίες πριν γνωρίσω τον Jaco, αλλά όταν γνώρισα τον Jaco ήταν μαθήματα με τεράστια ενέργεια επειδή αυτός ήταν μια πολύ ενεργητική προσωπικότητα τύπου Α (σ.σ: ορίζεται ως ανταγωνιστικός, ενθουσιώδης, εργατικός, αυταρχικός, ανυπόμονος, διακόπτει τους άλλους). Όταν τον συνάντησα για πρώτη φορά σ’ ένα από αυτά τα μέρη που έπαιζε με τον Ira Sullivan κατά τη διάρκεια ενός διαλείμματος, είπα στον Jaco: «Αυτή ήταν απίστευτη, καταπληκτική μουσική!» και είπε: «Κανείς δεν παίζει όπως παίζω εγώ. Είμαι ο καλύτερος μπασίστας στον κόσμο». Είχε τεράστιο εγώ.
Ο John McLaughlin μου είπε το ίδιο, την πρώτη φορά που τον συνάντησε, είπε: «Είμαι ο Jaco Pastorius, ο σπουδαιότερος μπασίστας στον κόσμο».
Και ήταν! Θέλω να πω, δεν υπάρχει «καλύτερος», αλλά ήταν ένας από τους σπουδαιότερους. Θα ήταν πιο ομαλό να πει: «Είμαι ένας από τους σπουδαιότερους», αλλά εκτός από αυτό έπρεπε απλώς να εκτιμήσεις την ενέργειά του και τη θέλησή του για το πού τo πήγε (σ.σ: το μπάσο) και το πήγε σ’ ένα νέο μέρος. Ακούς όλα τα είδη μουσικής και ακούς Jaco-ισμούς όχι μόνο στο μπάσο αλλά και στο groove. Κάτι που πολλοί παραβλέπουν είναι: Δεν ήταν απλώς ένας βιρτουόζος μπασίστας, που ήταν, αλλά έπαιζε με τέτοιο groove, ξεκινούσε από το groove. Όλα όσα έπαιζε ήταν απίστευτα μουσικά, απίστευτα μέσα στο groove και ως αποτέλεσμα, μελωδικά, επειδή μελέτησε τις «Σουίτες για τσέλο» και το “Chromatic Fantasy” του Bach, που ηχογράφησε στον δίσκο του (σ.σ: “Word of Mouth” -1981). Έτσι, τα πράγματα που έμαθα απ’ αυτόν όταν σπούδαζα μαζί του ήταν: Ματζόρε κλίμακες, μινόρες κλίμακες, παίζαμε διαστήματα τρίτης, τέταρτης και δούλευε σε ομαδοποιήσεις όπως 5, 10, παιγμένες διατονικά, έτσι, στο κλειδί του Φα, ήταν Φα, Φα ματζόρε, Σολ μινόρε, Σι ύφεση ματζόρε, Ντο 7ης, Ρε ημιελαττωμένη [Dm7(b5)], Ρε μινόρε, Μι ημιελαττωμένη [Em7(b5)] και μετά Φα ματζόρε, αλλά: ένα… πέντε…. δέκα, ανεβαίνοντας στην ταστιέρα έτσι (σ.σ: μιμείται τις νότες που παίζει στην ταστιέρα κατά τη διάρκεια της συνομιλίας μας στο Zoom), το έκανε αυτό σε ματζόρε και μινόρε. Δουλέψαμε πάνω στο τραγούδι “Dona Lee” του Charlie Parker (σ.σ.: ηχογραφήθηκε στο “Jaco Pastorius” -1976). Το μόνο πράγμα που δεν ήξερα παίζοντας τρομπέτα ήταν η ενέργεια, το πάθος και η αφοσίωση που βάζεις, γιατί αν έκανα μάθημα μαζί του για μια ώρα, έπαιζα 8 ώρες την ημέρα μέχρι την επόμενη φορά που θα τον έβλεπα.
Ήμουν τόσο γεμάτος ενέργεια και συνειδητοποίησα ότι αν θέλεις να είσαι καλός, πρέπει να αφιερώσεις πολύ χρόνο, επειδή δεν υπάρχει εύκολος τρόπος για να γίνεις καλός. Ξέρεις, κάποιος σαν τον John McLaughlin, έχει εξασκηθεί και εξασκηθεί και παίξει και εξασκηθεί και μελετήσει όπως οποιοσδήποτε σε υψηλό επίπεδο. Δεν ξυπνάς απλώς και αρχίζεις να παίζεις έτσι. Ορισμένοι άνθρωποι έχουν απόλυτη ακοή (σ.σ: αναγνωρίζουν μια νότα όταν την ακούνε), αυτό είναι χάρισμα, αλλά πρέπει να παίξεις, είτε σπουδάζεις με δάσκαλο είτε απλώς ακούς δίσκους και τους μαθαίνεις. Ο Jaco, στην περίπτωσή του, νομίζω ότι ήταν ένας συνδυασμός και των δύο. Έμενε σε ένα διαμέρισμα δίπλα στον Alex Darqui, ο οποίος ήταν πληκτράς, έπαιζε μαζί του, έμαθε πολλά από τον Alex. Του δίδαξε αρμονία και διαφορετικούς τρόπους αυτοσχεδιασμού. Ο Jaco ήταν σαν σφουγγάρι και με όποιον κι αν έπαιζε, ήταν περίεργος και ρωτούσε: «Τι είναι αυτό;», «τι είναι αυτό;», «πώς το παίζεις αυτό;», αλλά δεν ρωτούσε μόνο, το έκανε και το μυαλό του το έπιανε και το πήγαινε σ’ ένα νέο επίπεδο, επειδή η δημιουργικότητά του ήταν σε υψηλό επίπεδο. Έγραψε τόσα πολλά όμορφα τραγούδια, αν ακούσεις τη σύνθεσή του με τους Weather Report, το “Havona” (σ.σ: από το “Heavy Weather” -1977), αριστούργημα, και τα τραγούδια στους δίσκους του. Ο χρόνος μου με τον Jaco με ενέπνευσε πολύ και όπως είπα, ήταν τα πρώτα χρόνια, ήταν πριν αρχίσει να παίρνει ναρκωτικά και να πίνει, ήταν εντελώς νηφάλιος, ασχολούνταν με τον αθλητισμό, έπαιζε μπέιζμπολ, ποδόσφαιρο, φρίσμπι, ο,τιδήποτε, και καυχιόταν γι’ αυτό, έλεγε: «Δεν παίρνω ναρκωτικά, δεν παίρνω τίποτα».
Έτσι, λίγα χρόνια αργότερα, εντάχθηκε στους Weather Report και κυκλοφόρησε ο πρώτος του δίσκος με τους Weather Report το “Heavy Weather”, το οποίο τον έβαλε στον παγκόσμιο χάρτη όλων όσων συνέβαιναν μουσικά στον κόσμο της jazz και αυτό ήταν πραγματικά ένα από τα βασικά πράγματα που τον έκαναν να ξεχωρίσει. Εκείνη την εποχή, θυμάμαι ότι άκουγα ένα βινύλιο και μετέγραφα το “Teen Town”, μάθαινα το “Teen Town” και άκουγα το “Havona”. Αυτό που έμαθα από τον Jaco δεν ήταν μόνο η τεχνική πλευρά, η μελωδική πλευρά, αλλά και η groove πλευρά και η δημιουργική πλευρά της σύνθεσης. Ακόμα και στα solos του, αν έπαιζε το τραγούδι κάποιου άλλου, ήταν σαν συνθέσεις επειδή έτσι σκεφτόταν και ήταν πολύ μελωδικός μουσικός. Έμαθα πολλά, αλλά έμαθα επίσης ότι δεν ήθελα να ακούγομαι σαν τον Jaco, κάτι που είναι πολύ δύσκολο, όταν παίζεις άταστο μπάσο, γιατί μόλις παίξεις άταστο μπάσο, ακόμα κι αν κάποιος στο μαγαζί με τα μπάσα παίξει μια νότα και αυτή είναι απλώς: «Γουααααα» και εσύ θα πεις: «Ω, αυτό είναι Jaco!» Αλλά όταν ακούς τους καινούργιους στο στυλ του Jaco, μπορείς ν’ ακούσεις τον τρόπο που εκφραζόταν σε διαφορετικές μελωδίες, τον τρόπο που έπαιζε γύρω από τις μελωδίες και ο ήχος του ήταν εντελώς μοναδικός: Αν ακούσεις τον Jaco, λες «Αυτός είναι ο Jaco!». Υπάρχουν άνθρωποι που το πλησιάζουν πολύ, αλλά όταν ακούς τον Jaco το καταλαβαίνεις. Έτσι, όταν άρχισα να παίζω άταστο με το Pat Metheny Group, ήταν πολύ δύσκολο επειδή ο Jaco ηχογράφησε το “Bright Size Life” (1976), τον πρώτο δίσκο του Pat και παίζαμε πολλά τραγούδια από το “Bright Size Life” καθώς και από το “Watercolors” (1977) που ήταν ο Eberhard Weber, οπότε, εγώ έπρεπε να το κάνω με τον δικό μου τρόπο και δεν ήθελα να εκφράζομαι όπως ο Jaco και δεν το κάνω.
Επίτηδες, απλώς τ’ ακούω διαφορετικά, αλλά σίγουρα υπάρχουν στοιχεία της επιρροής του όταν ακούς το παίξιμό μου και δεν υπάρχει τρόπος να το αποφύγεις αυτό λόγω της φύσης του οργάνου, της φύσης του πόσο πολύ ακούω τον Jaco, είναι κομμάτι του εαυτού μου. Είναι ένα καλό κομμάτι του εαυτού μου και είμαι περήφανος γι’ αυτό και είμαι τόσο ευγνώμων που ήμουν κοντά του τα πρώτα χρόνια, επειδή αφού άρχισα να παίζω με τον Pat Metheny και ήμασταν σε περιοδεία, ανοίγαμε μερικές φορές για τους Weather Report, το οποίο ήταν αρκετά εντυπωσιακό (γέλια) να ανοίγεις για τους Weather Report με το Pat Metheny Group και παρατήρησα ότι ο Jaco δεν ήταν ο ίδιος, απλώς έκανε κατάχρηση αλκοόλ και ναρκωτικών. Είπα: «Ω, φίλε, αυτό είναι κρίμα» επειδή είχε διπολική διαταραχή, δεν είμαι σίγουρος ποια ήταν η διάγνωση, αλλά δεν είναι καλό γι’ αυτό το είδος διάγνωσης να παίρνεις ναρκωτικά και όλα αυτά. Η φύση της προσωπικότητάς του ήταν τόσο Τύπου Α, ήταν πάντα ο βασιλιάς σε ό,τι έκανε, και παίζοντας με τον Joe Zawinul (σ.σ: Weather Report -πλήκτρα), έναν απίστευτο μουσικό, νομίζω ότι ήταν πολύ παρόμοιος με τον Jaco, ήταν τόσο δυνατή προσωπικότητα και πάντα προσπαθούσαν να ξεπεράσουν ο ένας τον άλλον. Νομίζω λοιπόν ότι έχει κάποια σχέση μ’ αυτό, αλλά δεν μπορώ να πω με σιγουριά επειδή δεν ήμουν κοντά τους και δεν ήξερα τι συνέβαινε. Μπορώ μόνο να πω ότι όταν είδα τον Jaco αργότερα, απογοητεύτηκα επειδή τον γνώριζα όταν ήταν στην ακμή του και είχε το πιο απίστευτο παίξιμο που έχω ακούσει ποτέ, απλά απίστευτο.

Ποια είναι η ιστορία πίσω από την ωραία φωτογραφία σας με τον Jaco Pastorius στο tour bus κατά τη διάρκεια της ιαπωνικής περιοδείας των Gil Evans Orchestra το 1984;
Όταν έπαιζα με τον Gil Evans, ο Adam Nussbaum ήταν τότε ο drummer σε εκείνη την περιοδεία, και όπως ανέφερα πριν, παίζαμε με τον Gil Evans στο κλαμπ Sweet Basil και επίσης στο Seventh Avenue South στη Νέα Υόρκη και όταν ο Jaco ήταν στην πόλη ερχόταν και παίζαμε δύο μπασίστες με τον Gil. Νομίζω ότι ο Gil Evans δέχτηκε μια πρόταση να πάει στην Ιαπωνία που συμπεριλάμβανε τον Jaco ως special guest μαζί μου, οπότε ήμασταν δύο μπασίστες. Αυτή η φωτογραφία στην οποία αναφέρεσαι τραβήχτηκε στη γαλαρία του λεωφορείου στην Ιαπωνία πηγαίνοντας από το Τόκιο στη Yomiuriland, η οποία βρίσκεται έξω από το Τόκιο, είναι κάτι σαν την Disneyland και υπήρχε ένα μεγάλο στάδιο εκεί και παίξαμε εκείνο το βράδυ με τον Jaco. Ήμασταν απλώς στη γαλαρία και διασκεδάζαμε και έδειχνα τον Jaco. Ήταν υπέροχος, περνούσαμε υπέροχα και αυτή ήταν μια εντυπωσιακή περιοδεία με τον Jaco. Ήταν κάπως άγριος εκείνη την περίοδο: Ήμασταν καθ’ οδόν και έλεγε στον οδηγό του λεωφορείου να σταματήσει και απλώς έφευγε και τελικά εμφανιζόταν αργότερα στη συναυλία και παίζαμε. Ήταν υπέροχο γιατί παίξαμε και κάποια άλλα τραγούδια, παίξαμε το “The Chicken” (σ.σ: από το “Invitation” -1983), οπότε παίξαμε: «ΠΑΜ, που-ντουν ντουν-ντούν/ που-ντουν ντουν-ντίν/ ντόου». Αυτό το παίζαμε ταυτόχρονα και σ’ άλλα τραγούδια εγώ έπαιζα χαμηλά κι αυτός ψηλά, μερικές φορές παίζαμε το groove και οι δύο μαζί ή απλώς έμενα απ’ έξω και άφηνα τον Jaco να κάνει τα δικά του, κάτι που ήταν τρελό μερικές φορές. Ήταν εντυπωσιακό και ήταν μια πραγματικά διασκεδαστική περιοδεία, από εκεί προέρχεται αυτή η φωτογραφία.
Πόσο έχει αλλάξει με τα χρόνια η προσέγγισή σας στο μπάσο;
Είναι αστείο γιατί χθες βράδυ, μάλιστα, για πρώτη φορά μετά από περίπου 43 χρόνια, έπαιξα το κομμάτι “Jaco” που παίξαμε στον πρώτο “Pat Metheny Group” (1978) δίσκο. Έπαιξα τοπικά μ’ έναν εξαιρετικό κιθαρίστα, τον Martin C. Hand, τον Howie Gordon (drums) και τον Rick Krive (πλήκτρα) και παίξαμε στο Μουσείο Τέχνης για την Gold Coast Jazz εδώ στη Florida και ο Martin Hand, ο αρχηγός της μπάντας, με ρώτησε αν θα ‘θελα να παίξω το κομμάτι “Jaco” και είπα: «Ουάου! Δεν το έχω παίξει εδώ και 40 χρόνια» από τότε που ήμουν με τον Pat Metheny, οπότε είπα: «Σίγουρα» και με ρώτησε: «Θα σε πείραζε να μας πεις πώς προέκυψε η ηχογράφηση και όλα αυτά;» Έτσι, έκανα μια μικρή ομιλία για το πώς σχηματίσαμε το Pat Metheny Group, όπως σου είπα νωρίτερα, και πώς ήταν στο studio να ηχογραφείς αυτό το τραγούδι. Έπρεπε να επιστρέψω και ν’ ακούσω το παίξιμό μου και έχω παίξει σε τόσες πολλές διαφορετικές καταστάσεις από τα τέλη της δεκαετίας του ‘70 όταν το ηχογραφήσαμε, και ακόμη και πριν απ’ αυτό, όταν ακούω το παίξιμό μου με τον David Sanborn. Ελπίζω να έμαθα πολλά, εξασκούμαι και μελετάω συνεχώς, νομίζω ότι η προσέγγισή μου στο μπάσο είναι πιο ρευστή, έχω πολύ περισσότερη τεχνική απ’ ό,τι είχα τότε. Γνωρίζω πολύ περισσότερη θεωρία για το πώς να αυτοσχεδιάζω πάνω στις αλλαγές συγχορδιών. Γνωρίζω περισσότερο την έννοια του groove παίζοντας με τόσους πολλούς σπουδαίους drummers και συγκροτήματα. Το groove μου είναι πιο δυνατό και νομίζω ότι έχω αναπτύξει -ειδικά στο άταστο- τον ήχο μου όχι μόνο με τη χρήση εφέ, αλλά παίζοντας απλώς με δύο διαφορετικούς ενισχυτές και τους προενισχυτές μου και μαθαίνοντας τόσα πολλά στο studio ως παραγωγός και ενορχηστρωτής από τότε.
Έχω αλλάξει πολύ, δεν ξέρω αν είναι εξέλιξη (γέλια), έχει πάρει εντελώς διαφορετικούς δρόμους, αλλά για μένα είναι μια συνεχής εξέλιξη στο όργανο. Εξασκούμαι κάθε μέρα, προσπαθώ να μαθαίνω διαφορετικά πράγματα, κάνω πάντα ερωτήσεις, μεταγράφω πράγματα από δίσκους, ακούω και εξασκούμαι στην κλασική μουσική, καθώς και στο γράψιμο και τη σύνθεση. Συνεχίζω πάντα να προχωράω, επειδή δεν μπορείς ποτέ να σταματήσεις τη μουσική, είναι ατελείωτη και μου αρέσει. Μου αρέσει η αναζήτηση του να γίνομαι καλύτερος και να βρίσκομαι κοντά σε ανθρώπους και να ακούω ανθρώπους: Τους μεγάλους εν ζωή δασκάλους όπως τον John McLaughlin και όλους τους ανθρώπους που παίζουν τώρα, τον John Scofield και όλους τους μπασίστες που παίζουν τώρα όπως ο Hadrien Feraud, όλους τους μπασίστες, δεν θέλω να παραλείψω κανέναν. Ακούω τα πάντα, οπότε ακούω συνεχώς και προσπαθώ επίσης να παίζω διαφορετικά και να μην ακούγομαι σαν τους άλλους ανθρώπους. Απλώς προσπαθώ να χρησιμοποιώ τις πληροφορίες και να μπορώ να αυτοσχεδιάζω καλύτερα και να είμαι ένας ολοκληρωμένος μουσικός. Έχω αλλάξει πολύ, αν γυρίσεις πίσω κι ακούσεις αυτούς τους πρώτους δίσκους που έχω ηχογραφήσει, λέω: «Ω, Θεέ μου, γιατί το έπαιξα αυτό;» (γέλια) και είναι τόσο αστείο γιατί τη στιγμή που το κάνεις αυτό είναι το καλύτερο που μπορείς να κάνεις, ίσως -επειδή πιθανώς μπορείς να το κάνεις καλύτερα- αλλά είναι το καλύτερο που μπορούσα να κάνω μ’ αυτό που είχα εκείνη την εποχή. Και αυτό που έχω σ’ όλα τα διαφορετικά στάδια έχει εξελιχθεί, οπότε έχω περισσότερο λεξιλόγιο στο μπάσο και έχω μάθει περισσότερες έννοιες.
Αλλά όπως είπα, αλλάζει συνεχώς, εξελίσσεται συνεχώς. Ο σπουδαίος κιθαρίστας Steve Khan (Steely Dan), κάνει ένα tribute στον Ralph Towner, τον σπουδαίο κιθαρίστα που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή και είναι τόσο ενδιαφέρον γιατί είπε: «Δουλεύω πάνω σε ένα από τα τραγούδια του Ralph που θέλω να παίξεις εσύ και ο Mark Walker, ο drummer», ο οποίος ήταν ο τελευταίος drummer που έπαιξε με τους Oregon (σ.σ: το συγκρότημα του Towner). Έκανε μια διασκευή του τραγουδιού “Green Room”, που βρίσκεται στον δίσκο “Batik” (1978) από την ECM και είναι τόσο ενδιαφέρον γιατί όταν άκουσα ότι ο Ralph πέθανε, αυτός ήταν ο δίσκος που πήγα κι άκουσα και συγκεκριμένα αυτό το τραγούδι, το “Green Room” και μόλις μου έστειλε ένα κομμάτι μ’ αυτό και όλα τα αρχεία. Αυτός είναι στη Νέα Υόρκη, εγώ είμαι στη Florida, οπότε μου έστειλε το ηχητικό αρχείο και θα παίξω τα μέρη του μπάσου μου, αλλά είναι πραγματικά τιμή μου να είμαι μέρος ενός project που είναι φόρος τιμής στον Ralph Towner, επειδή ήμουν πολύ μεγάλος οπαδός του. Είναι ενδιαφέρον πώς άλλαξαν τα πράγματα. Τώρα, ακούω πολύ Ralph Towner και προσπαθώ να μάθω περισσότερα για την αυτοσχεδιαστική ματιά που είχε παίζοντας πάνω στις συνθέσεις του, οι οποίες είναι από πολλές απόψεις πολύ περίπλοκες αρμονικά. Υπάρχουν πολλές διαφορετικές αρμονικές ιδέες σ’ αυτές. Ήταν επίσης ένας πάρα πολύ ικανός πιανίστας στο ύφος του σπουδαίου πιανίστα Bill Evans (Miles Davis), οπότε είναι υπέροχο να το κάνω και να προσπαθώ να εξελιχθώ μ’ αυτό. Έτσι, προσπαθώ συνεχώς να προχωράω.
Είστε περήφανος που το “Pat Matheny Group” (1978) θεωρείται κλασικό album;
Είμαι πολύ περήφανος γι’ αυτό. Δουλέψαμε πολύ σκληρά κατά τη διάρκεια των τεσσάρων ετών που ήμουν στο συγκρότημα και έκανα αυτούς τους δίσκους. Το γεγονός ότι η μουσική εξακολουθεί ν’ αντέχει και από πολλές απόψεις ακούγεται φρέσκια, με τιμά πολύ και με χαροποιεί πολύ που ήμουν μέρος αυτής της ροής της μουσικής και που ο κόσμος εξακολουθεί να την ακούει, ακούω ακόμα ανθρώπους που την ακούν να με συγχαίρουν και λένε: «Αυτός ο δίσκος με έβαλε στην jazz» ή «με σύστησε στον Pat Metheny και σε πολλά διαφορετικά είδη μουσικής». Αυτό δείχνει λοιπόν πόσο δυνατή είναι η μουσική. Ήμουν τυχερός που βρέθηκα στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή και γνώρισα τον Pat και γνώρισα τον Danny και τον Lyle και έπαιξα σ’ αυτό το συγκρότημα και δημιουργήσαμε αυτόν τον ήχο. Όπως ανέφερα νωρίτερα, δουλέψαμε πολύ σκληρά για να έχουμε έναν ήχο ως συγκρότημα και κάθε βράδυ μετά από κάθε συναυλία, κάναμε band meeting και μιλούσαμε για το πώς ήταν ή για το «μπορούμε να το κάνουμε καλύτερα» και δουλεύαμε πάνω στη δυναμική. Κάποιος μου έστειλε πρόσφατα μια λίστα με όλους τους χώρους, όλες τις συναυλίες που παίξαμε τα τέσσερα χρόνια. Κάποιος έφτιαξε ένα έγγραφο γι’ αυτό, δεν έχει μόνο το πού παίξαμε, αλλά έχει και το setlist και για αρκετά χρόνια ήταν το ίδιο setlist που παίζαμε, τα ίδια τραγούδια.
Έτσι, προσπαθούσαμε συνεχώς να τα βελτιώνουμε προσθέτοντας τμήματα, δουλεύοντας πάνω στη δυναμική, δουλεύοντας πάνω σε διαφορετικά τραγούδια, φέρνοντας νέο υλικό. Έχω ακούσει μερικές απ’ αυτές τις live ηχογραφήσεις, πόσο άλλαζαν τα διαφορετικά τμήματα και είχαμε προσθέσει διαφορετικά πράγματα. Έτσι, εξελισσόταν συνεχώς και ήμασταν τυχεροί που καταφέραμε να είμαστε στην ECM και να μας ηχογραφήσει ο Manfred Eicher που ηχογράφησε αυτό και ο Jan Erik (σ.σ: Kongshaug) που ήταν ο μηχανικός ήχου στον πρώτο δίσκο και να βγάλουν σωστά τον ήχο του συγκροτήματος. Έτσι, όλα ήταν στη θέση τους τη σωστή στιγμή με τρομερά σκληρή δουλειά, όπως είπα, ταξιδεύοντας 300 ημέρες το χρόνο, παίζοντας παντού στον κόσμο, οπότε, αν το κάνεις τόσο πολύ, είτε πετυχαίνει είτε απλώς καταρρέει και τα καταφέραμε. Αυτός ο δίσκος ήταν μια εξαιρετική απόδειξη, γιατί, όπως είπα, παίζαμε για πολλούς μήνες στις Ηνωμένες Πολιτείες κάθε βράδυ και απλώς μπήκαμε στο studio και ουσιαστικά παίξαμε το set μας και αυτό ήταν ο δίσκος “Pat Metheny Group”.
Είναι απογοητευτικό το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι πιστεύουν λανθασμένα ότι ο Jaco -όχι εσείς- έπαιξε στο τραγούδι “Jaco” από το album “Pat Metheny Group” (1978);
Λοιπόν, αυτό είναι κομπλιμέντο! Ο Mark Egan έπαιξε στο “Jaco”, μπορώ να το επιβεβαιώσω (γέλια)! Αν ακούσεις το παίξιμό μου σ’ αυτό, επειδή το όνομα του τραγουδιού είναι “Jaco”, έπαιξα γραμμές στο στυλ του Jaco στο τέλος (σ.σ: μιμείται τη γρήγορη μπασογραμμή): «ΝΤΑΝ/ ντου-ντουντού-που-ντουτ/ νταν/ μπου-μπούατ/ ντον/ ντουντού-που-ντιτ/ γκρόου-απ ντι-ντικί-τιτ/ ντον». Δεν γινόταν να μην το παίξω, αλλά στο solo μου, δεν ακούγομαι καθόλου σαν τον Jaco. Ακούγεται περισσότερο σαν κοντραμπασίστας επειδή το έπαιξα πολύ μελωδικά και κράτησα τις νότες πολύ μακριές, ήταν ένα πολύ μελωδικό τραγούδι, ήταν το πρώτο take. Αυτό ήταν! Ήταν το μόνο take! Δεν ήταν ότι ηχογραφήσαμε κάτι από πάνω ή κάτι τέτοιο. Αλλά και πάλι, και το συζητήσαμε νωρίτερα, Θοδωρή, επειδή είναι στο ηλεκτρικό μπάσο και επειδή ονομάζεται “Jaco”, ο κόσμος πιθανότατα νομίζει ότι είναι ο Jaco, αλλά είμαι κολακευμένος, είμαι πραγματικά κολακευμένος που νομίζουν ότι ήταν ο Jaco, αλλά προφανώς δεν ήταν σ’ αυτό. Αν γυρίσεις πίσω και ακούσεις το “Bright Size Life” (1976) όπου έπαιξε ο Jaco με τον Pat και τον Bob Moses (drums), είναι πολύ διαφορετικό στυλ.
Λατρεύω το “The Epic” από το “American Garage” (1979) των Pat Metheny Group. Πώς προέκυψε αυτό;
Το “The Epic” γράφτηκε από τον Lyle και τον Pat. Ξεκινάει: «ΠΑΑ/ νταα-νταα-νταα/ ντάντα» και μετά πάει σε γρήγορο τέμπο, οπότε είχε εύστοχο τίτλο όντως μεγάλο σε διάρκεια, επειδή έχει διαφορετικά περάσματα, διαφορετικές ταχύτητες και διαφορετικά κεφάλαια. Είναι μια μπαλάντα και μετά ανεβαίνει και «Μπα-ντα-ντου-ρί-τατά/ μπα-μπα-ντααν» γίνεται όλο και πιο γρήγορο για ν’ ανέβει το τέμπο και μετά γίνεται μια πολύ γρήγορη samba. Μπορώ να ακούσω την επιρροή μου από τον Stanley Clarke παίζοντας ένα γρήγορο: «ΝΤΑΝ- ντου-ντούκου-τιτ/ νταν ντιγκί-τίτιν/ ντουν-ντουν». Επηρεάστηκα πολύ από τον Stanley Clarke στον τρόπο που έπαιζε samba με τον Airto, αλλά ήταν ένα όμορφα ενορχηστρωμένο κομμάτι, επειδή ειδικά ο Lyle Mays πρόσθεσε τόση ενορχήστρωση σ’ αυτό για να δημιουργήσει διαφορετικά μέρη και ο Pat επίσης, φυσικά, επειδή το συνέγραψε. Θυμάμαι ότι χρειάστηκε κάποιος χρόνος για να το ηχογραφήσουμε επειδή υπάρχουν τόσα πολλά σημεία που σταματάμε και ξεκινάμε, αλλά το παίξαμε από την αρχή μέχρι το τέλος, ήταν μια εκτέλεση στο studio, δεν είχε κοπεί και εξελίχθηκε πολύ ωραία. Αφηγείται μια μεγάλη ιστορία. Μπορώ να καταλάβω γιατί το ονόμασαν “The Epic”, αλλά ήταν πάντα υπέροχο και πολύ δύσκολο να το παίξω, γιατί τ’ ακούω τώρα και σκέφτομαι: «Πώς θυμόμουν όλα αυτά τα μέρη;» Ποτέ δεν διαβάζαμε μουσική από τ’ αναλόγιο, πάντα παίζαμε μουσική από το μυαλό μας, ποτέ δεν διαβάζαμε παρτιτούρα, ποτέ. Ποτέ, ποτέ, ποτέ, που είναι πολλή μουσική για να την θυμάσαι, αλλά παίζαμε 3ωρα set κάθε βράδυ, ή μερικές φορές 4 ώρες, αν ήταν δύο συναυλίες τη βραδιά, αλλά η συναυλία ήταν 2 ώρες και 45 λεπτά, είναι πολλή μουσική για ν’ ακούσει το κοινό (γέλια).
Ήταν λίγο περίεργο να παίζετε στους δίσκους του Sting, ο οποίος επίσης είναι μπασίστας;
Είναι καλή ερώτηση, Θοδωρή. Και πάλι, κάναμε έναν δίσκο με τον Gil Evans και τον Sting. Οι Gil Evans Orchestra ήταν το συγκρότημα του Sting στον δίσκο “Nothing Like the Sun” (1987), υπήρχαν δύο κομμάτια που ηχογραφήσαμε: Το ένα κομμάτι ονομαζόταν “Up from the Skies” (σ.σ: σύνθεση του Jimi Hendrix) το οποίο δεν υπάρχει στον κανονικό δίσκο αλλά κυκλοφόρησε ως single. Είναι εξαιρετικό κομμάτι, μπορείς να βρεις ηχογραφήσεις του, κυκλοφόρησε στην Ιαπωνία, νομίζω. Το κομμάτι που ήταν στον δίσκο “Nothing Like the Sun” ήταν το “Little Wing”. Αρχικά ξεκινήσαμε να παίζουμε με τον Sting όταν ερχόταν στο club στη Νέα Υόρκη που ονομαζόταν Sweet Basil, όπου παίζαμε κάθε Δευτέρα βράδυ και πολλοί άνθρωποι ανέβαιναν κι έπαιζαν μαζί μας όταν ερχόντουσαν να μας ακούσουν. Έτσι, ο Sting ήρθε, ανέβηκε κι έπαιξε μαζί μας, δεν έπαιζε μπάσο, τραγουδούσε. Παίζαμε το “Up from the Skies” επειδή ήταν ένα τραγούδι που είχε διασκευάσει ο Gil στον δίσκο “The Gil Evans Orchestra Plays the Music of Jimi Hendrix” (1974), οπότε ο Sting ήξερε το τραγούδι και αυτό ήταν το τραγούδι στο οποίο ήρθε κι έπαιξε στο club και το ένα έφερε τ’ άλλο και ο Sting ζήτησε από τον Gil και το συγκρότημα να έρθουν και να ηχογραφήσουν στον δίσκο του ενώ ηχογραφούσε στο The Power Station στη Νέα Υόρκη. Αυτό ήταν το πρώτο ή το δεύτερο take στο studio: Έπαιζε ο Hiram Bullock (κιθάρα), ο Kenwood Dennard (drums) και όλοι στα πνευστά.
Ήξερα ότι θα έπαιζα μπάσο σ’ αυτό, αλλά μετά την κυκλοφορία αυτού του δίσκου κάναμε μια περιοδεία με τον Sting στην Ευρώπη και παίξαμε στην Perugia της Ιταλίας στο Perugia Jazz Festival. Ήταν ο Sting και ο Gil Evans και όχι μόνο παίξαμε το τραγούδι “Little Wing”, αλλά παίξαμε και πολλά τραγούδια των Police. Έτσι, κάναμε πρόβες για να πάμε να παίξουμε με τον Sting στην Ιταλία μετά την ηχογράφηση του δίσκου: Παίξαμε τα “Roxanne” και “Tea in the Sahara” και πήγα στον Sting στην πρόβα και είπα: «Sting, υποθέτω ότι θέλεις να παίξω τις μπασογραμμές σου» και μου είπε: «Mark, παίξε ό,τι θέλεις, θα παίξω κιθάρα και θα τραγουδήσω». Έτσι, είπα: “Εντάξει”, αλλά κατέληξα να παίζω τις μπασογραμμές επειδή αυτές ήταν η μελωδία. Στο “Roxanne”: «Ντου ντου ντου ντου/ Ντουρού-ντούτ» και στο “Tea in the Sahara”, είναι μέρος της σύνθεσης. Υπήρχαν μικρά τμήματα όπου υπήρχαν solos στα πνευστά και παίζαμε γύρω από τα πνευστά, αλλά αν τ’ ακούσεις, υπάρχει ένας δίσκος που ονομάζεται “Sting and Gil Evans – Last Session” και είναι ολόκληρη η συναυλία (σ.σ.: υπάρχει επίσης μια κυκλοφορία που ονομάζεται “Strange Fruit” αλλά περιλαμβάνει και τραγούδια από τη συναυλία στο Βελιγράδι) και παίξαμε με τον Sting. Δεν ήταν περίεργο, έπρεπε να ρωτήσω τον Sting: «Θέλεις να παίξω τις μπασογραμμές σου;» Έτσι, παρόλο που μου είπε «μην παίξεις τις μπασογραμμές μου», τις έπαιξα και τις έπαιξα με τον δικό μου τρόπο. Είναι πάντα διαφορετικό γιατί έχει ένα πιο muted στυλ, νομίζω ότι οι νότες μου ήταν λίγο μακρύτερες, αλλά ήταν καταπληκτικό. Ήταν απίστευτη εμπειρία. Παίξαμε για 40.000 άτομα σε εξωτερικό χώρο σ’ ένα στάδιο, οπότε, χαίρομαι που ηχογραφήθηκε, μπορείς να το βρεις, “Sting and Gil Evans – Last Session”.
Ποιο ήταν το μουσικό όραμα που είχατε εσείς και ο Danny Gottlieb όταν σχηματίσατε τους Elements το 1982;
Ο Danny έπαιζε ακόμα με τον Pat εκείνη την εποχή και εγώ έγραφα τις δικές μου συνθέσεις από τα μέσα της δεκαετίας του ‘70. Μίλησα με τον Danny και θέλαμε να κάνουμε έναν δίσκο μαζί. Είχα μερικά τραγούδια που είχα γράψει και ηχογραφούσα σε ένα studio που ονομαζόταν Howard Schwartz Recording, το οποίο βρισκόταν στη Νέα Υόρκη. Ήταν ένα εξαιρετικό studio, δεν υπάρχει πια εκεί. Είχαμε τον μηχανικό ήχου Richard Brownstein, τον οποίο γνώριζα από ηχογραφήσεις σ’ εκείνο το studio, αλλά σπούδασε επίσης στο Πανεπιστήμιο του Miami. Έτσι, γνώριζε εμένα και τον Danny και όταν συναντηθήκαμε, ο Rich είπε: «Αν θέλετε να έρθετε στο studio, μπορώ να σας δώσω λίγο χρόνο στο studio το Σαββατοκύριακο», επειδή ήταν κυρίως ένα εμπορικό studio που έκανε διαφημίσεις και ταινίες. Δεν έκαναν πολλούς δίσκους εκεί. Μπορούσαμε να έχουμε ελεύθερο χρόνο στο studio αν πηγαίναμε τα Σαββατοκύριακα, αλλά έπρεπε να ξεκινήσουμε την Παρασκευή το βράδυ και μετά να ηχογραφήσουμε όλο το Σάββατο και μετά να τελειώσουμε την Κυριακή το βράδυ. Βασικά, ηχογραφήσαμε δύο ολόκληρες μέρες και είχα αυτά τα τραγούδια και ο Danny κι εγώ συζητήσαμε για το τι θέλαμε να κάνουμε. Δεν είχαμε ακόμα το όνομα
“Elements”, αλλά ξέραμε ότι θέλαμε να ηχογραφήσουμε και θέλαμε να χρησιμοποιήσουμε τον Bill Evans, τον σπουδαίο σαξοφωνίστα που έπαιζε με τον Miles Davis, παίζαμε πολύ μαζί σε πολλές ηχογραφήσεις στη Νέα Υόρκη και τον Clifford Carter (πλήκτρα), ο οποίος είναι πολύ καλός μας φίλος, τον οποίο γνωρίζαμε από το Πανεπιστήμιο του Miami. Ο Clifford Carter κι εγώ μετακομίσαμε μαζί στη Νέα Υόρκη με το συγκρότημα της Phyllis Hyman με τον Hiram Bullock στην κιθάρα, τον Clifford Carter και τον Bill Bowker στα drums.
Λοιπόν, ο Clifford κι εγώ γνωριζόμαστε από τις μέρες του Πανεπιστημίου του Miami. Είναι φανταστικός πληκτράς, έπαιξε με τον James Taylor, με τον Steve Jordan (The Rolling Stones, John Mayer) στην 24th Street Band, τον Will Lee και είναι απλά καταπληκτικός πληκτράς, οπότε, ταίριαξε τέλεια γιατί κάναμε ηχογραφήσεις όλοι μαζί εκείνη την εποχή: Ο Danny, εγώ, ο Clifford και ο Bill, οπότε, σκεφτήκαμε ότι θα ήταν το κατάλληλο ταίριασμα να το κάνουμε και ο Danny και εγώ ήμασταν οι αρχηγοί και αυτοί ήταν οι special guests, αλλά όταν ο κόσμος ακούει για τους Elements, ειδικά το αρχικό συγκρότημα, σκέφτεται τον Mark, τον Danny, τον Clifford και τον Bill. Έτσι, ηχογραφήσαμε αυτόν τον δίσκο και κυκλοφόρησε αρχικά από την Philo Records, που είναι μια μικρή εταιρεία πάνω στο Vermont και μετά υπογράψαμε μια συμφωνία με την Antilles, η οποία ήταν παράρτημα της Island Records και κάναμε δύο δίσκους γι’ αυτούς: Κάναμε το “Elements” (1982), τον πρώτο δίσκο και μετά κάναμε το “Forward Motion” (1984) και μετά υπογράψαμε με την RCA Novus και κάναμε τέσσερις δίσκους σ’ αυτήν την εταιρεία. Έτσι, κάναμε πολλές ηχογραφήσεις και πάλι παίζαμε μαζί με διαφορετικά συγκροτήματα, οπότε είχαμε αυτή την ενότητα ως συγκρότημα και μας έδωσε την ευκαιρία να εξερευνήσουμε ό,τι δεν μπορούσαμε να εξερευνήσουμε με τους Pat Metheny Group, με την έννοια ότι ήμασταν πλέον οι αρχηγοί και μπορούσαμε να δημιουργήσουμε τις συνθέσεις μαζί με τον Clifford και τον Bill, οι οποίοι εισέφεραν τραγούδια στο συγκρότημα. Είμαστε ακόμα μαζί, θέλω να πω, ο Danny και εγώ ως συγκρότημα, το πιο πρόσφατο πράγμα ήταν ο δίσκος “Electric Blue” (2020), του οποίου θέλω να σου δείξω το εξώφυλλο και θέλω να σου δείξω έναν άλλο δίσκο, δεν είναι οι Elements, είναι αυτός ο δίσκος που έκανα με τίτλο “Dreaming Spirits” (2017) με τον παίχτη tabla (σ.σ: Arjun Bruggeman) και τον Shane, τον κιθαρίστα, που παίζει στο πρόσφατο “Cross Currents” μου. Λοιπόν, τέλος πάντων, έτσι ξεκίνησαν οι Elements και μετά συνεχίσαμε να εξελισσόμαστε από εκεί.
Είστε επίσης ιδιοκτήτης της Wavetone Records. Μήπως η επιχειρηματική πτυχή των πραγμάτων σας αποσπά από το να δημιουργείτε περισσότερη μουσική;
Καθόλου. Μου άνοιξε στην πραγματικότητα μια διέξοδο για να κυκλοφορήσω projects που δεν είχα με άλλες δισκογραφικές εταιρείες. Ηχογράφησα με την GRP Records, έκανα έναν δίσκο με τίτλο “A Touch of Light” (1988), που τους παραχώρησα την άδεια να τον κυκλοφορήσουν (σ.σ: κρατώντας ο ίδιος τα δικαιώματα) και όλοι οι δίσκοι των Elements Records ήταν δίσκοι που είχαμε παραχωρήσει την άδεια να τους κυκλοφορήσουν, οπότε καταφέραμε να τους κυκλοφορήσουμε (σ.σ: ξανά, από την εταιρεία του). Ο δίσκος στην δισκογραφική μου εταιρεία που ήταν ο πρώτος που έκανα ήταν το “Far East Volume 1” (Elements -1993), live στην Ιαπωνία, με τον Gil Goldstein στα πλήκτρα, τον David Mann να παίζει σαξόφωνο, τον Danny Gottlieb και εμένα. Κάναμε τα “Far East Volume 1” (1993) και “Far East Volume 2” (1994), επειδή ήταν δύο δίσκοι. Στη συνέχεια, κυκλοφορήσαμε έναν δίσκο με τίτλο “Mosaic” (Mark Egan -1985), ο οποίος αρχικά είχε παραχωρηθεί με άδεια σε μια θυγατρική της Windham Hill (σ.σ: Hip Pocket) και αυτός έκτοτε κυκλοφόρησε από την δισκογραφική μου εταιρεία και έχω 25 κυκλοφορίες στην Wavetone Records. Μπορείτε να τους βρείτε στο https://markegan.com/wavetone/ . Ξέρεις, είχε πολλή δουλειά να ξεκινήσεις μια δισκογραφική εταιρεία, αλλά ξεκίνησε αργά, ξεκίνησα με μία μόνο κυκλοφορία. Έμαθα πολλά για το πώς να το κάνω και πρώτα απ’ όλα, έχει να κάνει με το να δημιουργήσεις ένα εξαιρετικό προϊόν. Πρέπει να έχεις την ιδέα, τον ήχο, την παραγωγή, τις καλές εκτυπώσεις, εκείνη την εποχή έκανα CD’s και πρόσφατα άρχισα να κάνω κυκλοφορίες σε βινύλιο. Έτσι, έφτασα σε ένα σημείο όπου έχοντας υπογράψει με διαφορετικές δισκογραφικές, δεν ήθελα να πιέζομαι ή να έχω ανθρώπους να μου λένε πώς να ηχογραφώ τους δίσκους μου, επειδή μπορώ να κάνω μόνο αυτό που ξέρω ότι μπορώ να κάνω. Είχα πραγματικά έντονη επιθυμία να ξεκινήσω μια δισκογραφική, οπότε, ήταν ένα πείραμα.
Ξεκίνησα με μία κυκλοφορία την φορά και σταδιακά μεγάλωσε. Για μένα, ήταν ένα σκαλοπάτι. Ξεκίνησα με μια πολύ καλή εταιρεία διανομής παγκοσμίως, είχα μια άλλη εταιρεία που έκανε όλη την αποθήκευση και την αναπλήρωση, οπότε, τα δημιούργησα όλα αυτά. Έχω μια καλή επιχειρηματική πλευρά. Πάντα ήμουν καλός στις επιχειρήσεις, τις επενδύσεις και τα οικονομικά, οπότε, όχι μόνο έπαιζα, αλλά στις δεκαετίες του ‘80 και του ‘90 ήμουν πολύ συνειδητοποιημένος όσον αφορά την αποταμίευση, να μην σπαταλάω χρήματα και τα τοποθετούσα σε καλά μέρη και όχι μόνο επενδύοντας στο χρηματιστήριο, σε ομόλογα και τα σχετικά, αλλά και στον εαυτό μου και σ’ αυτή τη δισκογραφική εταιρεία. Έτσι, η Wavetone Records ήταν μια δουλειά που γίνεται από αγάπη: Δεν έχω βγάλει πολλά χρήματα, έχουν καλυφθεί σχεδόν όλα για το επόμενο project που βγάζω. Τι καλύτερο μπορείς να κάνεις απ’ το να επενδύσεις στην καριέρα σου; Έτσι, κάθε φορά που κυκλοφορούσα κάτι, πάντα προσλάμβανα άτομα για δημόσιες σχέσεις και άτομα μάρκετινγκ και η αξία αυτού είναι τόσο ισχυρή επειδή ο κόσμος πρέπει να ακούσει για σένα. Το ωραίο τώρα είναι ότι έχουμε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οπότε υπάρχουν τόσοι πολλοί τρόποι για να βγάλεις τη μουσική σου εκεί έξω, είναι διαφορετικό από ό,τι παλιά, όπου είχες μια διαφήμιση σ’ ένα έντυπο περιοδικό και έπρεπε να κάνεις διαφημίσεις οπουδήποτε: Σε ραδιοφωνικούς σταθμούς και σ’ όλα τα διαφορετικά έντυπα. Έτσι, υπάρχουν πολλά περισσότερα εργαλεία διαθέσιμα τώρα για να βγάλεις πράγματα προς τα έξω, αλλά ταυτόχρονα υπάρχει ένα εκατομμύριο φορές περισσότερος ανταγωνισμός επειδή όλοι το κάνουν, αλλά εγώ ξεκίνησα νωρίς, ήταν το 1992 όταν ξεκίνησα την Wavetone Records, οπότε, τα κατάφερα.
Όπως είπα, απαιτούσε δουλειά, αλλά δεν μπορείς να παίζεις συνέχεια. Δηλαδή, εξασκούμαι, κάνω πολλή δουλειά στο studio, είμαι στα studios, αλλά πάντα είχα χρόνο και μ’ αρέσει πραγματικά να μαθαίνω πώς να κάνω mastering, πώς να μιξάρω, πώς να γράφω τραγούδια, πώς να κάνω δοκιμαστικές εκτυπώσεις, πώς να κυκλοφορώ CD. Πώς το κάνεις αυτό; Εντάξει, πρέπει να έχεις artwork. Βρήκα έναν εξαιρετικό γραφίστα για να κάνει το artwork και μου αρέσει η δημιουργικότητα του να επιλέγεις ένα εξώφυλλο και να μπορείς να το ελέγχεις. Σ’ άλλους δίσκους που έχω κάνει, οι άνθρωποι με έχουν αναφέρει ως σαξοφωνίστα στο δίσκο (γέλια), επειδή οι άνθρωποι δεν ελέγχουν το γραφιστικό κομμάτι ή ο,τιδήποτε άλλο της κυκλοφορίας. Είναι μια ωραία επιπλέον διέξοδος και ειδικά τώρα που κυκλοφορώ βινύλιο επειδή κυκλοφορήσαμε το “Electric Blue” ως δίσκο βινυλίου και έχω ένα μεγάλο εξώφυλλο και θα κυκλοφορήσω διπλά sleeves, οπότε, έχεις τέσσερεις μεγάλες επιφάνειες με κάθε είδους φωτογραφίες και μου λείπει αυτό απ’ τους δίσκους. Μου λείπει επίσης να κάθομαι και ν’ ακούω έναν δίσκο, αλλά σ’ αναγκάζει απλώς να κάτσεις και ν’ ακούσεις και να του δώσεις προσοχή. Μου αρέσει ο ήχος του μπάσου στους δίσκους, το βάθος του μπάσου και έμαθα πολλά πράγματα γι’ αυτό, οπότε, είναι κάτι υπέροχο και τώρα δουλεύω πάνω σ’ έναν νέο δίσκο και θα δουλεύω πάνω σ’ συνθέσεις για αυτόν. Απλώς προσπαθώ να σκεφτώ το concept που θέλω να έχω γι’ αυτό, αλλά και ο Danny και εγώ ηχογραφήσαμε περισσότερο υλικό ως ντουέτο στις ηχογραφήσεις του “Electric Blue” και θέλω να το κυκλοφορήσω ως έναν άλλο μέρος αυτού. Πιθανότατα δεν θα είναι “Electric Blue”, μπορεί να είναι “Electric Green” ή κάτι τέτοιο (γέλια), αλλά θ’ αναφέρεται ότι αποτελεί μέρος του.
Ο “Blue” Lou Marini (Blues Brothers, Eric Clapton, Levon Helm -σαξόφωνο) μου είπε ότι αυτός και ο Lew Soloff (Blood, Sweat & Tears -τρομπέτα) διάβαζε ο ένας την σκέψη του άλλου: Έπαιζαν το ίδιο πράγμα ακριβώς την ίδια στιγμή ή διάβαζαν ένα μέρος και κάθε φορά που το έπαιζαν, για 100 συνεχόμενες φορές, έπαιζαν αυτή τη νότα στακάτο και ξαφνικά ένα βράδυ έπαιζαν και οι δύο τη νότα λάθος. Έχετε βιώσει ποτέ το ίδιο με μουσικό με τον οποίο παίξατε μαζί;
Έχω ζήσει το ίδιο πράγμα επειδή έπαιξα με τον “Blue” Lou και τον Lew Soloff. Ήμουν στο συγκρότημα μαζί τους με τον Danny Gottlieb και τον Joe Beck (κιθάρα), ταξιδέψαμε και κάναμε αρκετές περιοδείες στην Ευρώπη και βίωσα το ίδιο πράγμα μαζί τους! Θυμάμαι ιδιαίτερα ένα βράδυ, δεν ήταν με τον “Blue” Lou και τον Lew Soloff, αλλά παίζαμε στη Γερμανία, το groove ήταν σε Σολ, όπως Σολ 7ης και ξαφνικά, ο Joe έπαιξε μια Μι τρίφωνη συγχορδία, που αν παίζεις μια Μι συγχορδία και ένα Σολ στο μπάσο σου δίνει μια Σολ ύφεση 9ης και αντί να παίζω εγώ το Σολ, έπαιξα ένα Μι ταυτόχρονα και κοιταχτήκαμε. Είχα πολλές τέτοιες εμπειρίες με τον Lou και τον Danny και με πολλούς ανθρώπους που παίξαμε μαζί πολλές φορές. Λατρεύω τον “Blue” Lou Marini και μου λείπει πολύ ο Lew Soloff. Ο Lew, ο “Blue” Lou και εγώ παίζαμε με τον Gil Evans για πάρα πολλά χρόνια και είχαμε πολλές τέτοιες εμπειρίες, γιατί όταν έχεις πολύ καλούς φίλους ή οικογένεια με τους οποίους είστε πραγματικά καλοί φίλοι, μερικές φορές απλώς μιλάς και λες μια λέξη και ξέρεις, απλά ξέρεις τι σκέφτεται το άτομο, επειδή τα εγκεφαλικά σας κύματα και οι συνάψεις σας είναι τόσο συντονισμένα, που σκέφτεστε μαζί και απλώς είναι έτσι. Είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα, μέσα από τη φωνή του οργάνου σου, έτσι ήταν και με τον Lew και περάσαμε τόσο υπέροχες στιγμές με τον Lew Soloff και τον Lou Marini. Έχουμε τόσες πολλές ιστορίες, ο Lou έχει τόσες πολλές ιστορίες. Είναι φανταστικός μουσικός.
Ο Jimi Hendrix ήταν τεράστιος οπαδός του Rahsaan Roland Kirk (σαξόφωνο). Επηρεαστήκατε κι εσείς από τον Rolald Kirk;
Αυτό είναι ενδιαφέρον: Δεν το είχα ακούσει αυτό, αλλά δεν με εκπλήσσει. Άκουγα τον Roland Kirk, υπήρχε ένας δίσκος με τίτλο “Volunteered Slavery” (1969) και άκουγα αυτόν τον δίσκο συνέχεια. Νομίζω ότι μπορώ να καταλάβω πώς άρεσε στον Jimi Hendrix η ελευθερία αυτού που έκανε ο Roland και πόσο χαλαρό ήταν, αλλά παρόλα αυτά είχε πάντα ένα groove και πάντα rock-αρε μ’ έναν jazz τρόπο, αλλά μ’ έναν groove τρόπο. Είναι ενδιαφέρον ότι ένιωθε αυτή την ενέργεια επειδή ο Roland Kirk έβαζε τόση ενέργεια στο παίξιμό του, έπαιζε με δύο σαξόφωνα, ακόμα κι όταν τραγουδούσε… και ήταν τυφλός. Δεν το ήξερα αυτό (σ.σ: για την επιρροή του Ronald Kirk στον Hendrix), αλλά σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό, μπορώ να καταλάβω πώς μπορούσε να συμβαίνει αυτό. Ξέρω ότι ο Jimi επηρεάστηκε από πολλούς μπλουζίστες και άκουγε τα πάντα.
Σας άρεσε το παίξιμο του Leland Sklar (James Taylor, Phil Collins) στο “Spectrum” (1973) album του Billy Cobham;
Ω, ναι, ναι! Ο Leland είναι ένας από τους αγαπημένους μου, το παίξιμό του στο δίσκο “Spectrum” είναι φανταστικό, είναι πάντα ένας από αυτούς τους άψογους μουσικούς. Θυμάμαι ότι ήμουν στο studio στη Νέα Υόρκη κατά τη διάρκεια μιας ηχογράφησης στην άλλη αίθουσα και κάποιος ηχογραφούσε ένα κομμάτι του James Taylor, αλλά ο Leland είχε ήδη ηχογραφήσει τα μέρη του στο Los Angeles, και μπήκα στο control room και άκουσα και υπέθεσα ότι μπορεί να ήταν ο Leland και ο μηχανικός ήχου είπε: «Ναι, αυτός είναι ο Leland» και είπα: «Είναι απλώς τέλειο». Αυτό που παίζει είναι τόσο σωστό και τόσο στιβαρό και είναι πολύ πιο ευέλικτος μουσικός απ’ όσο συνειδητοποιεί ο κόσμος αφότου έπαιξε στο δίσκο “Spectrum” και ακούσει το πώς παίζει. Είναι απλώς ένας πάρα πολύ ολοκληρωμένος μουσικός που παίζει πάντα για το τραγούδι και το τραγούδι μπορεί να είναι ο,τιδήποτε. Είναι ένας πραγματικά ευέλικτος μουσικός και ένας δεξιοτέχνης μουσικός που συνθέτει. Ο τρόπος που γράφει τα μέρη του. Ό,τι έκανε με τον Phil Collins, είναι πάντα υπέροχο. Ποτέ δεν σκέφτεσαι τίποτα, πάντα λες απλώς: «Είναι υπέροχο» και υπάρχουν πολύ λίγοι μουσικοί που παίζουν έτσι, ακούγεται (σ.σ: το μέρος που παίζει) σαν να ήταν πάντα εκεί. Απλώς έπρεπε να είναι μέρος του και παίζει τόσο καθαρά, είναι τόσο ισορροπημένος, δεν το παρακάνει ποτέ, δεν είναι flashy μουσικός αλλά μπορεί να παίξει και κάτι που ακούγεται επιδεικτικό, αλλά είναι αυτό που χρειαζόταν το τραγούδι και είναι πάντα άψογο. Είναι ωραίος άνθρωπος, ωραίος άντρας. Δυστυχώς, τον έχω δει μόνο στην έκθεση NAMM στο Anaheim της California. Έχουμε συναντηθεί μερικές φορές, αλλά είμαστε φίλοι από εκεί και είναι πολύ καλός άνθρωπος, υπέροχος άνθρωπος.
Ο Ron Carter (Miles Davis Quintet – κοντραμπάσο) μου είπε πριν από τρία χρόνια ότι το πρώτο take στο studio είναι πάντα το καλύτερο, επειδή την πρώτη φορά παίζεις τη μουσική, τη δεύτερη φορά παίζεις τον εαυτό σου. Συμφωνείτε μ’ αυτό;
Συμφωνώ απόλυτα με τον Ron Carter. Ας υποθέσουμε ότι όλοι είναι εξοικειωμένοι με το τραγούδι, ξέρεις ποια είναι η φόρμα και όλοι έχουν κάνει την προετοιμασία τους για να το κάνουν, και ακόμα κι αν όχι, ακόμα κι αν απλώς αυτοσχεδιάζεις ελεύθερα, το πρώτο take είναι αυτό που ένιωσες πραγματικά. Για μένα, όταν μπαίνεις στο δεύτερο take, το τρίτο take, το τέταρτο take, το πέμπτο, οτιδήποτε, πάντα το σκέφτεσαι αυτό και προσπαθείς να το αλλάξεις και πραγματικά δεν είσαι ποτέ ξανά αυθόρμητος, είσαι πάντα σ’ εκείνη την στιγμή (σ.σ: στο πρώτο take) και προσπαθείς να την κάνεις καλύτερη. Είναι σαν μια φωτογραφία: Η πρώτη είναι η φωτογραφία, η δεύτερη είσαι εσύ που την τοποθετείς από πάνω και είναι ένα αντίγραφό της και αν την βάλεις στο νερό, έχεις όλες τις αναπαραγωγές του πρώτου πράγματος. Αυτή είναι η μία πτυχή του και μετά μια άλλη πτυχή αυτού είναι ότι μερικές φορές ακόμη και αν το μέρος σου ήταν καλό στο πρώτο take, ίσως ο αρχηγός του συγκροτήματος είχε μια καλύτερη εκτέλεση σε άλλο take και εσύ αναγκάζεσαι να το κάνεις αυτό. Λες: «Λοιπόν, εντάξει, είναι καλό, αλλά το πρώτο take ήταν καλύτερο», παρόλο που αυτό δεν ήταν στο δίσκο, έτσι υπάρχουν οι επανακυκλοφορίες των outtakes, επειδή ήταν πραγματικά καλά. Ίσως κάποιος άλλος να μην ακουγόταν τόσο καλά, εσύ μπορεί να έπαιζες καλά τότε.
Ένα τεράστιο «ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ» στον κύριο Mark Egan για τον χρόνο του.
Official Mark Egan website: https://markegan.com/
Official Mark Egan Facebook page: https://www.facebook.com/markeganbass
