Συνέντευξη: Dave Mattacks (Fairport Convention, Nick Drake, Paul McCartney) -2026

Ο θρυλικός drummer Dave Mattacks μιλάει αποκλειστικά στο Hit Channel για την καριέρα του με τους Fairport Convention, την συνεργασία του με τους Nick Drake και Paul McCartney, το τζαμάρισμα με τους Led Zeppelin το 1970, τις επιρροές του και άλλα πολλά.

HIT CHANNEL ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: Αύγουστος 2026. Είχαμε την μεγάλη τιμή να μιλήσουμε μ’ έναν θρυλικό drummer: τον Dave Mattacks. Είναι περισσότερο γνωστός ως drummer των Fairport Convention, μια θέση που έχει -με διαλείμματα- από το 1969. Έχει παίξει επίσης με τους Nick Drake, Paul McCartney, George Harrison, Jimmy Page, Elton John, Brian Eno, Jethro Tull, XTC, John Martyn, Richard Thompson, David Gilmour, Feast of Fiddles, The Albion Band, The Incredible String Band και πολλούς άλλους. Οι Fairport Convention θα εμφανιστούν στο δικό τους Cropredy Festival, που φέτος θα πραγματοποιηθεί από τις 13 ως 15 Αυγούστου. Διαβάστε παρακάτω τα πολύ ενδιαφέροντα πράγματα που μας είπε:

 

Τι να περιμένουν οι οπαδοί από το επερχόμενο Cropredy Festival στις 13-15 Αυγούστου;

- Advertisement -

Λοιπόν, είναι πάντα ένα πολύ καλό festival. Η ατμόσφαιρα είναι υπέροχη, υπάρχει εδώ και πολύ καιρό και δεν ξέρω τι άλλο να προσθέσω (γέλια). Όλες οι πληροφορίες βρίσκονται στην ιστοσελίδα των Fairport Convention. Αν μας διαβάζει κάποιος στο Ηνωμένο Βασίλειο και δεν το γνωρίζει, αυτό είναι το καλύτερο μέρος για να πάει.

 

Το 2023 επιστρέψατε στους Fairport Convention. Πόσο συναισθητικό ήταν για εσάς να επανενταχθείτε στο συγκρότημα;

Ήταν πραγματικά ευχάριστο. Ήταν μια διττή εμπειρία γιατί, όταν έφυγα το 1998, ένας από τους καλύτερους φίλους μου και ένας υπέροχος, υπέροχος drummer -του οποίου ήμουν και συνεχίζω να είμαι, μεγάλος οπαδός- ο Gerry Conway, πήρε τη θέση μου. Ο Gerry δυστυχώς αρρώστησε και πέθανε. Έτσι, από τη μία πλευρά της εξίσωσης, ήταν πολύ λυπηρό γιατί, πριν από τον θάνατο του Gerry Conway, είχαμε περάσει πολλές υπέροχες στιγμές τα προηγούμενα 10 χρόνια περίπου στο Cropredy. Είχαμε μοιραστεί την θέση του drummer και επίσης παίξαμε και ταυτόχρονα. Γενικά, δεν είμαι λάτρης του να παίζουν δύο drummers ταυτόχρονα, αλλά όταν παίζεις δίπλα σε κάποιον τόσο σπουδαίο όσο ο Gerry, που άκουγε -ελπίζω κι εγώ- δεν μπαίνει εμπόδιο ο ένας στον άλλον. Οπότε, ήταν πολύ ευχάριστο. Από τη μία πλευρά ήταν πολύ λυπηρό, από την άλλη, ήταν πραγματικά ωραίο να παίζω ξανά με τους φίλους μου, μερικούς από τους οποίους γνωρίζω σχεδόν 60 χρόνια.

 

Κατά τη γνώμη σας, τι κάνει τη μουσική των Fairport Convention να παραμένει επίκαιρη το 2026;

Νομίζω, εν μέρει, επειδή ποτέ πραγματικά δεν ακολουθήσαμε τη μόδα. Αυτή είναι μια πτυχή. Ένας άλλος παράγοντας που συμβάλλει είναι ότι πάντα αποφεύγαμε κάθε είδους -δεν βρίσκω καλύτερη λέξη- «rock star-ιλίκι». Ξέρω ότι είναι λίγο κλισέ, αλλά το συγκρότημα ήταν πάντα πολύ απομακρυσμένο από τον κόσμο της pop και της rock μουσικής. Έτσι ήμασταν κι όταν ήμασταν νέοι, οπότε δεν είναι απλώς ζήτημα γηρατειών. Πάντα είχα μια πολύ υγιή αντιπάθεια για όλο αυτό το rock star-ιλίκι. Όλοι οι μουσικοί που θαυμάζω -με μερικές προφανείς εξαιρέσεις, όπως ο Keith Richards- δεν είναι rock stars, είναι μουσικοί. Για να παρεκκλίνω λίγο από την απάντηση, όταν οι άνθρωποι μου λένε: «Α, απ’ ό,τι καταλαβαίνω είστε στη μουσική βιομηχανία», λέω: «Όχι, η Madonna είναι στη μουσική βιομηχανία. Εγώ είμαι μουσικός». Έτσι, το συγκρότημα ασυνείδητα κρατήθηκε μακριά από αυτή την πλευρά των πραγμάτων και νομίζω ότι υπάρχει μια μικρή χούφτα ανθρώπων εκεί έξω που το εκτιμούν αυτό.

Το συγκρότημα είναι πολύ προσιτό εκτός σκηνής. Δεν έχουμε τον τρόπο ζωής ενός rock star. Ένας άλλος παράγοντας που συμβάλλει -αν και οι περισσότεροι μουσικοί σ’ ένα συγκρότημα πιθανότατα θα το πουν αυτό- είναι ότι πιστεύω ότι η μουσική μας είναι αξιόλογη. Πήραμε, όχι εξ αρχής αλλά όταν έγινα μέλος, την αγγλική παραδοσιακή folk μουσική, την κουνήσαμε λίγο από τον λαιμό και την ηλεκτρίσαμε. Ξέρω ότι ενθαρρύναμε και άλλα συγκροτήματα να κάνουν το ίδιο. Οι Los Lobos είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο David (σ.σ: Hidalgo – φωνητικά, κιθάρα) μου είπε κάποτε ότι σκέφτηκαν: «Αν αυτοί οι τύποι μπορούν να το κάνουν αυτό με την αγγλική μουσική, μπορούμε κι εμείς να το κάνουμε με τη μεξικάνικη μουσική». Έχω ακούσει παρόμοια πράγματα και από μουσικούς απ’ άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αντί να κοιτάζουν πάντα προς τις ΗΠΑ -όχι ότι υπάρχει κάτι κακό σε αυτό- άρχισαν να κοιτάζουν τη δική τους κουλτούρα, χωρίς κανενός είδους πατριωτικές ανοησίες, και ρωτώντας: «Τι μπορούμε να δημιουργήσουμε, αντί να είμαστε απλώς ένα ακόμη blues συγκρότημα;» Και πάλι, όχι ότι υπάρχει κάτι κακό σε αυτό (γέλια). Αυτή είναι μια πολύ μακροσκελής, ελικοειδής απάντηση, αλλά υπάρχουν πολλοί παράγοντες που συμβάλλουν.

 

Με ποια projects ασχολείστε αυτή τη στιγμή;

Δεν υπάρχει κάτι συγκεκριμένο. Όταν βρίσκομαι σπίτι στη Νέα Αγγλία, παίζω με φίλους τοπικά. Πού και πού, μπορεί να κάνω κάτι «σημαντικό» σε ένα θέατρο, αλλά μου αρέσει να παίζω με φίλους σε μικρούς μουσικούς χώρους. Επίσης, εξακολουθώ να έχω μια χούφτα ανθρώπους που μου ζητούν να παίξω στους δίσκους τους. Όπως πιθανώς γνωρίζεις, οι μέρες που μαζεύονταν πολλοί άνθρωποι σ’ ένα studio ηχογράφησης για να κάνουν έναν δίσκο -δεν θα έλεγα ότι αυτές οι μέρες έχουν περάσει, αλλά σίγουρα δεν βρίσκονται σε πολύ καλή κατάσταση. Η όλη πτυχή της ηχογράφησης εξ αποστάσεως ήταν μια πρόκληση για μένα και για πολλούς απ’ τους συναδέλφους μου. Την έχω υιοθετήσει και νομίζω ότι έχω μάθει πώς να το κάνω. Είναι άλλο ένα σύνολο δεξιοτήτων που προσπαθείς να αποκτήσεις. Όπως είπα, εξακολουθούν να επικοινωνούν μαζί μου άνθρωποι που με ρωτούν: «Θα έπαιζες στον δίσκο μου;» Μερικές φορές τα κομμάτια είναι ήδη ολοκληρωμένα. Άλλες φορές, συμμετέχω από το ξεκίνημα. Μπορεί να είναι απλώς ένα demo με κάποιον που τραγουδάει και παίζει ακουστική κιθάρα, αλλά υπάρχουν κάθε είδους παραλλαγές. Είμαι πολύ κολακευμένος που, στην προχωρημένη μου ηλικία, άνθρωποι εξακολουθούν να μου ζητούν να παίξω στους δίσκους τους.

 

Είστε περήφανος που το “Liege & Lief” (1969) θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα album όλων των εποχών;

Είμαι περήφανος γι’ αυτόν ως δίσκος. Δεν ξέρω αν είναι ένας από τους σπουδαιότερους δίσκους όλων των εποχών (γέλια), αλλά νομίζω ότι είναι ένας πολύ καλός δίσκος. Όταν τον ακούω περιστασιακά -αν κάνω κάποια προετοιμασία επειδή οι Fairport έχουν αποφασίσει να παίξουν ένα από τα κομμάτια- πάντα με εντυπωσιάζουν δύο πράγματα. Πρώτον, νομίζω ότι το υλικό είναι καλό. Αλλά, από την άλλη πλευρά, ακούω έναν πολύ άπειρο, πολύ άγουρο drummer να προσπαθεί όσο μπορεί καλύτερα να συμβαδίσει με το υπόλοιπο συγκρότημα. Έτσι, και πάλι (γέλια), υπάρχουν δύο πλευρές. Είμαι περήφανος για τον δίσκο και νομίζω ότι είναι πολύ καλός. Ξέρω ότι, σε ορισμένους κύκλους, ήταν κάτι πρωτοποριακό, αλλά όταν τον ακούω, ακούω έναν πολύ άπειρο drummer. Αυτό συνέβη πριν από πολύ καιρό. Είναι αυτό που είναι, και ελπίζω ότι έχω μεγαλώσει από τότε.

 

Πόσο σημαντική ήταν η επιρροή του “Music from Big Pink” (1968) των The Band στο “Liege & Lief”;

Ήταν μεγάλη. Ήταν, πάλι, αυτή η ευαισθησία του να ακούς μια ομάδα μουσικών που πραγματικά αποτύπωναν αυτό που σήμερα συνήθως αναφέρεται ως “Americana”. Υπάρχουν κάθε είδους επιρροές εκεί μέσα, αλλά δεν ήταν μόνο μία επιρροή. Καλύπτουν πραγματικά μεγάλο εύρος. Αυτό στο οποίο πάντα επιστρέφω είναι ότι έγινε με τόσο σπουδαίο υλικό. Δεν με νοιάζει πόσο καλοί ή κακοί είναι οι μουσικοί, αν έχεις σπουδαίο υλικό, για μένα, αυτό είναι το νούμερο ένα πράγμα. Έτσι, το υλικό, τα τραγούδια, είναι απολύτως φανταστικά. Το άλλο πράγμα που έμαθα απ’ όλους αυτούς τους μουσικούς, αλλά προφανώς από τον Levon (σ.σ: Helm – drums, φωνητικά, μαντολίνο), ήταν ότι δεν υπήρχε επίδειξη: Το πώς ν’ ακούς και πώς να ερμηνεύεις πραγματικά την ψυχή των τραγουδιών. Για να το εξηγήσω καλύτερα: Αν οι άνθρωποι μου πουν σήμερα: «Τι είδους drummer είσαι;», απλώς λέω: «Μου αρέσει να συνοδεύω ανθρώπους». Νομίζω ότι έχω μια συγκεκριμένη ικανότητα στο να συνοδεύω, στο να παίζω ένα τραγούδι. Δεν πρόκειται να γίνω σπουδαίος jazz-rock fusion μουσικός, ούτε πρόκειται να γίνω heavy metal μουσικός, αλλά ξέρω πώς να παίζω ένα τραγούδι. Ακόμα μαθαίνω, αλλά νομίζω ότι αυτό είναι το δυνατό μου σημείο. Νομίζω ότι επειδή οι The Band, στο “Music from Big Pink” και στο καφέ album (σ.σ: “The Band” – 1969), είχαν αυτές τις πτυχές του εξαιρετικού υλικού και της έλλειψης επίδειξης, αυτό σίγουρα επηρέασε το “Liege & Lief”.

 

Ποια ήταν το μεγαλύτερο ταλέντο που είχε η Sandy Denny;

Ήταν εκπληκτική τραγουδίστρια, και ήταν επίσης πραγματικά, πραγματικά σπουδαία τραγουδοποιός. Έπαιζε πολύ καλό πιάνο και κιθάρα. Δηλαδή, είχε το όλο πακέτο. Το είχε πραγματικά. Επειδή ήταν τόσο σπουδαία και τόσο μοναδική, νομίζω ότι αυτός ήταν σε μεγάλο βαθμό ο λόγος που, μετά το “Liege & Lief”, δεν υπήρξε καμία προσπάθεια να αντικατασταθεί με άλλη τραγουδίστρια.

 

Οι Led Zeppelin τζάμαραν με τους Fairport Convention στο Troubadour Club στο Los Angeles στις 4 Σεπτεμβρίου 1970. Θυμάστε εκείνο το βράδυ;

Ναι, πολύ καλά. Ήταν υπέροχα. Δηλαδή, αυτοί οι άνθρωποι είναι όλοι φίλοι. Μόλις είδα τον Robert (σ.σ: Plant – φωνητικά) πριν μερικούς μήνες. Δεν έχω δει τον Jimmy (σ.σ: Page – κιθάρα) εδώ και καιρό, αλλά ίσως ξέρεις ότι ο Jimmy μου ζήτησε να παίξω στο soundtrack για το “Death Wish II” (1982), οπότε γνωριζόμαστε. Αυτό που έμαθα περισσότερο εκείνο το βράδυ, εκτός από το ότι ήταν μια μικρή συναρπαστική βραδιά επειδή μόλις είχαν παίξει σ’ ένα τεράστιο στάδιο και μετά ήρθαν στο club για να καθίσουν και να παίξουν μαζί μας, ήταν κάτι που συζήτησα με τον John Bonham (drums): Ήταν ένα πραγματικό μάθημα για το κούρδισμα των drums. Αυτή είναι μια μικρή τεχνική συζήτηση για τα drums, η οποία ελπίζω να μην σε πειράζει, αλλά καθόμουν πίσω από αυτό που νόμιζα ότι ήταν το τέλεια κουρδισμένο drum kit μου. Αυτό που δεν έλαβα υπόψη μου ήταν ένας από τους χρυσούς κανόνες του κουρδίσματος: Η τονικότητα που ακούς μειώνεται όσο απομακρύνεσαι από αυτά. Είχα τρία tom-toms και νόμιζα ότι τα είχα κουρδίσει καλά, το ίδιο και το ταμπούρο και την μπότα. Μου φαινόταν ότι ακούγονταν καλά. Όταν τα έπαιζε ο John -εντάξει, τα έπαιζε λίγο πιο δυνατά από εμένα- ακουγόταν σαν ένα πολύ «λασπωμένο» tom-tom. Δεν υπήρχε ζωή στα drums, και τότε τα drums δεν είχαν μικρόφωνο. Δεν υπήρχαν μικρόφωνα πάνω τους.

Όταν πήγα στο πίσω μέρος του club, ο ήχος των drums ήταν απλώς απαίσιος, και σίγουρα δεν οφειλόταν στο παίξιμο. Τότε άρχισα να γίνομαι πολύ πιο συνειδητοποιημένος σχετικά με το κούρδισμα με βάση τον χώρο και επίσης σχετικά με το σημείο που ανέφερα νωρίτερα: Η τονικότητα που ακούς μειώνεται όσο απομακρύνεσαι από αυτά. Αν κουρδίσεις τα drums και νομίζεις ότι τα έχεις κουρδίσει σε μια καλή τονικότητα, όταν τ’ ακούσεις στο πίσω μέρος της αίθουσας χωρίς μικρόφωνα, θ’ ακούγονται σαν το χέρι ενός μωρού που χτυπάει ένα μαξιλάρι. Είναι ένα από τα πολλά πράγματα που έχω μάθει όλα αυτά τα χρόνια με τις ηχογραφήσεις. Όταν ξανακούς τον εαυτό σου και το πώς ακούγονται τα drums σου, αυτό που νομίζεις ότι ακούγονται όταν τα παίζεις, μερικές φορές δεν αποδίδεται καλά σε μια ηχογράφηση, και μπορεί να μην αποδίδεται καλά ούτε και σε live παίξιμο. Εξαρτάται από την αίθουσα, την ακουστική και πόσα μικρόφωνα έχεις. Οπότε (γέλια), αυτή είναι μια πολύ μεγάλη, ελικοειδής απάντηση στην ερώτησή σου για το τι θυμάμαι από εκείνη τη νύχτα. Τελείωσε σε περίπου -δεν ξέρω- μισή ώρα, αλλά ήταν πολύ ευχάριστο. Αυτό είναι ένα από τα πολλά πράγματα που θυμάμαι καλά. Παρεκκλίνοντας, αν έχεις διαβάσει το βιβλίο “Off the Peg” (2018) του Dave Pegg (σ.σ: Fairport Convention – μπάσο), μιλάει για εκείνη τη νύχτα και ουσιαστικά για την έξοδο μετά στην πόλη με τον Bonzo.

 

Και που ο John Bonham έχασε την πτήση για τη Χαβάη.

Ναι, έχασε την πτήση του. Ο Peggy έκανε τον Bonzo τύφλα στο μεθύσι. Είναι μια αρκετά μεγάλη ιστορία.

 

Έχω ακούσει ότι όταν ο John Bonham κάθισε πίσω από το drum kit σας και χτύπησε την μπότα, αυτή μετακινήθηκε 30 πόντους μπροστά.

Υπάρχουν πολλοί μύθοι για εκείνο το βράδυ: Ότι κάθε φορά που χτυπούσε την μπότα μετακινούνταν μπροστά, ότι κατέστρεψε το kit, μπλα-μπλα-μπλα. Το μόνο που έκανε ήταν να βαθουλώσει ένα-δυο δέρματα -αυτό ήταν όλο που συνέβη. Βαθούλωσε ένα-δυο δέρματα, και έπαιξε υπέροχα, όπως πάντα. Υπάρχουν πολλοί μύθοι για αυτό. Αλλά, όπως είπε ο Mark Twain: «Μην αφήνεις πότε την αλήθεια να χαλάσει μια καλή ιστορία».

 

Ήταν ενδιαφέρουσα εμπειρία να ηχογραφήσετε το albumBryter Layter” (1971) με τον Nick Drake;

Ναι. Τότε, πήγαινες στο studio, ο καλλιτέχνης έπαιζε το τραγούδι μερικές φορές, σου το έδειχνε και το ηχογραφούσες. Ήταν πολύ προφανές ότι ο Nick ήταν πολύ ξεχωριστός. Θέλω να πω, τα κομμάτια σ’ αυτόν τον δίσκο είναι όλα live εκτελέσεις. Δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου overdubbing. Τα έγχορδα έχουν γίνει overdub, ξέρω ότι ο Richard Thompson (σ.σ: Fairport Convention – κιθάρα) έχει κάνει overdub την ηλεκτρική κιθάρα που ακούγεται περιστασιακά εδώ κι εκεί και ο John Cale (σ.σ: The Velvet Underground) ίσως έχει προσθέσει κάποια μέρη. Αλλά βασικά, αυτό που ακούς είναι live φωνητικά και live κιθάρα από τον Nick, συνοδευόμενη από ένα rhythm section και άλλα όργανα. Δεν υπήρχε κατασκευή, ένα όργανο τη φορά. Είναι σχεδόν το αντίθετο από αυτό που κάνουν σήμερα. Δεν λέω ότι η μία προσέγγιση είναι καλύτερη από την άλλη, αλλά αυτά τα κομμάτια ηχογραφήθηκαν live – τα περισσότερα από αυτά ηχογραφήθηκαν live.

 

Πώς ήταν ο Nick Drake εντός και εκτός studio;

Τρομερά ντροπαλός. Ήταν απίστευτα ντροπαλός. Προφανώς, ήταν επίσης απίστευτα ταλαντούχος, αλλά ήταν πραγματικά ντροπαλός – πάρα πολύ εσωστρεφής. Ήταν επώδυνο όταν έπαιζε live επειδή δεν είχε πραγματική ικανότητα ν’ αλληλεπιδράσει με το κοινό του. Μόνο μια μικρή χούφτα ανθρώπων κατάλαβαν εκείνη την εποχή πόσο σπουδαίος ήταν, επειδή δεν «απέδιδε» το τραγούδι. Οι συναυλίες του, γενικά, δεν έτυχαν καλής αποδοχής λόγω της ντροπαλότητάς του, επειδή ήταν τόσο εσωστρεφής.

 

Το “Solid Air” (1973) του John Martyn είναι ένα από τα αγαπημένα μου album. Υπάρχει κάποια ενδιαφέρουσα ιστορία από τις ηχογραφήσεις του;

Ο John Martyn, ως προσωπικότητα, ήταν σχεδόν το εντελώς αντίθετο του Nick. Ο John ήταν πραγματικά πληθωρικός. Θυμάμαι λίγο εκείνες τις ηχογραφήσεις. Νομίζω ότι ήταν μια από τις πρώτες ηχογραφήσεις που είχα κάνει με τον Danny Thompson (σ.σ: Pentangle, Richard Thompson – κοντραμπάσο). Και πάλι (γέλια), δεν είναι ψεύτικη μετριοφροσύνη, αλλά όταν ακούω αυτές τις ηχογραφήσεις, ακούω έναν πολύ άγουρο και άπειρο drummer. Αλλά είναι αυτό που είναι. Να το επαναλάβω, δεν έχει και τόση σημασία ποια είναι τα όργανα, αρκεί να μην τα κάνουν θάλασσα. Το πιο σημαντικό είναι τα τραγούδια και ο τραγουδιστής, και νομίζω ότι σ’ αυτό το album τα τραγούδια και τα φωνητικά ήταν υπέροχα. Ένα από τα αγαπημένα μου albums είναι ένα που είχε κάνει νωρίτερα, με τίτλο “Stormbringer” (1970), όπου πήγε στη Νέα Υόρκη και είχε μια ολόκληρη ομάδα μουσικών από τη Νέα Υόρκη να παίζουν στα κομμάτια. Θυμάμαι ότι όταν ο John Wood, ο μηχανικός ήχου, έφερε τα κομμάτια, έκανα τον John Wood να βαρεθεί μέχρι αηδίας (γέλια): «Ο Levon Helm – πώς έβγαλε αυτόν τον ήχο;», «πώς έβγαλε ο Levon αυτόν τον ήχο σ’ αυτά τα drums;» Έκανα όλες αυτές τις ερωτήσεις επειδή δεν καταλάβαινα τότε το κούρδισμα των drums. Θυμάμαι απλώς να πρήζω τον John Wood, προσπαθώντας να μάθω. Μετά έμαθα ότι ο εξοπλισμός και το κούρδισμα είναι περίπου το 10%, το άλλο 90% είναι ο μουσικός.

 

Paul McCartney & Dave Mattacks

Είναι κολακευτικό που παίξατε σε 5 albums του Paul McCartney (“Tug of War”, “Pipes of Peace”, “Give My Regards to Broad Street”, “Flowers in the Dirt”, “Run Devil Run”);

Ναι, είμαι πολύ κολακευμένος που συνέχιζε να με καλεί. Τον είδα πριν από μερικά χρόνια όταν ήρθε στη Βοστώνη και ήταν πολύ, πολύ φιλικός. Παρόλο που σε μερικά απ’ αυτά τα album είμαι μόνο σ’ ένα κομμάτι -νομίζω στο “Flowers in the Dirt” (1989) είμαι μόνο σε ένα κομμάτι- το γεγονός και μόνο ότι με ξανακάλεσε είναι απίστευτα κολακευτικό. Είναι ένας από τους πιο ευγενικούς και εύκολους ανθρώπους για να συνεργαστείς. Όπως πολλοί από τους ανθρώπους με τους οποίους είχα την τύχη να συνεργαστώ, σχεδόν ποτέ δεν σου λέει τι να παίξεις.

 

Απολαύσατε να παίζετε με τον David Gilmour στο τραγούδι “We Got Married” από το “Flowers in the Dirt” (1989) του Paul McCartney;

Ω, ναι, αυτό ήταν πολύ διασκεδαστικό. Αυτό ήταν καλό. Είδα τον David πριν από δύο χρόνια. Έκανα μια περιοδεία στο Ηνωμένο Βασίλειο με τον Richard Thompson και παίξαμε στο Albert Hall. Ο David εμφανίστηκε και συνειδητοποίησα ότι δεν τον είχα ξαναδεί από εκείνες τις ηχογραφήσεις. Ήταν πολύ ωραίο που τον ξαναείδα. Ναι, ήταν υπέροχο, να παίζω με τον David. Δηλαδή, είναι ο David Gilmour (γέλια).

 

Υπάρχει μια ωραία φωτογραφία που εμφανίστηκε με τον David και εσάς στο βάθος.

Στο studio ηχογράφησης του Paul στο Sussex, ναι. Έχω δει αυτή τη φωτογραφία. Τότε κανείς δεν έβγαζε selfies κάθε πέντε λεπτά -απλώς συνεχίσαμε.

 

Είχατε μια προγραμματισμένη ηχογράφηση με τον George Harrison την ημέρα της δολοφονίας του John Lennon. Σε εξέπληξε που δεν την ακύρωσε;

Ναι, με εξέπληξε. Ο Ray Cooper (σ.σ: Elton John – κρουστά), που έκανε την παραγωγή, είναι φίλος και είχε μιλήσει με τον George νωρίτερα εκείνη την ημέρα. Ο George ένιωσε ότι ήταν καλύτερο να παραμείνει απασχολημένος και να κάνει κάτι παρά να κάθεται και να σκέφτεται. Νομίζω ότι γι’ αυτό αποφάσισε να προχωρήσει μ’ αυτήν.

 

David Gilmour & Dave Mattacks

Ήταν λίγο βαριά η ατμόσφαιρα;

Όχι, δεν ήταν. Δεν θα έλεγα ότι ήταν βαριά. Δηλαδή, όλοι γνώριζαν τι είχε συμβεί, αλλά όταν ήρθε η ώρα να δημιουργήσουμε μουσική, δεν υπήρχε καμία αρνητικότητα στην ατμόσφαιρα όσον αφορά τη δημιουργία μουσικής. Καθίσαμε μετά και το συζητήσαμε, αλλά όχι, δεν υπήρχε καμία αρνητικότητα όσον αφορά τη δημιουργία μουσικής.

 

Δουλέψατε αρκετές φορές με τον George Martin (παραγωγός των Beatles) στο studio. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία;

Ο George ήταν ένας από τους σπουδαιότερους παραγωγούς με τους οποίους είχα την τύχη να συνεργαστώ, μαζί με ανθρώπους όπως ο John Wood, ο Glyn Johns (σ.σ: Eric Clapton, Led Zeppelin) και ο Gus Dudgeon (σ.σ: Elton John). Ο George ήταν πραγματικά ο απόλυτος gentleman, τόσο όσον αφορά την προσωπικότητά του όσο και ως προς τον τρόπο που έκανε την παραγωγή. Πάντα έβρισκε έναν τρόπο να είναι απίστευτα ενθαρρυντικός και, αν άκουγε κάτι που δεν του άρεσε, είχε έναν πολύ ευγενικό τρόπο να σε καθοδηγεί μακριά απ’ αυτό και προς κάτι που θεωρούσε πιο κατάλληλο μουσικά. Ό,τι έκανα με τον George ήταν ευχάριστο – ακόμα και τα ένα-δύο κομμάτια που έπαιξα στο album που βασίζεται στο “Under Milk Wood” (1988) του Dylan Thomas. Αυτό ήταν ένα πολύ ενδιαφέρον project με μια μάλλον ανόμοια ομάδα καλλιτεχνών. Αλλά η δουλειά που έκανα με τον Paul και στο “No More Fear of Flying” (1979) του Gary Brooker, ήταν ιδιαίτερα αξιομνημόνευτη. Νομίζω ότι η πρώτη μου επαφή με τον George ήταν για μια καλλιτέχνιδα που ονομαζόταν Cilla Black. Ήμουν πολύ νέος, πολύ γεμάτος ζωντάνια, και με μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου. Σε εκείνη την ηλικία, στα 20 σου, νομίζεις ότι τα ξέρεις όλα. Θυμάμαι ότι είχα μια πολύ μικρή μπότα με δύο δέρματα πάνω της, και ο Geoff Emerick (σ.σ: ο μηχανικός ήχου των Beatles) μου ζήτησε να αφαιρέσω το μπροστινό δέρμα. Ο Geoff Emerick, για όνομα του Θεού – ο τύπος που ηχογράφησε το “Sgt. Pepper”! (γέλια) Και θυμάμαι να λέω: «Όχι, δεν πρόκειται να το κάνω αυτό. Όχι, δεν πρόκειται να αφαιρέσω το μπροστινό δέρμα». Δηλαδή, ο Geoff Emerick και ο George Martin -πόσο μεγάλα κότσια θα έπρεπε να έχεις για να το πεις αυτό; Αλλά δεν ήταν κότσια, ήταν νεανική άγνοια και απερισκεψία, την οποία είχα σε πολύ μεγάλο βαθμό εκείνη την εποχή.  Ξανασκέφτομαι εκείνη τη συνάντηση με μια δόση τρόμου, και είμαι επίσης έκπληκτος που ο George με κάλεσε πάλι αργότερα (γέλια) για να ξανασυνεργαστώ μαζί του.

 

Πόσο έχει αλλάξει η προσέγγισή σας στα drums με τα χρόνια;

Πολύ. Νομίζω ότι ο καλύτερος τρόπος για να το συνοψίσω θα ήταν να πω ότι η τεχνική μου δεν είναι όπως ήταν παλιά, αλλά το μοντάζ μου έχει βελτιωθεί πολύ.

 

Ποιες είναι οι επιρροές σας ως drummer;

Οι συνήθεις για τις οποίες όλοι μιλάνε: O Ringo, o Charlie Watts, o Levon, o Jim Keltner (σ.σ: John Lennon, George Harrison, Bob Dylan – drums). Ο Kenny Clare, ο οποίος ήταν ένας υπέροχος Άγγλος jazz big band μουσικός, έπαιξε με εκατοντάδες άτομα, συμπεριλαμβανομένης της Big Band του Francy Boland. Ήταν μεγάλο όνομα στη session σκηνή όταν μεγάλωνα, και ήταν μια τεράστια επιρροή για μένα, τόσο όσον αφορά τον ήχο του όσο και την προσέγγισή του. Αλλά ένας από τους μεγαλύτερους μουσικούς μου ήρωες είναι ο Paul Motian. Λατρεύω απολύτως τον Paul Motian. Μετά, φυσικά, ξέρω ότι παρεκκλίνω, αλλά είμαι κολακευμένος που γνωρίζω τον Joe LaBarbera, τον τελευταίο drummer του Bill Evans (σ.σ: Miles Davis – πιάνο). Είναι ένας υπέροχος, υπέροχος drummer. Ο Shelly Manne ήταν μεγάλη επιρροή για μένα, αλλά ο Paul Motian άλλαξε πραγματικά την αντίληψή μου για το πώς θα μπορούσε να ακούγεται ένα drum kit και πώς θα μπορούσε να παιχτεί.

 

Θεωρείτε τον εαυτό σας jazz drummer;

Στο διαβατήριό μου γράφει «μουσικός», και αυτό νομίζω ότι είμαι. Ξεκίνησα να παίζω πιάνο όταν ήμουν έξι χρονών και όταν προσεγγίζω ένα μουσικό κομμάτι, μου αρέσει πάντα να ξέρω πού πηγαίνει αρμονικά το τραγούδι. Όταν κρατάω σημειώσεις, συνήθως γράφω τις συγχορδίες στην παρτιτούρα. Συνήθως -όχι πάντα- το τελευταίο πράγμα που σκέφτομαι είναι οποιοδήποτε είδος drumbeat. Γιατί αρχίζεις να το παίζεις και οι άλλοι μουσικοί μπορεί να πουν: «Αυτό το drumbeat που νόμιζα ότι θα λειτουργούσε δεν ταιριάζει πια. Τώρα ακούω τα πάντα». Δεν μ’ ενδιαφέρει πραγματικά το ίδιο το drumbeat. Μ’ αρέσει πολύ αυτό το απόφθεγμα του Tony Williams, όταν κάποιος τον ρώτησε: «Δείξε μου το beat ή τον ρυθμό που έπαιξες στο… μπλα μπλα μπλα», και ο Tony είπε: «“Δείξε μου ένα beat;” Μπορώ να μάθω στον ταχυδρόμο μου να παίζει ένα beat. Εδώ μιλάω πραγματικά για τη δημιουργία μουσικής». Πάντα μ’ ενδιαφέρει πού πηγαίνουν αρμονικά η μουσική και τα τραγούδια που παίζω. Αυτός είναι ο χρυσός κανόνας μου, αν θέλεις, και μετά αρχίζω να σκέφτομαι τα drums.

 

Ο Tony Williams έφυγε από τη Βοστώνη και μπήκε στο συγκρότημα του Miles Davis όταν ήταν 17 ετών. Υπάρχουν τέτοιες ευκαιρίες στις μέρες μας;

Νομίζω ότι οι ευκαιρίες υπάρχουν, αλλά αντί η φήμη ενός παίκτη να διαδίδεται από στόμα σε στόμα, τώρα φαίνεται να διαδίδεται με βάση τα likes που έχει ένα video στο YouTube. Κατακλύζομαι συνεχώς από video ανθρώπων που μου στέλνουν: «Άκου αυτόν τον τύπο», «δες αυτόν τον άνθρωπο», και μερικές φορές είναι φανταστικά. Αλλά πάντα μ’ ενδιαφέρει να βλέπω αυτόν τον μουσικό να κάθεται μ’ ένα blues συγκρότημα, για παράδειγμα, και κάποιος να λέει: «Εντάξει, flat tire shuffle, μπαίνουμε στο πέντε» και να βλέπω πώς αντιδρά. Όλοι οι καλύτεροι νέοι μουσική έχουν την τεχνική κατάρτιση και μπορώ να καταλάβω σχεδόν αμέσως αν ακούνε πραγματικά τι συμβαίνει γύρω τους αντί να προσπαθούν απλώς να εντυπωσιάσουν. Ξέρω ότι αυτός είναι εύκολος στόχος και προσπαθώ να μην είμαι πολύ κωλόγερος, αλλά βλέπω να βγαίνουν πολλοί εξαιρετικοί νέοι παίχτες. Και νομίζω, προσωπικά, ότι μπορώ να καταλάβω πότε αυτοί οι μουσικοί παίζουν σωστά -και αυτός είναι ένας πολύ περιεκτικός όρος. Υπάρχουν κάποιοι μουσικοί που έχουν πολλή τεχνική, αλλά μερικές φορές εντοπίζω υπερβολικά τον παράγοντα «κοιτάξτε με». Ας το αφήσουμε έτσι.

 

Σας άρεσε ο Ginger Baker (Cream, Blind Faith) ως drummer;

Μου πήρε λίγο χρόνο για να καταλάβω τον Ginger. Ναι, είχε κάτι πολύ μοναδικό, και η μεγάλη του επιρροή ήταν ένας από τους μεγαλύτερους drummers της Αγγλίας, ένας τύπος που ονομαζόταν Phil Seamen, ο οποίος ήταν ένας φανταστικός jazz drummer που έκανε επίσης ηχογραφήσεις και άλλα πράγματα. Ήταν ο Phil που πραγματικά έστρεψε τον Ginger σ’ έναν εναλλακτικό τρόπο σκέψης. Ναι, ήταν μοναδικός drummer. Υπήρχαν πολλοί πραγματικά σπουδαίοι μουσικοί που βγήκαν εκείνη την εποχή. Ήξερα λίγο τον Ginger. Ήξερα τον Mitch (σ.σ: Mitchell – Jimi Hendrix Experience). Ο Mitch ερχόταν στο μαγαζί (σ.σ: με μουσικά όργανα) όπου δούλευα στο Λονδίνο όταν ήμουν έφηβος, πριν γίνω επαγγελματίας. Ο Mitch ήταν μερικά χρόνια μεγαλύτερος από εμένα και ήταν πραγματικός μανιακός με τον Elvin (σ.σ: Jones – drums). Απλώς έμπαινε στο μαγαζί και έλεγε: «Ξέρεις τον δίσκο του Elvin;» και μετά έπαιζε την μελωδία που μόλις είχε ακούσει τον Elvin να παίζει. Και ξαφνικά, μια μέρα μπήκε μέσα και είπε: «Νομίζω ότι θα πάω να παίξω μ’ αυτόν τον μαύρο κιθαρίστα. Νομίζω ότι κάπου θα οδηγήσει αυτό». Και μετά απ’ αυτό τον είδα στο “Top of the Pops”, την αγγλική τηλεοπτική εκπομπή, να παίζει το “Hey Joe”, και από εκεί και πέρα ​​όλα πήραν τον δρόμο τους.

 

Παρεμπιπτόντως, ο Ginger Baker είπε ότι ο John Bonham «δεν μπορούσε να σ’ αλλάξει ρυθμό ούτε σ’ ένα σακί με σκατά». Συμφωνείτε μ’ αυτό;

(Γέλια) Όχι, δεν συμφωνώ. Φυσικά, είναι ο Ginger. Ο Ginger ήταν ο πιο οξύθυμος τύπος ανθρώπου. Ήταν σπουδαίος drummer, αλλά… υποθέτω ότι έχεις δει το ντοκιμαντέρ “Beware of Mr. Baker” (2012). Αυτό σου λέει πραγματικά όσα πρέπει να ξέρεις γι’ αυτόν. Αλλά δεν συμφωνώ μαζί του, όχι. Νομίζω ότι αυτό είναι ένα από τα πράγματα που διαφοροποιεί τον Bonham από πολλούς heavy rock drummers, επειδή ο ήχος του John προερχόταν πραγματικά από την εποχή των big bands. Κούρδιζε τα drums του όπως έκαναν οι drummer των big bands, αλλά απλώς το πήγε σε άλλο επίπεδο. Ο John είχε εξαιρετική αλλαγή ρυθμού (σ.σ: swing) στο παίξιμό του. Είχε πραγματικά εξαιρετικό swing στο παίξιμό του.

 

Τα πήγατε καλά με τον Jimmy Page όταν συνεργαστήκατε στο soundtrack του “Death Wish II” (1982);

Ναι, αυτό ήταν πολύ ευχάριστο. Έμαθα πολλά από τον Jimmy. Ήταν πολύ εύκολος άνθρωπος. Ήταν το ίδιο πράγμα πάλι, Θοδωρή – δεν ήταν ποτέ δικτατορικός. Απλώς παρουσίαζε ιδέες και μετά με άφηνε να συνεχίσω. Σκέφτηκε μερικές σπουδαίες ιδέες, αλλά ποτέ δεν προσπάθησε να μου τις επιβάλει.

 

Πόση καλλιτεχνική ελευθερία είχατε στους δίσκους άλλων ανθρώπων;

Πολλή. Με το είδος της δουλειάς που είχα την τύχη να κάνω όλα αυτά τα χρόνια, οι άνθρωποι σε καλούν επειδή έχουν μια αίσθηση της προσέγγισής σου και της μουσικής σου ευαισθησίας. Προφανώς, δεχόμουν κατεύθυνση. Δεν είμαι από εκείνους τους ανθρώπους που θα έλεγαν ποτέ: «Δεν το παίζω αυτό». Αν κάποιος μου ζητούσε να παίξω κάτι που θεωρούσα μουσικά ακατάλληλο, πιθανότατα θα έλεγα: «Θα σε πείραζε να σου έδινα μια εναλλακτική που νομίζω ότι είναι προς την κατεύθυνση που ψάχνεις;» Και ελπίσουμε ότι θα καταλήξεις σε έναν συμβιβασμό. Γενικά, όμως, δεν υπήρχε πολλή κατεύθυνση. Όταν έκανα τον δίσκο των XTC (σ.σ: “Nonsuch” -1992), ο Andy (σ.σ: Partridge – φωνητικά, κιθάρα) σίγουρα είχε κάποιες ιδέες για τα μοτίβα στα drums, τις οποίες χάρηκα ν’ ακολουθήσω. Άλλοτε έβαζα σ’ αυτές τη δική μου εκδοχή και άλλοτε προσπαθούσα να κάνω αυτό που ήθελε. Το κομμάτι “Omnibus” ήταν δύσκολο. Μόλις τελικά κατάλαβα τι ήθελε, ελπίζω να του έδωσα μια εκδοχή που του άρεσε. Αλλά όλα αυτά τα χρόνια, δεν υπήρχε και πολύ κατεύθυνση. Και πάλι, επανερχόμαστε στο γεγονός ότι, ως μουσικός, όποιο κι αν είναι το όργανό σου, αναπτύσσεις μια φήμη -ευτυχώς ή δυστυχώς. Στις λίγες παραγωγές που έχω κάνει, αν έχω τον κατάλληλο μουσικό, μπορώ απλώς να πω: «Είναι λίγο περισσότερο έτσι» ή «είναι λίγο περισσότερο αλλιώς» και το αφήνω πάνω του. Αν λες συνεχώς: «Όχι έτσι», «όχι, πρέπει να γίνει έτσι», «μην παίζεις αυτό το ρυθμό εκεί» ή «Δεν μου αρέσει ο ήχος – μπορείς να τον αλλάξεις;», τότε μάλλον έχεις πάρει λάθος μουσικό.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είμαι ανοιχτός σε προτάσεις – ήμουν και είμαι ακόμα. Κάποιος μπορεί να πει: «Νομίζω ότι κάνεις λάθος μ’ αυτό. Είναι περισσότερο σαν…» και θα απαντούσα: «Α, εννοείς κάτι τέτοιο;» Τότε θα έλεγε: «Ναι, αυτό ακριβώς είναι». Είναι πολύ διαφορετικό αν δουλεύεις στον κόσμο του κινηματογράφου, ή σε τηλεοπτικές σειρές, ή στην jazz fusion, όπου κάθε 32ο είναι γραμμένο. Αλλά όταν παίζεις με τραγουδοποιούς, υπάρχει μια έμφυτη εμπιστοσύνη μεταξύ όλων των μουσικών, όχι μόνο στον drummer. Όπως είπα, αν ένας μουσικός συνεχίζει να παίζει πράγματα που είναι μουσικά ακατάλληλα, αυτός ο μουσικός μπορεί να είναι πραγματικά σπουδαίος σ’ ένα άλλο είδος. Γι’ αυτό οι μουσικοί χτίζουν φήμη και, σε κάποιο βαθμό, κατατάσσονται σε μια κατηγορία. Δεν νομίζω απαραίτητα ότι αυτό είναι κακό. Υπάρχει μόνο μια πολύ μικρή χούφτα μουσικών που παραβιάζουν αυτόν τον κανόνα. Το πιο προφανές παράδειγμα είναι, φυσικά, ο Steve Gadd (σ.σ: Eric Clapton, James Taylor, Steely Dan). Ο Steve μπορεί να παίξει το πιο ευαίσθητο υλικό ενός τραγουδοποιού και στη συνέχεια να παίξει απίστευτο, καθαρό jazz fusion. Δεν υπάρχουν πολλοί μουσικοί που μπορούν να το κάνουν αυτό, γι’ αυτό και χαίρει τόσο μεγάλης εκτίμησης. Όταν ακούω άλλους μουσικούς να βγαίνουν από τη ζώνη άνεσής τους, μερικές φορές μπορεί να ακούγεται μη πειστικό, ανάλογα με τον μουσικό και την περίσταση. Με τον Steve, όμως, είναι πολύ σπάνια περίπτωση -ακούγεται πειστικός σε κάθε είδος. Έχω πραγματική αγάπη για το Great American Songbook (σ.σ: συλλογή από jazz standards) και μ’ αρέσει να παίζω jazz αυτού του ιδιώματος. Δεν το κάνω πολύ συχνά, αλλά έχω κάνει μερικούς δίσκους σε αυτό το στυλ. Γενικά, όμως, το φόρτε μου ήταν πάντα οι τραγουδιστές και οι τραγουδοποιοί.

 

Πόσο διαφορετικές είναι οι δυναμικές του rhythm section όταν παίζετε με τον Dave Pegg σε σύγκριση με τον Paul McCartney;

Και οι δύο είναι απίστευτα σπουδαίοι μπασίστες. Για μένα, το να έχεις χημεία με έναν μπασίστα είναι αρκετά απλό. Αφορά την αίσθηση του χρόνου και στις επιλογές των νοτών. Κάθε μουσικός έχει μια τάση μικροδευτερολέπτων να κλίνει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Η δική μου είναι -καλώς ή κακώς, σε μερικούς ανθρώπους που γνωρίζω δεν αρέσει, αλλά είμαι πολύ μεγάλος για να τ’ αλλάξω τώρα (γέλια) – να παίζω στο τέλος του beat. Έτσι, αν παίζω με έναν μπασίστα που είναι είτε ακριβώς στο beat είτε ελαφρώς μετά απ’ αυτό, είμαστε καλά. Αλλά αν παίζω με κάποιον που παίζει ακριβώς στην αρχή του beat, δεν νιώθω άνετα. Έτσι, η αίσθηση του χρόνου είναι το πιο σημαντικό πράγμα. Μετά από αυτό έρχονται οι νότες που επιλέγουν να παίξουν και μετά ο ήχος. Ήμουν πολύ τυχερός που έπαιξα με τόσους πολλούς σπουδαίους μπασίστες: Τον Dave Pegg, τον Paul, τον Pino (σ.σ: Palladino – The Who, John Mayer), με τον οποίο έχω κάνει ένα-δυο δίσκους, και τον Dave Bronze (σ.σ: Eric Clapton, Tom Jones), ο οποίος είναι εκπληκτικός μπασίστας. Ο Dave είναι φίλος καθώς και ένας υπέροχος, υπέροχος μουσικός. Ήμουν επίσης αρκετά τυχερός που έπαιξα με μερικούς πραγματικά σπουδαίους μπασίστες στη Βοστώνη. Και πάλι, για να το επαναλάβω, όλα έχουν να κάνουν με την αίσθηση. Μπορείς απλώς να το καταλάβεις. Ένα άλλο πράγμα που συμβάλλει στη σύνδεση μεταξύ εμού και του Dave Pegg είναι απλώς η διάρκεια. Όταν παίζεις τόσο καιρό με κάποιον, πραγματικά -με θετικό τρόπο- συνηθίζετε ο ένας το παίξιμο του άλλου.

 

Έχετε σκεφτεί ποτέ να γράψετε την αυτοβιογραφία σας; Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον ανάγνωσμα.

Όχι, όχι. Δεν υπάρχουν σχέδια (γέλια). Υπάρχουν πολλά βιβλία εκεί έξω από ανθρώπους πολύ πιο ενδιαφέροντες από εμένα. Όχι.

 

Fairport Convention – 1992

Ξαφνιάζεστε όταν μαθαίνετε ότι οι Fairport Convention επηρέασαν μουσικούς όπως ο Nile Rodgers;

Ναι, έμεινα έκπληκτος. Αλλά όπως πιθανώς γνωρίζεις, όταν οι Chic έπαιξαν στο Cropredy Festival πριν από μερικά χρόνια, το ισχυρίστηκε αυτό και είπε ότι άκουγε το συγκρότημα. Ήταν μεγάλη έκπληξη, αλλά δεν θα με εξέπληττε απαραίτητα, γιατί και πάλι, οι μουσικοί που θαυμάζω έχουν όλοι ευρύ γούστο. Παρεμπιπτόντως, μιλώντας για μουσικούς που θαυμάζω, ένας από αυτούς είναι κάποιος που του πήρες πρόσφατα συνέντευξη -αν και δεν είχα την ευκαιρία να τη διαβάσω ακόμα- και αυτός είναι ο Peter Erskine (σ.σ: Weather Report, Jaco Pastorius – drums), του οποίου είμαι μεγάλος οπαδός. Ο Peter είναι ένας απ’ αυτούς τους μουσικούς. Θα έβαζα τον Peter στην ίδια κατηγορία με τον Gadd.

 

Αλλά είναι νεότερος από εσάς. Γεννήθηκε το ‘54.

Ναι, το ξέρω. Είναι νέος σε σύγκριση με εμένα (γέλια). Είναι ένας ακόμη από εκείνους τους τύπους που μπορούν να παίξουν απίστευτα σπουδαία jazz, αλλά και να είναι πραγματικά σπουδαίοι μ’ έναν τραγουδοποιό. Έκανε ένα album πριν από μερικά χρόνια (σ.σ: “Songs from the Movie” – 2014) με μια τραγουδίστρια με την οποία συνεργαζόμουν τη δεκαετία του ‘90, τη Mary Chapin Carpenter, και άκουσα τι έκανε σε αυτόν τον δίσκο -ήταν πανέμορφο. Είναι ένας ακόμη τέλειος μουσικός.

 

Μου είπε ότι όταν άκουσε ένα κομμάτι που έπαιξε ο Jeff Porcaro (Toto, Steely Dan), έκλαψε εν μέρει επειδή το παίξιμό του ήταν τόσο τέλειο. Το έχετε βιώσει ποτέ αυτό;

Σχεδόν σε καθημερινή βάση, ναι. (γέλια) Υπάρχουν μια χούφτα τύποι εκεί έξω που βρίσκονται απλώς σε άλλο επίπεδο – άνθρωποι σαν εμένα μπορούν μόνο να φιλοδοξούν να το πλησιάσουν αυτό. Ξέρω ακριβώς τι εννοεί. Όταν ακούω μια σπουδαία εκτέλεση, και πάλι, με κίνδυνο να πω το προφανές, ειδικά για μένα σήμερα, έχει πολύ μικρή σχέση με την τεχνική. Περισσότερο έχει να κάνει με το πώς αυτό το άτομο έχει προσαρμόσει το παίξιμό του στη μουσική που ερμηνεύει. Τα albums που έκανε ο Peter στην ECM με τον Άγγλο πιανίστα John Taylor περιλαμβάνουν κάποιο από το σπουδαιότερο παίξιμο στην σύγχρονη jazz από αυτόν. Λατρεύω αυτό το trio: Τον John Taylor, τον Palle Danielsson (κοντραμπάσο) και τον Peter.

 

Πόσο σημαντική ήταν η συμβολή του Joe Boyd (παραγωγός Nick Drake) στην επιτυχία των Fairport Convention;

Ο Joe, νομίζω, ήταν πολύ σημαντικός. Ο Joe είναι διαφορετικό είδος παραγωγού από μερικούς από τους παραγωγούς με τους οποίους έχω συνεργαστεί. Στις πρώτες μέρες, συνήθισα πολύ σε αυτό που αποκαλώ «παρεμβατικούς παραγωγούς» – παραγωγούς που έλεγαν: «Όχι. Βάλε μια Λα ύφεση κάτω από αυτό το beat ή αυτή την συγχορδία», μπλα, μπλα, μπλα. Ο Joe είναι το αντίθετο αυτού. Τις περισσότερες φορές, όπως λέει το κλισέ, τα πόδια του ήταν πάνω στο γραφείο και διάβαζε εφημερίδα, αλλά είχε -και συνεχίζει να έχει- ένα απίστευτα καλό ένστικτο να ξέρει πότε κάτι είναι αισθητικά σωστό ή λάθος, γι’ αυτό και οι δίσκοι των Fairport, των Richard & Linda (σ.σ: Thompson), των Nick Drake και της world music είναι τόσο καλοί όσο είναι. Έχει πολύ καλό γούστο και απίστευτες γνώσεις. Εκείνη την εποχή, ήμουν λίγο αβέβαιος γι’ αυτό, αλλά με τα χρόνια έμαθα ότι το να έχεις αυτές τις ιδιότητες είναι πιο σημαντικό από το να είσαι θορυβώδης στο studio, να δίνεις διαταγές στους ανθρώπους ή κάτι τέτοιο. Δεν θ’ αναφέρω ονόματα, αλλά υπήρξαν κάποιοι παραγωγοί με τους οποίους έχω συνεργαστεί που δεν ήταν δικτατορικοί, αλλά ήταν πολύ του στυλ «κάνε αυτό», «κάνε εκείνο» και ούτω καθεξής. Οι παραγωγοί με τους οποίους είχα την τύχη να συνεργαστώ – τα «μεγάλα ονόματα», όπως οι Glyn Johns, John Wood και George Martin – δεν είναι έτσι. Επιλέγουν τους μουσικούς, τους αφήνουν να συνεχίσουν και μετά τους κατευθύνουν αν νιώσουν ότι κινούνται προς τη λάθος κατεύθυνση. Και το κάνουν τόσο διακριτικά που δεν συνειδητοποιείς καν ότι σου συμβαίνει. Αυτή είναι απίστευτη ικανότητα.

 

Η μουσική του George Harrison, η μουσική του Santana, η μουσική του Jimi Hendrix έχει επίσης μια ισχυρή πνευματική πτυχή. Είναι η σημερινή μουσική πνευματική;

Δεν το ακούω πολύ αυτό. Αυτό που ακούω, σε ορισμένους κύκλους -ειδικά σε κάποια από την χειρότερη country μουσική- είναι πολλά χριστιανικά πατριωτικά πράγματα. Όσον αφορά τη θρησκεία, η στάση μου είναι: «Ό,τι σε κάνει ευτυχισμένο. Μην βλάπτεις κανέναν και συνέχισε τη ζωή σου». Όχι, ίσως απλώς δεν ακούω τα σωστά πράγματα. Δεν είμαι ενημερωμένος για όλη τη σύγχρονη μουσική, αλλά όχι, δεν το έχω αντιληφθεί πραγματικά. Ακούω πολλούς σπουδαίους σύγχρονους τραγουδοποιούς και γίνεται πολλή καλή μουσική. Δεν είμαι από εκείνους τους ανθρώπους που λένε: «Α, ήταν τόσο υπέροχα τη δεκαετία του ‘60 και του ‘70 και ο,τιδήποτε μοντέρνο είναι χάλια». Νομίζω ότι γίνονται μερικά υπέροχα πράγματα. Αλλά θα συμφωνούσα μαζί σου ότι ίσως υπάρχει έλλειψη βαθιάς πνευματικότητας στη σύγχρονη μουσική.

 

Ο Keith Emerson μου είπε: «Στη δεκαετία του ‘60 και του ‘70 η μουσική ήταν πιο σημαντική για τον κόσμο. Ήταν τεράστιο γεγονός όταν οι Beatles κυκλοφορούσαν ένα νέο album. Έπρεπε ν’ ακούσεις την κιθάρα του George Harrison. Έπρεπε ν’ ακούσεις το μπάσο του Paul McCartney. Έπρεπε ν’ ακούσεις τους στίχους του John Lennon. Σήμερα κανείς δεν δίνει δεκάρα για το ποιος παίζει ένα κιθαριστικό solo σ’ ένα άλμπουμ της Lady Gaga».

Τείνω να συμφωνήσω, αλλά πρέπει πάντα να προσέχω να μην ακουστώ σαν κωλόγερος όταν το λέω αυτό. Ένα από τα καλύτερα αποφθέγματα που έχω ακούσει, γενικά, για την κατάσταση της σύγχρονης μουσικής ήταν από τον Vince Gill, ο οποίος είναι εκπληκτικός μουσικός. Κάποιος τον ρώτησε για τα downloads και είπε: «Η υποτίμηση της μουσικής και η αξία της τώρα μου φαίνεται γελοία. Το single μου κοστίζει 99 σεντς. Τόσο κόστιζε ένα single το 1960. Στο τηλέφωνό μου, μπορώ να βρω μια εφαρμογή με 99 σεντς που κάνει ήχους κλανιάς – η ίδια τιμή μ’ αυτό που δημιουργώ και με το οποίο απευθύνομαι στον κόσμο. Κάποιοι θα έλεγαν ότι η εφαρμογή με τις κλανιές είναι πιο σημαντική. Είναι μια άβολη εποχή. Τα δημιουργικά μυαλά κακομεταχειρίζονται πολύ». Σκέφτηκα: «Ναι, εκεί βρισκόμαστε». Η εποχή που γυρίζαμε το εξώφυλλο ενός album για να δούμε πού ηχογραφήθηκε, ποιοι είναι οι μουσικοί, ποιος ήταν ο παραγωγός, ποιος έγραψε τα τραγούδια – αυτό φαίνεται, γενικά μιλώντας, να ανήκει στο παρελθόν. Οι άνθρωποι που ενδιαφέρονται πραγματικά για τη μουσική, ανεξαρτήτως ηλικίας -είτε είναι νέοι, μεσήλικες είτε ηλικιωμένοι- θα την ανακαλύψουν, γιατί προφανώς, με το διαδίκτυο, μπορείς να ψάξεις γι’ αυτά τα πράγματα. Αλλά βρισκόμαστε σε μια διαφορετική εποχή, ευτυχώς ή δυστυχώς. Νομίζω ότι η τελευταία φορά που κάθισα κι άκουσα ένα ολόκληρο album από την αρχή μέχρι το τέλος ήταν γύρω στα Χριστούγεννα. Ήταν το “Orchestras” του Bill Frisell (2024). Ήταν απλώς τόσο υπέροχο.

 

Είχατε γνωρίσει ποτέ τον Keith Moon (The Who – drums);

Όχι. Νομίζω ότι ήρθε στο μαγαζί με μουσικά όργανα όπου δούλευα κάποτε, και μπήκε και βγήκε, αλλά όχι, δεν τον γνώρισα ποτέ. Ήταν απίστευτος στυλίστας. Και πάλι, μου πήρε λίγο χρόνο να εκτιμήσω τον Keith επειδή η προσέγγισή του ήταν σχεδόν η ακριβώς αντίθετη από τη δική μου. Αλλά καθώς μεγάλωνα και τα αυτιά μου άνοιγαν, έμαθα να εκτιμώ αυτό που έκανε. Και αυτό που έκανε σ’ εκείνο το συγκρότημα ήταν εκπληκτικό, γι’ αυτό και δυσκολεύτηκαν τόσο πολύ να τον αντικαταστήσουν. Λέγοντας αυτό, νομίζω ότι ο Kenney Jones  (Small Faces, Faces) έκανε καλή δουλειά και ο Simon Phillips έκανε πραγματικά πολύ καλή δουλειά. Ο Zak (σ.σ: Starkey – γιος του Ringo Starr) έκανε επίσης εξαιρετική δουλειά, αλλά ο Keith ήταν πραγματικά μοναδικός.

 

Γιατί αποφασίσατε να μετακομίσετε στη Μασαχουσέτη το 1998;

Επειδή δεν είχα δουλειά στην Αγγλία. Δεν δούλευα σχεδόν καθόλου, ενώ δούλευα πολύ περισσότερο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Έπαιζα με τη Mary Chapin Carpenter και έκανα φιλίες στη Βοστώνη. Πάντα ήθελα να πάω εκεί και το ένα πράγμα έφερε το άλλο, και αυτό ήταν όλο. Ήταν ένας συνδυασμός πολιτισμικής αλλαγής και δουλειάς. Ευτυχώς, η γυναίκα μου ήταν πρόθυμη να το δεχτεί. Ο Θεός να την ευλογεί.

 

Μπορείτε να μας περιγράψετε την πρώτη σας συνάντηση με τον Ringo Starr;

Έχασα τα λόγια μου. Ευτυχώς, η πρώτη φορά που τον γνώρισα ήταν στα AIR Studios στο Λονδίνο. Έπαιζα ένα κομμάτι με τον Paul, και ο Ringo μπήκε στο studio, οπότε ο Paul με σύστησε σ’ αυτόν. Αλλά όλα τελείωσαν σε πέντε ή δέκα λεπτά, και αυτό ήταν το κοντινότερο που πλησίασα σ’ αυτόν. Αλλά ναι, τι μπορείς να πεις όταν συναντάς τους ήρωές σου; Ήταν αρκετά δύσκολο για μένα την πρώτη φορά που γνώρισα τον Paul – παραλίγο να γίνω ρεζίλι. Αλλά ο Paul είναι πολύ καλός στο να κάνει τους ανθρώπους να νιώθουν άνετα, και με έκανε να νιώθω άνετα, οπότε τελικά ηρέμησα. Μπορεί να πεις: «Εντάξει, γεια σου, ναι, χαίρομαι που σε γνωρίζω», αλλά μέσα σου σκέφτεσαι: «Τι στο καλό;! Είναι ο Paul McCartney». Δεν νομίζω ότι πολλοί άνθρωποι το ξεπερνούν ποτέ αυτό. Ίσως οι Wings και το συγκρότημα που έχει τα τελευταία 20 χρόνια. Αυτοί οι τύποι είναι απίστευτοι. Είμαι σίγουρος ότι έχουν συνηθίσει να είναι κοντά του. Είναι ένα Beatle, για όνομα του Θεού!

 

Θα μπορούσατε να μας εξηγήσετε γιατί Άγγλοι drummers όπως οι Ginger Baker, Charlie Watts και Bill Bruford (Yes, King Crimson) θεωρούν τους εαυτούς τους jazz drummers;

Νομίζω ότι υπάρχει ένα στοιχείο μετριοφροσύνης, είτε είναι ψευδής είτε όχι. Ο Charlie σίγουρα θεωρούσε τον εαυτό του ως τον απόλυτο ακομπανίστα σ’ αυτό το rock συγκρότημα, με αυτή την απίστευτη αγάπη για την jazz. Ο Bill -με εκπλήσσει που αυτοαποκαλείται jazz drummer. Ο Bill είναι ένας από τους πιο μορφωμένους drummers που έχω γνωρίσει ποτέ. Είμαι πολύ τυχερός που αποκαλώ τον Bill φίλο. Δεν μιλάμε πολύ, αλλά σίγουρα μπορώ να τον αποκαλέσω φίλο. Δεν ξέρω τι σημαίνει να αυτοαποκαλούνται έτσι.

 

Μερικοί Άγγλοι drummers με τους οποίους έχω μιλήσει, όπως ο Kenney Jones , ο Jerry Shirley (Humble Pie, Syd Barrett, Fastway) και ο Bev Bevan (The Move, ELO) έχουν αναφέρει τον Brian Bennett των Shadows ως επιρροή. Σας άρεσε;

Ναι, τον συνάντησα μερικές φορές. Είναι λίγο απόμακρος, αλλά φαίνεται πολύ ευχάριστος τύπος και είναι εξαιρετικός drummer. Αυτό το συγκρότημα είναι σαν την αγγλική βερσιόν του αμερικανικού συγκροτήματος The Ventures. Ήταν ένα instrumental συγκρότημα και συνόδευαν έναν πολύ διάσημο Άγγλο pop star, τον Cliff Richard. Υπήρχε ένας drummer πριν από τον Brian. Θυμάμαι, ως νέος, να μ’ έχει επηρεάσει πολύ. Το όνομά του ήταν Tony Meehan. Μετά έφυγε, ο Brian πήρε τη θέση του και άφησε πραγματικά τη σφραγίδα του σε αυτό το συγκρότημα και τα πήγε όντως πολύ καλά.

 

Ένα τεράστιο «ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ» στον κύριο Dave Mattacks για τον χρόνο του.

Dave Mattacks Official website: https://www.davemattacks.com/

Dave Mattacks Official Facebook page: https://www.facebook.com/dave.mattacks

- Advertisement -

Latest articles

Related articles