HIT CHANNEL ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: Μάρτης 2026. Είχαμε την μεγάλη τιμή να μιλήσουμε μ’ έναν απίστευτα ταλαντούχο μουσικό: τον Bob Jackson. Είναι περισσότερο γνωστός ως μέλος των Badfinger, ηχογραφώντας το “Head First” album μαζί τους το 1974. Ήταν επίσης ιδρυτικό μέλος των Indian Summer, ενός εξαιρετικού progressive rock συγκροτήματος που είχε το ίδιο management με τους Black Sabbath, όταν αυτοί ακόμα λεγόντουσαν Earth, το οποίο κυκλοφόρησε ένα album (“Indian Summer” -1971 – το έχουμε συμπεριλάβει φυσικά στο μεγάλο αφιέρωμα για τα Υποτιμημένα Rock Albums που κάναμε το 2017). Έχει παίξει επίσης με τους Ross, The Byron Band (του David Byron, τραγουδιστή των Uriah Heep), Pete Brown, Jeff Beck, Jack Bruce, The Fortunes, The Searchers και Moon. Το Δεκέμβρη του 2024, οι Badfinger κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά επίσημα το “Head First” album, 50 χρόνια μετά την αρχική του ηχογράφηση. Μπορείτε να παραγγείλετε το album από το https://badfingeruk.bandcamp.com/album/head–first . Διαβάστε παρακάτω τα πολύ ενδιαφέροντα πράγματα που μας είπε:
Η έκδοση για την 50ή επέτειο του album “Head First” των Badfinger είναι η πρώτη κανονική του κυκλοφορία. Είστε ικανοποιημένοι με την ανταπόκριση που έχετε λάβει μέχρι στιγμής γι’ αυτό;
Ναι, νομίζω ότι ήμασταν πολύ τυχεροί, τα σχόλια ήταν πάρα πολύ καλά. Νομίζω ότι αυτό χρειαζόταν πάντα αυτό το album, αλλά, όπως πιθανώς γνωρίζεις, μόλις πρόσφατα καταφέραμε να βρούμε τις master ηχογραφήσεις. Έτσι, μόλις τις βρήκα, μπόρεσα ν’ αναλάβω τα ηνία και στη συνέχεια μ’ έναν συνεργάτη (σ.σ: Andy Nixon) το μιξάραμε και κάναμε το mastering από την αρχή. Οπότε, ναι, είχαμε πολύ καλές αντιδράσεις και είμαι πολύ χαρούμενος.
Ξέρω ότι το “Head First” είχε μια πολύ μεγάλη και πολύ θλιβερή ιστορία. Θα θέλατε να μας πείτε μερικές βασικές πληροφορίες για τη διαδικασία ηχογράφησης του το 1974 και τα επακόλουθα;
Ναι, ηχογραφήσαμε αυτό το album στα Apple Studios (σ.σ: που ανήκε στους Beatles) και ήταν μια περίεργη κατάσταση: Ο manager μας (σ.σ: Stan Polley), ένας Αμερικανός manager που είχαμε, μας είχε πει να πάμε στο studio για να κάνουμε άλλο ένα album και δεν ήμασταν σίγουροι για τον λόγο, επειδή σύμφωνα με το δισκογραφικό συμβόλαιο δεν ήταν η ώρα να κάνουμε άλλο ένα album, αλλά επέμεινε και μας έστειλε στα Apple και έκλεισε μόνο 11 ημέρες, που είναι σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα για να κάνεις ένα ολόκληρο album. Τέλος πάντων, συναντήθηκα με τα παιδιά και γράψαμε για αυτό ολοκαίνουργιο υλικό και το ηχογραφήσαμε, αλλά το περίεργο ήταν ότι οι αμφιβολίες μας για τον λόγο που το κάναμε ήταν σωστές, ήμασταν καχύποπτοι. Τα χρήματα καταβλήθηκαν από τη δισκογραφική εταιρεία σε έναν προσωρινό ανοιχτό καταπιστευτικό λογαριασμό (σ.σ: escrow account) -δηλαδή έναν καλή τη πίστει λογαριασμό όπου τα χρήματα εμφανίζονται να υπάρχουν αλλά δεν πρέπει να τα πάρεις ακόμα-, αλλά μόλις αυτά τα χρήματα μπήκαν σ’ αυτόν τον λογαριασμό, ο manager μας ουσιαστικά απλώς τα έκλεψε. Το αποτέλεσμα ήταν ότι η δισκογραφική εταιρεία, η Warner, είπε: «Περιμένετε ένα λεπτό, ακυρώνουμε ολόκληρο το συμβόλαιο» και αυτό μας άφησε ως συγκρότημα να αναρωτιόμαστε: «Τι κάνουμε;» Ήταν πολύ ατυχές, πραγματικά. Ηχογραφήσαμε το album, αλλά φυσικά η δισκογραφική εταιρεία είπε: «Ακυρώνουμε το συμβόλαιο», οπότε το album δεν κυκλοφόρησε ποτέ. Για πολύ, πολύ καιρό μετά απ’ αυτό, δεκαετίες, υπήρχε μεγάλη σύγχυση σχετικά με το ποιος ήταν στην πραγματικότητα ο κάτοχος αυτού του album, επειδή η δισκογραφική εταιρεία έλεγε ότι δεν το ήθελε. Η δισκογραφική μας εταιρεία μήνυσε εμάς καθώς και τον manager μας, οπότε όλα απλώς κατέρρευσαν. Και φυσικά, τα πραγματικά άσχημα νέα ήταν ότι ήταν τόσο μαύρα τα πράγματα που ο κιθαρίστας μας Pete Ham απογοητεύτηκε και απελπίστηκε τόσο πολύ -επειδή όλα τα χρήματα σταμάτησαν, τα πάντα σταμάτησαν- που αυτοκτόνησε (σ.σ: το 1975). Ήταν πολύ λυπηρό. Έτσι, για δεκαετίες και δεκαετίες απλώς δεν γινόταν τίποτα μ’ αυτό το album και κανείς δεν μπορούσε να βρει τις ηχογραφήσεις, κανείς δεν μπορούσε να βρει κανένα καταγεγραμμένο στοιχείο γι’ αυτό, αλλά τελικά το βρήκα, πριν από περίπου ενάμιση χρόνο ή κάπου τόσο και κατάφερα να το κυκλοφορήσω. Λοιπόν, αυτή είναι μια σύντομη ανάλυση του τι συνέβη.
Ποια είναι η διαφορά μεταξύ της έκδοσης για την 50ή επέτειο του “Head First” και εκείνης του 2000;
Το 2000 έκανα μια συμφωνία με την Snapper Records. Πήρα το ρίσκο επειδή σκέφτηκα: «Αυτό το album δεν θα κυκλοφορήσει ποτέ», οπότε είχαμε μερικές κασέτες σε 2-κάναλο, δεν ήταν οι πολυκάναλες, ήταν απλώς demo ηχογραφήσεις σε 2-κάναλο που ο μηχανικός ήχου στα Apple είχε ηχογραφήσει για μας απλώς για να τις ακούσουμε ως συγκρότημα όταν φύγαμε από το studio το 1974. Έτσι, έκανα μια συμφωνία για να κυκλοφορήσω αυτά τα τραγούδια και φυσικά η ποιότητα δεν ήταν καλή, αλλά σκέφτηκα: «Δεν θα κυκλοφορήσουν ποτέ. Πρέπει να κάνω κάτι». Κατάφερα να τα κυκλοφορήσω, αλλά φυσικά, δεν έκανα εγώ την παραγωγή, δεν τα μίξαρα, δόθηκαν σε κάποιον άλλο για να το κάνει, οπότε, αυτό ήταν πολύ μπερδεμένο. Έτσι όπως συνέβη, το album έτυχε καλής υποδοχής ακόμα και τότε, παρότι η ποιότητα του ήχου δεν ήταν πραγματικά η καλύτερη. Αλλά αυτό προκάλεσε μεγάλη σύγχυση: Η Warner Bros. παρενέβη ξανά και είπε: «Ισχυριζόμαστε ότι αυτές οι ηχογραφήσεις μας ανήκουν» και εγώ είπα: «Ωχ όχι, ελάτε τώρα, δεν πληρώσατε την προκαταβολή, απορρίψατε το album. Δεν σας ανήκουν οι ηχογραφήσεις». Τα κατάφερα και τελικά, ναι, βγάλαμε αυτό το album το 2000. Αλλά αυτή τη φορά, πριν από ενάμιση ή δύο χρόνια, φυσικά, κατάφερα να εντοπίσω τις ηχογραφήσεις και ξέρεις, η Warner Bros. Records τις είχε εξ αρχής. Έλεγαν για πολύ καιρό ότι δεν τις είχαν, αλλά τις είχαν και συμφώνησαν να μου τις δώσουν. Έτσι, ήμουν τόσο χαρούμενος, κατάφερα να τις φέρω εδώ στο Ηνωμένο Βασίλειο και έκανα τη μίξη και την παραγωγή τους. Έτσι, αυτή είναι πολύ ανώτερη από την έκδοση της Snapper.
Μ’ αρέσει πολύ το τραγούδι σας “Moonshine” από το “Head First”. Πώς προέκυψε;
Σ’ ευχαριστώ. Βιαζόμασταν αρκετά να ηχογραφήσουμε όλα αυτά τα τραγούδια επειδή ο manager μας ειδοποίησε εντελώς την τελευταία στιγμή για να κάνουμε το album, αλλά αυτό ήταν ένα από τα τραγούδια που σκαρώσαμε. Ο Mike Gibbins, o drummer, είχε την πρώτη ακολουθία (σ.σ: από νότες) και δεν ήξερε τι άλλο να κάνει μ’ αυτήν, οπότε την έδωσε σε μένα και τον Tommy Evans, τον μπασίστα (σ.σ: αυτοκτόνησε το 1983) και ασχοληθήκαμε λίγο και προσθέσαμε άλλα δύο μέρη. Έτσι, γράφτηκε από κοινού. Είμαι εγώ, ο Mike Gibbins, ο drummer, και ο Tommy Evans, ο μπασίστας. Ναι, έχει ωραία ατμόσφαιρα, ο Pete (σ.σ: Ham) έπαιξε πολύ ωραία slide κιθάρα σ’ αυτό. Λοιπόν, χαίρομαι που σου άρεσε.
Ήταν η αυτοκτονία του Pete Ham (φωνητικά, κιθάρα, πιάνο) το 1975 μεγάλο σοκ για σας;
Ω, τεράστιο σοκ, ναι! Είναι αλήθεια ότι όλοι περνούσαμε κατάθλιψη, αν θες, επειδή η καριέρα μας φαινόταν να έχει σταματήσει, φαινόταν να έχει τελειώσει. Δεν είχαμε δισκογραφική εταιρεία, το management μας ήταν απατεώνες, οπότε δεν μπορούσαμε να πάρουμε απ’ αυτούς χρήματα. Πήγαμε σε διάφορους άλλους managers στο Λονδίνο και είπαμε: «Μπορείτε να μας βοηθήσετε;» και μας είπαν: «Κοιτάξτε, είστε ένα σπουδαίο συγκρότημα, αλλά αφού ξεπεράσετε όλες τις νομικές σας δυσκολίες, τότε ελάτε σε εμάς». Λοιπόν, φυσικά, ήμασταν σε αδιέξοδο, δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Έτσι, όταν πέθανε ο Pete, ήμασταν όλοι πολύ θλιμμένοι και πεσμένοι, αλλά δεν το περίμενα αυτό, όχι. Ο Pete μου ζήτησε να σταματήσω. Σταμάτησα μόλις μια εβδομάδα πριν πεθάνει, πέρασα λίγο χρόνο μαζί του. Όχι, δεν το περίμενα αυτό. Ήταν τρομερό σοκ.
Πότε μάθατε για την κακοδιαχείριση του Stan Polley (manager των Badfinger);
Ήμασταν καχύποπτοι για κάποιο διάστημα, ακόμη και πριν ξεκινήσουμε να ηχογραφούμε το album “Head First” στα Apple. Αλλά το σημαντικό ήταν ότι όταν μας έστειλε να ηχογραφήσουμε το album, είπαμε: «Δεν χρωστάμε κάποιο» και μετά, φυσικά, όταν έκλεψε αυτά τα χρήματα, προσπαθήσαμε να τον βρούμε. Ήμασταν στα τηλέφωνα, ιδιαίτερα ο Pete, ο κιθαρίστας, προσπαθούσε να τον πάρει τηλέφωνο και το τηλέφωνο ήταν νεκρό ή κάποιος έλεγε: «Ω, δεν είναι εδώ αυτή τη στιγμή». Έτσι, ξέραμε τότε ότι «αυτό είναι άσχημο, αυτό είναι πραγματικά άσχημο» και μετά συνειδητοποιήσαμε ότι στην πραγματικότητα τα έκλεψε απ’ αυτόν τον λογαριασμό, δεν το ξέραμε στην αρχή, αλλά μας το είπε η Warner Bros.. Είπαν: «Τερματίζουμε το συμβόλαιο, ο manager σας έκλεψε αυτά τα χρήματα και αυτό είναι το τέλος». Έτσι, ήταν ένα τρομερό σοκ να χάσουμε και τους φίλους και την δουλειά, ήταν απαίσιο. Απαίσιο.
Υπάρχουν σχέδια να περιοδεύσετε με τους Badfinger;
Όχι, προς το παρόν, αν και ποτέ μην λες ποτέ. Θα ήθελα να πιστεύω ότι θα κάνω κι άλλα πράγματα live. Για ένα διάστημα, είχα ένα συγκρότημα, αλλά λόγω κάποιας ασθένειας που είχα εκείνη την εποχή, αναγκάστηκα να σταματήσω, ήταν ατυχές, αλλά ναι, θα ήθελα να το πιστεύω. Θα ήθελα να πιστεύω ότι θα ξανακάνουμε κάτι.
Παρεμπιπτόντως, πίστευαν οι άλλοι στους Badfinger ότι οι Pink Floyd έκλεψαν τον τίτλο τους “Wish You Were Here”; [Οι Badfinger κυκλοφόρησαν το album τους “Wish You Were Here” το 1974 και οι Pink Floyd το 1975]
Ναι, το πίστευαν. Το συζητήσαμε αυτό. Δεν ξέρουμε την αλήθεια. Συχνά σκεφτόμασταν: «Ναι, το βγάλαμε πρώτοι» (γέλια).
Είστε περήφανος που το “Indian Summer” (1971) θεωρείται cult album;
Ναι, είμαι και για να είμαι ειλικρινής, είμαι πολύ έκπληκτος, γιατί την εποχή που υπήρχαμε εκεί έξω και παίζαμε, το ‘70-‘71, δεν τα πηγαίναμε τόσο καλά. Δηλαδή, είχαμε μεγάλη επιτυχία στις συναυλίες, αλλά το album δεν πούλησε ιδιαίτερα. Ήμασταν στο management των Black Sabbath εκείνη την εποχή και οι Sabbath τα πήγαν κάπως έτσι (σ.σ: δείχνει ένα ψηλό σημείο κατά τη συνομιλία μας στο Zoom) και εμείς τα πήγαμε κάπως έτσι (σ.σ: δείχνει ένα χαμηλό σημείο). Ναι, είμαι πολύ έκπληκτος που έχει καλή φήμη. Παραδόξως, μόλις χθες ήμουν στο Λονδίνο και πήγα στα Trident Studios όπου ηχογραφήσαμε αυτό το album. Έκανα μια μικρή περιήγηση, γνωρίζαμε τους ανθρώπους που το διηύθυναν. Έτσι, πήγα σε αυτό το studio μόλις χθες για πρώτη φορά από το 1971 και αυτό μου έφερε πολλές αναμνήσεις, ναι, ήταν φανταστικά. Είναι ωραίο που αρέσει σ’ όλους, είναι υπέροχο.
Γιατί δεν μείνατε ικανοποιημένοι με την παραγωγή του Rodger Bain (παραγωγός των Black Sabbath στα τρία πρώτα albums τους) στο album “Indian Summer”;
Δεν είμαι σίγουρος αν ήταν μόνο η παραγωγή ή ήταν η διαδικασία του mastering, όπου στην πραγματικότητα προετοιμάζουν την τελική μίξη για να κυκλοφορήσει σε βινύλιο, αλλά για μένα, ο ήχος ήταν πολύ επίπεδος και δεν ήταν πολύ δυνατός σε σύγκριση μ’ άλλα albums. Έτσι, πάντα σκεφτόμασταν: «Ναι, ξέρεις, θα μπορούσε να ήταν πολύ καλύτερο». Αλλά δεν ήμασταν εκεί στη μίξη, δεν μας κάλεσαν. Ήταν το πρώτο μας album, οπότε δεν μας κάλεσαν να συμμετάσχουμε σ’ όλα αυτά. Δεν είναι ότι το μισώ, νομίζω ότι είναι εντάξει, απλώς σκέφτομαι ότι θα μπορούσε να ήταν πολύ καλύτερο όσον αφορά την ένταση και την ποιότητα του ήχου.
Πείτε μας όλα όσα πρέπει να γνωρίζουμε για το τραγούδι “God Is the Dog” από το album “Indian Summer”.
(Γέλια) Λοιπόν, πόσο χρόνο έχεις; Ήμασταν ακριβώς στην αρχή της εποχής της progressive μουσικής, οπότε η ιδέα ήταν να δημιουργήσουμε μουσική που ήταν ασυνήθιστη, μοναδική και στιχουργικά θα έκανε τους ανθρώπους να σκεφτούν, όχι όπως σ’ ένα pop τραγούδι. Το “God Is the Dog” μιλούσε για τ’ αντίθετα: Όπου υπάρχει το ψηλότερο (σ.σ: σημείο), υπάρχει πάντα ένα αντίθετο χαμηλότερο, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ. Το καλό και το κακό. Αυτό είναι το τελικό μήνυμα των στίχων. Ναι, είναι λίγο απ’ αυτό που ονομάζουμε «εσωτεριστικοί» στίχοι. Πολλοί άνθρωποι με ρωτούν γι’ αυτό και κατά κάποιο τρόπο, δεν θα μπορούσα να εξηγήσω κάθε στίχο μεμονωμένα. Στην πραγματικότητα, προέκυψε πρώτα ως ποίηση. Από εκεί ξεκίνησε, πριν τη μουσική.
Ποια είναι η ιστορία πίσω από το “Another Tree Will Grow”, το τελευταίο τραγούδι του album “Indian Summer”;
Λοιπόν, αυτό είναι ένα άλλο τραγούδι που μιλάει για τ’ αντίθετα. Μέρος των στίχων είναι: “Opposites are equals, life is full of sequels” (σ.σ: «Τα αντίθετα είναι ίσα, η ζωή είναι γεμάτη συνέχειες»). Αυτό έλεγε ότι στην πραγματικότητα τίποτα ποτέ δεν πεθαίνει, τίποτα δεν φεύγει, απλώς αλλάζει. Όπως γνωρίζουμε από την επιστήμη, δεν μπορείς να καταστρέψεις την ενέργεια, απλώς μετατρέπεται σε κάτι άλλο. Υποθέτω ότι στην πραγματικότητα μιλούσε για την ιδέα της μετενσάρκωσης: Όταν ένα πράγμα πεθαίνει, ένα άλλο θα εμφανιστεί. Λοιπόν, αυτή είναι η σύντομη ιστορία αυτού (γέλια).
Πιστεύετε ότι το διαδικτυακό downloading έκανε τη μουσική των Indian Summer διαθέσιμη σ’ ένα ευρύτερο κοινό;
Αυτή είναι πολύ καλή ερώτηση, Θοδωρή. Δεν το έχω σκεφτεί ποτέ πραγματικά, αλλά υποθέτω ότι έχεις δίκιο, νομίζω ότι την έκανε, επειδή δεν πουλήσαμε πολλά albums το ‘71 και δεν υπήρχε προοπτική να κάνουμε άλλα πράγματα μετά απ’ αυτό, οπότε υποθέτω ότι χωρίς το streaming και το διαδίκτυο ο κόσμος πιθανότατα δεν θα το είχε καν ακούσει. Νομίζω ότι έχεις δίκιο. Νομίζω ότι βοήθησε τη μουσική να διαρκέσει και να εξαπλωθεί.
Ποιες ήταν οι επιρροές σας όταν ιδρύσατε τους Indian Summer;
Έχω πολλές επιρροές. Η μουσική σκηνή στην Αγγλία ήταν πολύ καλή στα τέλη της δεκαετίας του ‘60 και στις αρχές της δεκαετίας του ‘70 και συνήθιζα να πηγαίνω να βλέπω πολλά συγκροτήματα, ίσως μερικά συγκροτήματα που δεν θα έχεις ακουστά. Προφανώς, έχεις ακουστά ανθρώπους όπως οι Fleetwood Mac και οι Pink Floyd και είδα πολλά από αυτά τα συγκροτήματα σε πολύ μικρούς χώρους, μικρά clubs, όχι σε μεγάλα στάδια και επηρεάστηκα πολύ από τ’ ότι ήμουν κοντά στη μουσική. Μερικοί από τους ανθρώπους που με επηρέασαν πραγματικά ήταν: Ο Stevie Winwood (σ.σ: Traffic, Blind Faith -φωνητικά, Hammond, κιθάρα) και οι Traffic και μου άρεσαν οι Spencer Davis Group στους οποίους ήταν νωρίτερα αυτός, οπότε, ήταν μεγάλη επιρροή. Ο Hendrix, είτε το πιστεύεις είτε όχι, ήταν μεγάλη επιρροή. Αν και μάλλον δεν θα το διαπιστώσεις στη μουσική, αλλά στιχουργικά ήταν μεγάλη επιρροή, μ’ αρέσει πολύ ο Hendrix. Ο Arthur Brown και ο πληκτράς του, ο Vincent Crane (σ.σ: αργότερα σχημάτισε τους Atomic Rooster). Αυτός ο πληκτράς ήταν απλώς απίστευτος. Υπήρχε ένας jazz οργανίστας πριν από χρόνια που ονομαζόταν Jimmy Smith, ένας Αμερικανός, και πάντα πίστευα ότι ο Vincent Crane ήταν σαν να είχε πάρει στεροειδή ο Jimmy Smith (γέλια). Ήταν σαν μια ανώτερη βερσιόν του Jimmy Smith. Ποιος άλλος; Υπήρχε ένα συγκρότημα που ονομαζόταν Family από το Leicestershire, τους είδα πολλές φορές και μουσικά πάλι μ’ άρεσε πολύ αυτό που έκαναν. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν πολλές επιρροές, αλλά το σπουδαίο ήταν, όπως είπα, ότι η σκηνή ήταν τέτοια που μπορούσες να δεις αυτά τα συγκροτήματα από πολύ κοντά. Δεν τα παρακολουθούσες σ’ ένα μεγάλο στάδιο, ήταν απλώς σε ένα club και συνήθιζα να πηγαίνω συνέχεια να βλέπω αυτή τη μουσική. Ναι, σίγουρα με επηρέασαν και άλλα συγκροτήματα.
Ποια ήταν η αντίδρασή σας όταν είδατε το εξώφυλλο του album “Indian Summer” για πρώτη φορά; Είναι πολύ ασυνήθιστο για ένα βρετανικό συγκρότημα.
Είναι πολύ ασυνήθιστο. Ο σχεδιαστής του εξωφύλλου του album ήταν ένας τύπος που ονομαζόταν Keef (σ.σ: Marcus Keef, πραγματικό όνομα Keith Macmillan) και είχε κάνει το εξώφυλλο του “Black Sabbath” (1970) νωρίτερα (σ.σ: έκανε επίσης και των “Paranoid” και “Vol. 3”), ήταν λίγο κιτς, έτσι θα το περιέγραφα. Πήρε ένα μέρος των στίχων όπου μιλούσα για μια αλεπού ως ένα παντοτινό σύμβολο του κακού και έκανε αυτή την αλεπού να κοιτάζει ψηλά αυτόν τον κάκτο (τρελά γέλια) και πρέπει να παραδεχτώ ότι όταν το είδα για πρώτη φορά είπα: «Τι είναι αυτό;!» Μετά, συνειδητοποίησα ότι είχε πάρει ένα μέρος των στίχων απ’ ένα από τα τραγούδια που αναφερόταν σε μια αλεπού και απλώς έπαιξε μ’ αυτό. Δηλαδή, δεν το μισήσαμε, αλλά μείναμε λίγο έκπληκτοι σκεπτόμενοι: «Εντάξει, γιατί κοιτάζει τον κάκτο;» Δεν το κατάλαβα ποτέ αυτό, θα ‘πρεπε να ρωτήσεις τον Keef. Αλλά ναι, την έκανε τη δουλειά, ήταν σουρεαλιστικό, υποθέτω, κάτι που ταίριαζε με την ατμόσφαιρα της μουσικής.
Τι αναμνήσεις έχετε από τις περιοδείες των Indian Summer με τους Black Sabbath όταν αυτοί ακόμα ονομάζονταν Earth;
Λοιπόν, γνωρίζαμε τα παιδιά πολύ καλά και μάλιστα μπορώ να σου πω, ο manager (σ.σ: Jim Simpson), που ήταν manager και των δύο, κατά καιρούς μας έλεγε: «Κοιτάξτε, πηγαίνετε σ’ αυτή τη συναυλία και παίξτε, αλλά μην πείτε ότι είστε οι Indian Summer. Πείτε ότι είστε οι Earth ή οι Black Sabbath» και ρωτούσαμε: «Γιατί;» και μας έλεγε: «Επειδή δεν μπορούν να έρθουν, κάτι έχει συμβεί. Το van τους χάλασε ή κάτι τέτοιο, αλλά μην τους πείτε ποιοι είστε (γέλια), απλώς πηγαίνετε και παίξτε γιατί κανείς δεν θα το πάρει χαμπάρι». Έτσι, υπήρχαν μερικές συναυλίες όπου το κάναμε αυτό. Ως τύποι, ήταν πολύ αξιαγάπητοι τύποι, πολύ προσγειωμένοι, πολύ χαλαροί, καθόλου στη show biz. Πήγα στο σπίτι του Ozzy μερικές φορές. Ναι, ήταν απλώς συνηθισμένοι τύποι. Δεν θα φανταζόσουν ποτέ ότι θα γίνονταν τόσο μεγάλοι. Μάλιστα, ρώτησα τον Ozzy: «Τι γνώμη έχεις για τον manager σας; Μας ζήτησε να υπογράψουμε μαζί του» και ο Ozzy είπε: «Ναι, υπογράψτε μαζί του. Θα είναι υπέροχα». Μετά, λάβαμε ένα μήνυμα από τον Ozzy: «Ελάτε να με δείτε». Έτσι, πήγαμε στο Birmingham, εγώ και ο μπασίστας (σ.σ: Malcolm Harker), νομίζω, και πήγαμε στο σπίτι του και τον ρωτήσαμε: «Τι νέα έχεις;» και είπε: «Μην υπογράψετε μ’ αυτόν τον manager» και του είπαμε: «Ναι, αλλά, Ozzy, εσύ μας είπες να υπογράψουμε μαζί του» και είπε: «Το ξέρω, αλλά τώρα θα πάμε σε κάποιον άλλο. Έχουμε νέο manager. Μην ασχολείστε μ’ αυτό». Είπα: «Ω, Θεέ μου, μόλις υπογράψαμε» (γέλια).
Ήταν τότε ο Ozzy Osbourne τόσο τρελός όσο φαντάζονταν οι άνθρωποι αργότερα ότι ήταν;
Όχι, δεν ήταν. Νομίζω ότι αυτό συνέβη αργότερα μ’ όλο αυτό το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, αλλά όταν τους γνωρίσαμε, ήταν αρκετά «καθαροί» ως τύποι. Ήταν πραγματικά φυσιολογικοί (γέλια). Έχω μερικές πολύ καλές αναμνήσεις απ’ αυτούς, ήταν ωραίο να κάνω παρέα μ’ αυτούς τους τύπους.
Περιμένατε ότι οι Black Sabbath θα γίνονταν τόσο δημοφιλείς;
Όχι, δεν το περίμενα επειδή υπήρχαν πολλά συγκροτήματα τριγύρω. Το μεγαλύτερο πράγμα που διαχώριζε τους Sabbath απ’ όλα τ’ άλλα συγκροτήματα που έπαιζαν σε clubs ήταν η ένταση. Η ένταση στην οποία έπαιζαν ήταν απλώς τεράστια, αλλά εκτός από αυτό, σκέφτηκα: «Έχουν αυτούς του σατανικούς στίχους και τέτοια πράγματα. Μπορεί αυτό να γίνει mainstream;» Λοιπόν, πόσο λάθος έκανα. Επειδή αυτό συνέβη, τα πήγαν πραγματικά καλά. Αν και είχαν αυτό το image, ήταν πολύ φυσιολογικοί τύποι.
Θεωρείτε τον εαυτό σας συνθέτη, τραγουδιστή, πληκτρά ή κιθαρίστα;
Αυτή είναι καλή ερώτηση. Λοιπόν, όλα αυτά πραγματικά, αλλά υποθέτω πληκτρά και συνθέτη, πάνω απ’ όλα. Νομίζω ότι αυτή είναι η κύρια αγάπη μου, αλλά φυσικά, μ’ αρέσει επίσης να τραγουδάω και να παίζω κιθάρα, αλλά θα έλεγα η σύνθεση και το να παίζω πλήκτρα.
Πόσο καιρό παίζατε με τον John Entwistle (The Who -μπάσο);
Λοιπόν, στην πραγματικότητα, δεν έπαιξα ποτέ με τον John Entwistle. Αυτό είναι κάτι που είναι λάθος στη Wikipedia. Αυτό που συνέβη ήταν ότι μου ζητήθηκε να μπω σε ένα συγκρότημα στο Λονδίνο που έπαιζε με τον John Entwistle και όταν μπήκα μου είπαν ότι κάναμε πρόβες για να παίξουμε με τον John, οπότε είπαν: «Ας ξεκινήσουμε πρόβες» και περίπου δύο εβδομάδες αργότερα, ο κιθαρίστας, ένας τύπος ονόματι Alan Ross, μου είπε: «Παρεμπιπτόντως, έχουμε μια περιοδεία μόνοι μας» και είπα: «Τι συνέβη όσον αφορά την σχέση με τον John Entwistle; Νόμιζα ότι τον συνοδεύαμε. Εσύ τον συνόδευες». Είπε: «Το ξέρω, κάτι συνέβη και δεν το κάνουμε πια» και είπα (σ.σ: απογοητευμένος): «Πώς τα φέρνει η ζωή; Ω, Θεέ μου». Αλλά ευτυχώς, αυτός ο κιθαρίστας κατάφερε να κλείσει μια συμφωνία με την Robert Stigwood Organisation, RSO (σ.σ: το management των Cream, Eric Clapton και Bee Gees), οπότε υπήρχε κάτι να συνεχίσω να κάνω. Αλλά αυτό είναι ένα λάθος, μια πλάνη, στην πραγματικότητα δεν έπαιξα ποτέ με τον John Entwistle (γέλια).
Ήταν ενδιαφέρουσα εμπειρία να παίζετε με τους Ross support στον Eric Clapton σε χώρους όπως το Madison Square Garden;
Ναι, ήταν φανταστικό. Ήμασταν αρκετά νέοι και αφελείς ως συγκρότημα και δεν είχα κάνει ποτέ κάτι σε τέτοιο επίπεδο νωρίτερα. Ήμασταν τυχεροί επειδή ο Clapton και το συγκρότημα, απλώς έκαναν παρέα μαζί μας ή μας άφηναν να κάνουμε παρέα μαζί τους, οπότε, μέναμε στα ίδια ξενοδοχεία, τρώγαμε στο ίδιο εστιατόριο όταν έτρωγαν κι αυτοί. Θα σου πω κάτι, είναι μια μικρή ιστορία, νοίκιασαν το αεροπλάνο του Elvis για να περιοδεύσουν όλοι στην Αμερική. Και πάλι, απλώς συμμετείχαμε κι εμείς, ήμασταν μαζί τους, οπότε, σ’ όλα όσα έκανε το συγκρότημα του Clapton, συμπεριλαμβανόμασταν κι εμείς. Ήταν υπέροχη εμπειρία. Κοιτάζοντας πίσω, δεν νομίζω ότι ξέραμε πόσο τυχεροί ήμασταν πραγματικά, καταλαβαίνεις τι εννοώ. Ναι, ήταν φανταστικά, ήταν τεράστια πλήθη. Καταπληκτικό!
Γνωρίσατε τον Eric Clapton όταν παίζατε support σ’ αυτόν με τους Ross;
Ναι, αρκετά καλά. Συχνά καθόμουν μαζί του στο αεροπλάνο. Κανείς δεν είχε μια σταθερή θέση. Έμπαινες μέσα και καθόσουν όπου έβρισκες ελεύθερη θέση. Κάθισα μαζί του μερικές φορές και κουβεντιάσαμε. Και πάλι, φαινόταν αρκετά προσγειωμένος και ήταν εύκολος άνθρωπος για να μιλήσεις μαζί του. Θα εκπλαγείς, τόσοι πολλοί απ’ αυτούς τους ανθρώπους θα υπέθετες ότι είχαν συμπεριφορά star, με τεράστιο εγωισμό, αλλά όχι, φαινόταν μια χαρά, απλώς άλλος ένας τύπος (γέλια).
Πώς ήταν να παίζετε στο album “On the Rocks” (1981) με τους Byron Band (David Byron – τραγουδιστής των Uriah Heep);
Ναι, αυτό ήταν κάτι άλλο με το οποίο ασχολήθηκα. Δέχτηκα ένα τηλεφώνημα μια μέρα: «Θα ήθελες να έρθεις στη νότια Αγγλία όπου ζει ο David;» και δεν τον είχα γνωρίσει νωρίτερα, αλλά πρέπει να είχαν ακούσει για μένα. Τέλος πάντων, πήγα κι έκανα μια γρήγορη οντισιόν, αλλά μέσα σε περίπου 10 λεπτά είπαν: «Ναι, έχεις πάρει την δουλειά». Έτσι, κατέληξα να μένω μαζί του επειδή ζω στα Midlands, σε ένα μέρος που ονομάζεται Coventry, κοντά στο Birmingham, και αυτός και το συγκρότημα είχαν την έδρα τους στο Λονδίνο. Έτσι, κατέληξα να πηγαίνω και να μένω πολλές φορές με τον David. Ήταν ένας αρκετά περίπλοκος χαρακτήρας, ήταν πολύ μεγάλος πότης, αλλά είχε πολλή πλάκα και ήταν πολύ σίγουρος για τον εαυτό του. Ναι, πέρασα μερικές καλές στιγμές και μ’ αυτό το συγκρότημα, κάνοντας συναυλίες σε κάθε είδους μέρη και φυσικά το ίδιο το album.
Ήταν ο David Byron εύκολος άνθρωπος για να δουλέψεις μαζί του;
Ναι, ήταν, αλλά ήταν σίγουρα ο αρχηγός του συγκροτήματος (γέλια). Θέλω να πω, δεν ήταν ένα δημοκρατικό «ας αποφασίσουμε όλοι τι θα κάνουμε». Ο David όριζε το πρόγραμμα και το είδος της μουσικής κλπ. Έτσι, ήταν εύκολο να τα πηγαίνω καλά μαζί του, μου άρεσε και τα πήγαινα καλά μαζί του, αλλά ήταν σίγουρα το αφεντικό.
Τι αναμνήσεις έχετε από τη συζήτησή σας κάποτε με τον Jeff Beck σε μια pub κοντά στα Decca Studios στο Λονδίνο;
Λοιπόν, αυτό ήταν αστείο, ήταν περίεργο. Έπαιζα με έναν τύπο που ονομαζόταν Pete Brown, ο οποίος ήταν ποιητής στο Λονδίνο και ο Pete Brown έγραψε με τον Jack Bruce (σ.σ: Cream -μπάσο, φωνητικά) πολύ από το υλικό των Cream όπως το “Sunshine of Your Love” και πάρα πολλά άλλα πράγματα και με κάλεσε να κάνουμε μια ηχογράφηση. Δεν μου είπε ποιος ήταν στην ηχογράφηση και περί τίνος επρόκειτο. Πήγα με τον drummer, τον Tony (σ.σ: Fernandez), από το συγκρότημα Ross. Πήγαμε στην pub στη γωνία από τα Decca Studios και ο Tony κι εγώ είδαμε τον Jeff Beck. Δεν τον γνώριζα εγώ ούτε ο Tony, αλλά ο Tony είπε (σ.σ: ψιθυρίζει): «Αυτός εκεί πέρα είναι ο Jeff Beck». Έτσι, πήγαμε εκεί, ξεκινήσαμε μια συζήτηση. Είπαμε: «Δουλεύουμε στη γωνία αλλά λατρεύουμε την δουλειά σου» και είπε: «Κι εγώ δουλεύω στη γωνία» και είπαμε: «Ωραία, εντάξει». Έτσι, απλώς κουβεντιάσαμε και είπαμε «αντίο». Αργότερα πήγαμε στο studio κι αυτός έπαιζε στην ίδια ηχογράφηση! Έτσι, τον συναντήσαμε στην pub και τώρα συνειδητοποιήσαμε ότι θα παίζαμε μαζί. Δηλαδή, απλώς ήταν πραγματικά απίστευτο. Ναι, αυτό ήταν αρκετά συναρπαστικό. Υπήρχε ένας άλλος πληκτράς, ο Max Middleton, ο οποίος είναι φανταστικός μουσικός, έπαιξε με τον Beck σε πολλά από τ’ άλλα συγκροτήματά του. Ο Jack Bruce ήταν επίσης εκεί. Ήταν απίστευτο, πραγματικά.
Απολαύσατε τις ηχογραφήσεις για το τραγούδι των Graham Bond και Peter Brown “Spend My Nights in Armour” (από το “Two Heads Are Better Than One” -1972) με τους Jeff Beck και Jack Bruce (Cream -μπάσο, φωνητικά);
Δεν είχα ποτέ αντίτυπο του album, αλλά νομίζω ότι αυτό ήταν. Είναι εκπληκτικό το πώς μπορούν να συμβούν πράγματα στη ζωή: Απλώς δεν τα περιμένεις (γέλια). Αλλά ναι, αυτό ήταν άλλο ένα πολύ ευχάριστο πράγμα.
Πόσο δύσκολο ήταν για εσάς να εμπιστευτείτε τους ανθρώπους λόγω των προβλημάτων που είχαν οι Badfinger στη μουσική βιομηχανία;
Η σύντομη απάντηση είναι: «Πολύ δύσκολο». Έπεσα σε κανονική κατάθλιψη όταν πέθανε ο Pete Ham και στην πραγματικότητα σταμάτησα να δουλεύω. Ήταν σχεδόν σαν να έπαθα νευρικό κλονισμό. Δηλαδή, μ’ επηρέασε πολύ άσχημα. Ναι, έχει επηρεάσει τη στάση μου από τότε, πραγματικά, είμαι πολύ καχύποπτος. Όταν πρόκειται για την υπογραφή οποιουδήποτε συμβολαίου, είμαι πάρα πολύ προσεκτικός. Πάντα πηγαίνω στο Σωματείο Μουσικών και τους προωθώ οτιδήποτε πρόκειται να υπογραφεί. Αλλάζει η νοοτροπία σου όταν χάνεις κάποιον έτσι. Και φυσικά, όπως ίσως γνωρίζεις, μερικά χρόνια αργότερα (σ.σ: το 1983), αυτοκτόνησε και ο Tommy Evans, λόγω επιχειρηματικών προβλημάτων στους Badfinger. Έτσι, αυτά τα πράγματα δεν εξαφανίζονται όταν χάνεις φίλους υπό αυτές τις τραγικές συνθήκες. Νομίζω, μ’ έκανε λίγο πιο σκληρό.
Πιστεύω ότι ο Pete Ham ήταν ένας από τους μεγαλύτερους συνθέτες όλων των εποχών, στο ίδιο επίπεδο με τον Bob Dylan, τον John Lennon, τον Neil Young, τον Roger Waters και τον John Fogerty. Συμφωνείτε μ’ αυτό;
Συμφωνώ απόλυτα. Μην ξεχνάς, πέθανε όταν ήταν 27 ετών και πριν απ’ αυτό είχε τόσο πολύ υλικό. Πολλά απ’ αυτά τα παλιά demo που έκανε, κυκλοφορούν τώρα από μια δισκογραφική εταιρεία στην Αμερική που ονομάζεται Y & T και έγραψε τόσο πολύ υλικό και τα στυλ είναι τόσο ποικίλα. Άλλα κομμάτια είναι country παιγμένα στην κιθάρα με τα δάχτυλα, άλλα είναι αρκετά heavy πράγματα, άλλα είναι μπαλάντες. Ναι, ήταν τόσο ικανός μουσικός, τόσο ταλαντούχος. Είναι κρίμα, είχε πολύ δρόμο μπροστά του, αν δεν πάθαινε τέτοια κατάθλιψη και περίμενε να λάβει κάποια δεκάρα στον ορίζοντα. Είναι μια απ’ τις μεγάλες τραγωδίες νομίζω που πέθανε τόσο νέος. Ήταν εξαιρετικός.
Ποιος ήταν ο πιο ωραίος τύπος που έχετε γνωρίσει;
Υπήρξαν μερικοί, αλλά θα έλεγα ότι στην κορυφή θα ήταν ο Pete Ham και ο Tommy Evans. Ήταν καλοί φίλοι και ήρθα πάρα πολύ κοντά σ’ αυτούς. Οπότε, υποθέτω ότι αυτοί οι δύο ήταν αρκετά ξεχωριστοί. Υποθέτω ότι θα ήταν πραγματικά στην κορυφή της λίστας μου. Φυσικά, έχω φίλους εκτός χώρου που γνωρίζω, αγαπώ και εμπιστεύομαι, αλλά στον χώρο δεν μπορείς πάντα να είσαι σίγουρος για τους ανθρώπους (γέλια), αλλά με τον Pete και τον Tommy ναι, νιώθω πολλά γι’ αυτούς.
Περάσατε καλά την περίοδο που παίζατε με τους Fortunes;
Ναι, ήμουν στους Fortunes για 13 χρόνια. Ήταν μια διαφορετική αγορά στην οποία παίζαμε, μια πιο εμπορική αγορά, αλλά ήταν μόνιμη δουλειά. Στο βρετανικό κύκλωμα των παλιών συγκροτημάτων, που περιλαμβάνει άτομα όπως οι Troggs ή οι Searchers ή οι Herman’s Hermits ή οποιοιδήποτε άλλοι, νομίζω ότι οι Fortunes θεωρούμασταν ένα από τα πιο επαγγελματικά συγκροτήματα. Είχαμε τον σεβασμό των περισσότερων άλλων συγκροτημάτων. Οπότε, ναι, απόλαυσα εκείνο το διάστημα και νομίζω ότι δημιουργήσαμε μερικά καλά πράγματα και δουλέψαμε καλά ως συγκρότημα.
Είστε οπαδός της Coventry City F.C.;
(Τρελά γέλια) Θοδωρή, λυπάμαι που σ’ απογοητεύω, δεν ασχολούμαι καθόλου με το ποδόσφαιρο. Οπότε, όχι.

Γνωρίσατε κάποιο μέλος των Beatles όταν ήσασταν στα Apple Studios;
Όχι, δεν γνώρισα. Η πιο κοντινή μου επαφή με τον Paul McCartney ήταν όταν η κόρη μου, η οποία παρεμπιπτόντως είναι επίσης μουσικός, πήγε σε ένα μέρος που ονομαζόταν The Liverpool Institute for the Performing Acts, λέγεται LIPA, και αυτό είναι το σχολείο στο οποίο πήγαν ο Lennon και ο McCartney. Η κόρη μου σπούδασε μουσική εκεί και πήρε το πτυχίο της από τον Paul McCartney, οπότε ήμουν εκεί στο κοινό και αυτός πέρασε δίπλα μου με την κόρη μου, οπότε αυτό ήταν το πιο κοντινό που βρέθηκα ποτέ σ’ έναν Beatle (γέλια). Οπότε, αυτή του έχει μιλήσει, εγώ όχι.
Πιστεύετε ότι η δημοφιλής μουσική της δεκαετίας του ‘60 και του ‘70 ήταν πολύ καλύτερη από τη σημερινή μουσική;
Ναι. Νομίζω ότι όποιοι ζήσαμε την εποχή του ‘60-‘70, ήμασταν πολύ τυχεροί άνθρωποι επειδή ήταν μια έκρηξη ταλέντου όπου ο κανένας δεν αντέγραφε τον άλλον, όλοι ήθελαν να είναι πρωτότυποι, να κάνουν κάτι φρέσκο. Φυσικά, και το κίνημα των hippies. Πιστεύαμε ότι ο κόσμος άλλαζε. Υπήρχε μια έκρηξη τέχνης και μουσικής, μια κοινωνική επανάσταση, μια επανάσταση των νέων όπου η νεολαία άρχισε να αποκτά τη δική της μόδα, ρούχα, περιοδικά. Όταν σκέφτομαι τους γονείς μου και τους ανθρώπους παλιότερα, δεν είχαν κάτι τέτοιο. Πιστεύω λοιπόν ότι η δεκαετία του ‘60 και του ‘70 ήταν μια πάρα πολύ ξεχωριστή εποχή στον πολιτισμό. Νομίζω ότι συνέβαιναν πολλά τέτοια πράγματα. Κατά μία έννοια, θα μπορούσε κανείς να πει ότι στις μέρες μας πολλές (σ.σ: μουσικές) κατευθύνσεις που έχουν ακολουθήσει έχουν ήδη γίνει (γέλια). Έτσι, τώρα οι άνθρωποι τείνουν να επικεντρώνονται μόνο στον χορό ή τον ρυθμό και τέτοια. Νομίζω ότι υπήρχε μεγαλύτερη αίσθηση μελωδίας εκείνη την εποχή απ’ ό,τι τώρα.
Ένα τεράστιο «ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ» στον κύριο Bob Jackson για τον χρόνο του.
Official Badfinger website: https://badfingeruk.com/home
Official Badfinger Bandcamp site: https://badfingeruk.bandcamp.com/album/head-first
Official Badfinger Facebook page: https://www.facebook.com/BadfingerOfficial
