HIT CHANNEL ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: Φεβρουάριος 2022. Είχαμε την μεγάλη τιμή να μιλήσουμε μ’ έναν από τους καλύτερους κιθαρίστες της εποχής μας: τον Paul Gilbert. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’90, έχει μια πολύ επιτυχημένη solo καριέρα και έχει διατελέσει επίσης μέλος των Mr. Big και Racer X. Ο Paul μόλις κυκλοφόρησε το “The Dio Album”, ένα instrumental tribute album στον Ronnie James Dio. Διαβάστε παρακάτω τα πολύ ενδιαφέροντα πράγματα που μας είπε:
Πώς σας ήρθε η ιδέα να κάνετε ένα tribute album στον Dio;
Α, ας δούμε: Λοιπόν, μου αρέσει η μουσική. Λατρεύω τον Dio ως solo καλλιτέχνη, λατρεύω αυτό που έκανε με τους Black Sabbath, λατρεύω αυτό που έκανε με τους Rainbow. Προσπαθώ επίσης να βελτιώσω την κιθάρα μου και τη συνολική μου μουσική ικανότητα μαθαίνοντας φωνητικές γραμμές. Έχω εξερευνήσει όλα τα είδη διαφορετικών τραγουδιστών προσπαθώντας να μάθω τι κάνει ένας τραγουδιστής και μετά το βάζω στην κιθάρα μου. Στην πραγματικότητα, έφτιαξα μια λίστα με τραγουδιστές που θέλω να μάθω και ο πρώτος τραγουδιστής που έγραψα ήταν ο Ronnie James Dio. Λοιπόν, σκέφτηκα ότι έτσι θα ξεκινήσω (γέλια). Επίσης, εκτός από τις φωνητικές γραμμές, τα κιθαριστικά μέρη ήταν τόσο διασκεδαστικά. Ξέρεις, το να παίζεις τα μέρη του Blackmore, τα πράγματα του Tony Iommi και τα μέρη του Vivian Campbell (Dio, Dep Leppard), ήταν απλά τρομερό. Έβαλα και μπάσο σ’ αυτό, οπότε το να παίζω τα μέρη του Geezer Butler -ω, Θεέ μου!- ήταν τόσο διασκεδαστικό. Ο Jimmy Bain (Dio) είναι φανταστικός. Έτσι, τα πάντα σ’ αυτό ήταν απόλαυση.
Πόσο δύσκολο ήταν για εσάς να παίξετε τις φωνητικές γραμμές του Dio στην κιθάρα;
Δούλευα πάνω σ’ αυτό για καιρό, οπότε αυτό ήταν το ένα πράγμα. Μου έδωσε κάποια αυτοπεποίθηση. Το κυριότερο, στο οποίο πραγματικά αφιέρωσα χρόνο ήταν το “Long Live Rock ‘n’ Rock” επειδή η μελωδία στο κουπλέ: «του-ρου-πααα του-ρου-του/ του-ρου-πα του-ρου (σ.σ: από αυτό το σημείο αρχίζει να τραγουδά σαν να λείπουν μέρη της μελωδίας ή να έχουν γίνει edit) …του-ρου-πα… πα-πα-ΡΡΡΑΑ». Το χρησιμοποιούσα αυτό για ένα μάθημα κιθάρας για τους μαθητές μου και αν το παίξεις στο πιάνο: (σ.σ: τραγουδάει απαλά) «τα-τα-τα τα-τα-τα/ τα-τα-τουτ» θα του έλειπε η ψυχή. Ξέρεις, δεν θα ήταν το ίδιο γιατί υπάρχει τόσο sliding, υπάρχουν απλώς πράγματα που έχει μια φωνή, που θα ήταν πολύ δύσκολο να αντιγραφούν μ’ ένα πιάνο. Νομίζω ότι η κιθάρα είναι ίσως κάπου στη μέση, αλλά αν δουλέψεις σ’ αυτήν, μπορείς να πλησιάσεις όλο και κοντύτερα στα φωνητικά. Λοιπόν, αυτό ήθελα. Ήθελα να το έχω αυτό ως στόχο μου και προσπαθώ να πιέσω τον εαυτό μου για να βγάλω όλο και περισσότερο απ’ αυτή τη ζωή που είχε εμφυσήσει ο τραγουδιστής στη μελωδία.
Είχατε πει σε μια παλιά συνέντευξη ότι ο Eddie Van Halen σας είχε παίξει ένα κομμάτι με τις φωνητικές γραμμές του Sammy Hagar παιγμένες στην κιθάρα. Θυμηθήκατε αυτό το γεγονός πριν αποφασίσετε να κάνετε το “The Dio Album”;
Αυτό ήταν καταπληκτικό πράγμα. Χαίρομαι που το ξέρεις. Εννοώ, το άκουσα μόνο μία φορά, έτσι ήταν εκεί στο studio του και δεν έχω ηχογραφήσεις. Είναι μόνο στη μνήμη μου, αλλά σκέφτηκα ότι ακουγόταν υπέροχο όταν το έκανε. Φυσικά, ο Joe Satriani, ο Jeff Beck, ο Peter Frampton. Δεν είμαι ο πρώτος που το κάνει αυτό. Υπάρχουν άλλοι κιθαρίστες που έχουν κάνει εξαιρετική δουλειά παίζοντας φωνητικές μελωδίες, αλλά νομίζω ότι όταν προσπαθείς να το κάνεις αυτό, υπάρχουν περισσότεροι από ένας τρόποι να το κάνεις. Οπότε, νομίζω ότι κάθε κιθαρίστας θα έβρισκε τον δικό του τρόπο να έρθει πιο κοντά στα φωνητικά. Αν δώσεις στον Jeff Beck μια μελωδία, θ’ ακούγεται διαφορετικός από τον τρόπο που θ’ ακούγεται ο Joe Satriani και αυτός θα είναι διαφορετικός από τον δικό μου. Έτσι, είναι απλώς ένας άλλος τρόπος να δώσεις τη δική σου ψυχή σε αυτό και επίσης να πάρεις λίγη από την ψυχή των τραγουδιστών. Είναι μια συνάντηση ψυχών.
Επανεξετάζοντας τα τραγούδια του Dio μετά από τόσο καιρό, τι σας εντυπωσίασε περισσότερο;
Έπαιξα τις φωνητικές μελωδίες, αλλά έπαιξα και τα μέρη της ρυθμικής κιθάρας, έπαιξα μπάσο, έπρεπε να αναδημιουργήσω τα μέρη των πλήκτρων. Δεν ήθελα να παίξω πλήκτρα σε αυτό, ήθελα να προσπαθήσω να το κάνω με κιθάρα, οπότε πολλά από αυτά τα πράγματα στην παραγωγή ήταν επίσης μια ωραία πρόκληση. Για παράδειγμα, ένα από τα τραγούδια, το “Don’t Talk to Strangers”, ξεκινάει με ένα ψίθυρο. Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που κάνει ο Dio. Ψιθυρίζει “Don’t Talk to Strangers” και σκέφτηκα πώς μπορώ να κάνω έναν ψίθυρο από την κιθάρα μου. Είχα δύο πετάλια παραμόρφωσης επειδή χρειαζόμουν πολύ σφύριγμα (σ.σ: hiss) και το έβαλα σε πετάλι wah-wah και το πετάλι wah-wah έκανε «ουά-ουά/oυά-χάου» (σ.σ.: ακούγεται αρκετά παρόμοια με την φωνή του Donald Duck). Λοιπόν, έτσι μπορούσα να βγάλω τον ήχο του ψιθυρίσματος. Στην αρχή του “Holy Diver” υπάρχει μια ολόκληρη εισαγωγή με synthesizer στα πλήκτρα και σκέφτηκα: «Πώς μπορώ να το κάνω αυτό;» Είχα ένα μπάσο και το καλωδίωσα σε ένα πετάλι delay, ανέβασα την ένταση και το έκανα σαν να φουσκώνει. Το ίδιο έκανα και με τις νότες της κιθάρας για να σχηματίσω συγχορδίες. Όλο αυτό που ακούγεται σαν εισαγωγή στα πλήκτρα, το έκανα με κιθάρα. Τέτοια πράγματα: «Πώς να κάνεις αυτούς τους ήχους που συνήθως δεν κάνει η κιθάρα;» Έτσι, προσπάθησα πραγματικά να αναδημιουργήσω τα τραγούδια όπως ήταν. Δεν ήθελα να τα αλλάξω πολύ. Πιθανώς αυτό που άλλαξα περισσότερο ήταν τα κιθαριστικά solos και σ’ αυτά μερικές φορές έλεγα: «Εντάξει, σε αυτό το κομμάτι ο Ritchie Blackmore απλώς τα σπάει. Θα τα σπάσω κι εγώ, αλλά θα το κάνω με τον τρόπο μου».
Ακούγοντας το “The Dio Album”, εκτίμησα πολύ τα μέρη της ρυθμικής κιθάρας σας σε τραγούδια όπως το “Heaven and Hell”. Είναι εξαιρετικά συμπαγή. Συμφωνείτε με αυτό;
Το “Heaven and Hell” είναι ένα μεγάλο τραγούδι και υπάρχουν σχεδόν σαν διαφορετικά τραγούδια μέσα του, επειδή υπάρχει το κύριο groove στην αρχή: «ταν τα-ρα-ρα ταν» αλλά το τέλος του είναι δύο φορές πιο γρήγορο: «του-ρου του-ρου του-ρου» και στο τέλος του υπάρχει αυτό το αρχαίο folk, μεσαιωνικό κιθαριστικό μέρος. Έτσι, μέσα σ’ ένα τραγούδι υπάρχουν τόσα πολλά διαφορετικά συναισθήματα. Το ωραίο με αυτό είναι ότι υπάρχει τόσος χώρος για τα φωνητικά, γιατί στο κουπλέ, η κιθάρα έχει σταματήσει να παίζει, είναι μόνο μπάσο και drums και υπάρχει όλος αυτός ο χώρος. Κατά κάποιο τρόπο, παίζοντας τη φωνητική γραμμή πρέπει πραγματικά να κάνεις καλή δουλειά, γιατί δεν μπορείς να κρυφτείς πίσω από την κιθάρα (γέλια). Αλλά είναι τόσο καλή μελωδία. Όταν παίζεις αυτές τις μελωδίες, οι νότες είναι οι ίδιες νότες που θα βρεις σ’ ένα blues τραγούδι. Αυτό είναι το ενδιαφέρον. Παρόλο που πρόκειται για heavy metal και φυσικά οι Black Sabbath ξεκίνησαν ως blues συγκρότημα. Έτσι, όταν παίζεις την πεντατονική κλίμακα, είναι οι ίδιες νότες που χρησιμοποιούν όλοι αν παίζουν ένα τραγούδι του BB King. Υπάρχουν και άλλα στοιχεία, μερικές από τις συγχορδίες είναι λίγο διαφορετικές, αλλά νομίζω ότι το φωνητικό μέρος είναι ίσως το πιο bluesy κομμάτι. Παρόλο που όλοι θεωρούν τον Dio ως metal, μεγάλο μέρος του στυλ του προέρχεται από τον τρόπο που ακούς μερικούς από τους blues κιθαρίστες. Για μένα, επειδή μου αρέσει αυτό το στυλ κιθάρας, είναι υπέροχο να μαθαίνω αυτά τα πράγματα που έκανε ο Ronnie.
Υπάρχει ακόμα χώρος για πειραματισμούς στα τραγούδια του Dio ή οι πρωτότυπες συνθέσεις είναι τόσο τέλειες που δεν μπορείς να τις αγγίξεις;
Ω, είναι δύσκολο ν’ ανταγωνιστείς αυτά τα τραγούδια, η σύνθεση είναι τόσο καλή. Αυτό είναι ένα από τα αστεία πράγματα κάνοντας ένα album διασκευών: Δεν χρειάζεται να δουλέψω ως συνθέτης. Αλλά σ’ εμπνέει. Έμαθα πολλά ως μπασίστας, γιατί κατά κάποιο τρόπο το μπάσο είναι σχεδόν σαν ένα μικρό τραγούδι από μόνο του. Πάντα έμενα έκπληκτος, αλλά ξέρω το κομμάτι της κιθάρας και έχω μια ιδέα: «Λοιπόν, ίσως το μπάσο είναι κάπως το ίδιο, απλώς μια οκτάβα χαμηλότερα» και μετά άκουγα το μέρος του μπάσου και έλεγα: «Όχι , δεν είναι το ίδιο, είναι πραγματικά διαφορετικό» και το να κάνεις όλα αυτά τα απρόβλεπτα πράγματα και είναι όλα ωραία. Μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις ήταν στο “Man on the Silver Mountain” και το μπάσο ήταν σχεδόν σαν μέρος της disco, γιατί πάει ως εξής: «TA-TA-TA-TA TA-ΡΑ-ΡΑΠ / ΠΑ-ΠΑ ΠΑ-ΡΑ-ΠΑΠ/ ΠΑ-ΠΑ ΠΑ-ΡΑ-ΡΑΠ/ ΠΑΠ». Ακούγεται σαν να είναι σε ένα funk disco τραγούδι, αλλά λειτουργεί απόλυτα. Ακούγεται καλό. Τώρα, στα δικά μου τραγούδια όταν παίζω μπάσο, το δοκιμάζω και λέω: «Αυτό είναι ένα υπέροχο κομμάτι μπάσου. Δεν έχω χρησιμοποιήσει αυτό που έμαθα από το “Man on the Silver Mountain”». Επίσης, ο Geezer Butler στο υλικό των Black Sabbath, σχεδόν πάντα διάλεγε τη μεσαία οκτάβα και όχι τη χαμηλή οκτάβα, κάτι που μου έκανε μεγάλη έκπληξη. Σκέφτηκα: «Αν είναι metal, θα παίξεις τη χαμηλότερη νότα που μπορείς, γιατί είναι πιο βαριά», αλλά όχι ο Geezer. Έπαιζε πάντα τη μεσαία νότα και σε ολόκληρο το “Heaven and Hell”, θα μπορούσε να παίζει το χαμηλό (μτφ: με βαριά φωνή): «ΝΤΑ ΝΤΑ-ΡΑ-ΡΑ», την χαμηλή Μι που έχεις, αλλά αυτός δεν το κάνει, παίζει την μεσαία Μι όλη την ώρα. Δεν είμαι σίγουρος γιατί, εκτός από το ότι όταν το παίζω έχει την αίσθηση: «Ναι, υπάρχει καλύτερη επιλογή», αλλά δεν θα την σκεφτόμουν ποτέ. Αυτή είναι η μεγάλη εντύπωση: Ήταν σαν οι μπασίστες να είναι πάντα εξυπνότεροι από εμένα (γέλια). Πάντα έχουν καλύτερες ιδέες.
Πιστεύετε ότι το “The Dio Album” είναι επίσης μια καλή ευκαιρία για τους οπαδούς του heavy metal να εξοικειωθούν περισσότερο με τα instrumental albums;
Αχ! Ναι, νομίζω ότι είναι ωραίο που δίνουμε μια ευκαιρία στην κιθάρα. Λατρεύω το τραγούδι και λατρεύω τους τραγουδιστές και το να μπορώ να μπω σε αυτόν τον κόσμο με ένα όργανο που παίζω πολύ καλύτερα απ’ αυτό που έχω ως φωνή (γέλια), γι’ αυτό το χάρηκα τόσο πολύ. Ελπίζω λοιπόν ότι ο κόσμος μπορεί να νιώσει λίγη από αυτή την απόλαυση, γιατί μου άρεσε να το κάνω, αλλά αν προσπαθούσα να τραγουδήσω το ίδιο πράγμα με τη φωνή μου, δεν είναι το σωστό εργαλείο. Ο Ronnie είχε το σωστό εργαλείο, αλλά εγώ δεν το έχω. Έτσι, κατά κάποιον τρόπο, μου επιτρέπει να μπω σ’ αυτό το μέρος για να ανοίξω αυτήν την πόρτα που δεν μπορούσα να ανοίξω με τη δική μου φωνή. Κατά κάποιο τρόπο, αυτό που ελπίζω να ανοίξει είναι για άλλους κιθαρίστες, τους άλλους ανθρώπους που είναι απογοητευμένοι και σκέφτονται: «Αχ, μακάρι να μπορούσα να τραγουδήσω, αλλά δεν μπορώ», ξέρεις, μπορείς να το κάνεις μ’ ένα όργανο. Ίσως δεν μπορείς να το κάνεις με μια κιθάρα, αλλά νομίζω ότι η κιθάρα είναι πολύ καλή γι’ αυτό: Πιάνεις τις ψηλές νότες, μπορείς ακόμα να έχεις πολλή έκφραση και όποτε παίζεις μια μελωδία μπορείς να γίνεις καλύτερος σ’ αυτήν.
Υπάρχουν σχέδια για περιοδεία για το “The Dio Album”;
Ναι, νομίζω ότι αν το κάνω, θα πρέπει να βρω έναν heavy metal ρυθμικό κιθαρίστα γιατί θα ήταν πολύ δύσκολο να υπάρχουν και τα δύο αυτά μέρη μόνο σε ένα όργανο. Με τον τρόπο που είναι ενορχηστρωμένα αυτά τα τραγούδια, θα χρειαζόταν να έχω περισσότερους κιθαρίστες στη σκηνή από μένα, κάτι που μπορεί να είναι εντάξει.
Έχετε όμως πολλούς καλούς μαθητές.
Ααα, είναι αλήθεια. Μάλλον θα ‘πρεπε να τους μάθω περισσότερα ρυθμικά μέρη στην κιθάρα. Με τους περισσότερους από τους μαθητές μου, δεν δουλέψαμε πολύ στα solos.
Κατά τη γνώμη μου, το “Professorship at the Leningrad Conservatory” από το “Werewolves of Portland” (2021) είναι ένας από τους καλύτερους τίτλους τραγουδιών όλων των εποχών. Πείτε μας όλα όσα πρέπει να ξέρουμε για αυτό το τραγούδι.
(Γέλια) Κατά τη διάρκεια του lockdown για τον Covid σκεφτόμουν πολύ τον Σοστακόβιτς (Shostakovich), τον κλασικό συνθέτη. Αγαπώ πολύ την Πέμπτη Συμφωνία του και όταν διάβαζα για τη ζωή του, είχε μια πολύ δραματική ζωή: Έζησε στη Ρωσία σε μια εποχή που γίνονταν επαναστάσεις και πόλεμοι και ήταν πολύ δύσκολο να ζεις και αυτός είναι μουσικός. Ξαφνικά, βρίσκομαι, όντας μουσικός, σε μια εποχή -ίσως δεν είναι τόσο δύσκολη όσο εκείνη- που σίγουρα είναι η πιο δύσκολη που έχω ζήσει ποτέ, οπότε ήμουν περίεργος το πώς το χειρίστηκε ο Shostakovich και διαβάζοντας για αυτόν, είδα ότι ήταν καθηγητής στο Ωδείο του Λένινγκραντ και αυτό μου φάνηκε ενδιαφέρουσα φράση. Στην πραγματικότητα, δεν μπορώ να θυμηθώ ποιοι ήταν, αλλά έγραψα στίχους γι’ αυτό και αυτοί με βοήθησαν να σχηματίσω τη μελωδία. Αυτή ήταν η ιστορία αυτού.
Είναι ιντριγκαδόρικο για εσάς να βρίσκετε τίτλους για instrumental κομμάτια;
Πολλές φορές για ένα ορχηστρικό κομμάτι, είναι πολύ ευκολότερο να έχεις μια φωνητική μελωδία και είναι πιο εύκολο να γράψεις μια φωνητική μελωδία αν έχεις στίχους. Έτσι, σου δίνει κάτι για να δουλέψεις μ’ αυτό το οποίο είναι διαφορετικό από τις μορφές των κλιμάκων σου. Γιατί αν πιάνω απλώς μια κιθάρα, τείνω να λέω: «Εντάξει, ξέρω την κλίμακα», οπότε παίζω: «ντάντα ντάντα/ντάντα ντάντα», αρχίζεις να παίζεις μέσα από τη κλίμακα και είναι δύσκολο να φανταστείς κάτι πέρα απ’ αυτήν. Αλλά όταν έχεις λέξεις, χρησιμοποιεί ένα διαφορετικό μέρος του εγκεφάλου. Αρχίζω να σκέφτομαι: «Πώς μπορώ να ταιριάξω φράσεις με νότες;» και μετά τι συγχορδίες θα μπορούσα να βάλω πίσω από αυτό και τείνει να μοιάζει περισσότερο σαν τραγούδι. Αυτή είναι η διαδικασία που πάντα αποδεικνύεται καλή.
Τι προσπαθείτε να πετύχετε μουσικά με το slide παίξιμό σας;
Με το slide παίξιμο και πάλι, υπάρχουν διαφορετικά στυλ slide παιξίματος και τείνω να αντιγράφω τραγουδιστές, δεν έχω ακούσει τόσο πολύ slide κιθαρίστες. Λατρεύω τον Johnny Winter, έχω ακούσει το “Free Bird” των Lynyrd Skynyrd, αλλά δεν έχω προσπαθήσει πραγματικά να αντιγράψω τα licks της κιθάρας. Αντίθετα, μάθαινα το “Mercedes Benz” της Janis Joplin ή το “Some Kind of Wonderful” των Grand Funk και μάθαινα αυτές τις φωνητικές γραμμές και αυτό με βοήθησε πολύ: Και πάλι, το να αντιγράφω τραγουδιστές. Τα καλά νέα είναι ότι μόλις αρχίσω να πιάνω τις φράσεις, συνειδητοποιείς: «Α, αυτή είναι η ίδια φράση που έμαθα σε αυτό το τραγούδι». Είναι σχεδόν όπως όταν μαθαίνεις μια γλώσσα, αν μάθεις τις βασικές λέξεις, είναι πολύ χρήσιμο: Συμβαίνουν καθημερινά. Στην αρχή, είναι δύσκολο να το κάνεις, φαίνεται να γίνεται λίγο πιο εύκολο όσο προχωράει.
Πόσο επηρέασε τα σχέδιά σας ο κορωνοϊός;
Αρχίζω περισσότερο να κάνω πράγματα μόνος μου. Επειδή πριν από αυτό, ήμουν πολύ ενθουσιασμένος προσπαθώντας να παίξω ζωντανά στο studio με πολλούς μουσικούς και μετά, με τα lockdowns, σκέφτηκα: «Εντάξει, πώς μπορώ να το κάνω αυτό είτε μόνος μου είτε απλώς μ’ έναν μηχανικό ήχου;» Αυτό μ’ έκανε να παίξω ξανά drums. Δεν είχα παίξει drums για πολύ καιρό κι αυτό ήταν διασκεδαστικό. Μ’ αρέσει να το κάνω αυτό (γέλια). Λοιπόν, ναι, έγινα ξανά drummer και ίσως έπαιξα περισσότερο μπάσο και ελπίζω κάποια μέρα να έχω αυτή την εμπειρία να παίζω περισσότερο με άλλους, αλλά αυτή τη στιγμή με ωθεί στο να κάνω περισσότερα μόνος μου.
Γιατί δεν υπάρχει κάποια studio βερσιόν του “Screamin’ Blues O’ Mania”;
Το πρωτότυπο βγήκε στο τέλος ενός εκπαιδευτικού video (σ.σ: κυκλοφόρησε το 1989), νομίζω και μετά υπήρχε μια σελίδα για τον ήχο σ’ ένα κιθαριστικό περιοδικό. Είχα το multi-track γι’ αυτό σε κασέτα, αλλά καταστράφηκε (γέλια). Είναι βαρετό, δεν είναι μια συναρπαστική ιστορία. Ναι, εννοώ, υπάρχει πολλή μουσική που έχω κάνει. Είναι ωραίο που το ξέρεις αυτό και πραγματικά θυμάμαι μερικά από αυτά, το riff: «ΤΑΑ ντα-κα-τα-τα/ ΤΑΑ ντα-κα-τα-τα μπέεεοντρουπ/ μπα-ντα-μπα-ντα-νταπ/ μπα-ντα-παπ/ μπα-ρεπ/ μπα-πα-ρα-παπ/ μπα-ντου-κα μπάρεντ/ ντα-ντου-κα πάουντ» . Προσπαθώ να σκεφτώ τι το επηρέασε. Πιθανώς είναι ο Pat Travers γιατί εκείνη την εποχή προσπαθούσα να «χτίσω» (σ.σ: στην σύνθεση) κάτι περισσότερο από το υλικό του Yngwie. Επειδή ήμουν πραγματικά χωμένος στον Yngwie για καιρό και μ’ άρεσε και ακόμα μ’ αρέσει, αλλά ήθελα να βελτιώσω το blues παίξιμό μου, αλλά δεν είχα κανέναν blues δίσκο, οπότε ο μόνος δίσκος που είχα που ήταν λίγο bluesy ήταν ο Pat Travers, το “Go for What You Know” (1979) και ακόμα μαθαίνω μερικά απ’ αυτόν. Αυτό που έμαθα απ’ αυτόν είναι το να τον χρησιμοποιώ για να «χτίσω» ένα τραγούδι και αυτό ήταν ένα απ’ αυτά.
Ήταν έκπληξη για σας όταν το single “To Be with You” των Mr. Big έφτασε στο #1 στα Billboard charts το 1992;
Ήμουν και έκπληκτος και χαρούμενος. Νομίζω ότι ένιωθα σαν να μην ήταν στο χέρι μου, σαν να υπήρχε κάτι που δεν είχα κανέναν έλεγχο πάνω του. Αυτό στο οποίο έχω τον έλεγχο είναι η Ντο δίεση μινόρε συγχορδία (γέλια). Ο Eric (σ.σ: Martin – φωνητικά) έγραψε το τραγούδι και είχε ένα demo του, αλλά όταν το άκουσα ήμουν αυτός που το «πούλησα» στο συγκρότημα: «Παιδιά, ακούστε το τραγούδι που έχει ο Eric», γιατί ο Eric δεν ήταν τόσο σίγουρος γι’ αυτό, σκεφτόταν ότι θα θέλαμε να είμαστε μόνο ένα rock συγκρότημα: «Μάλλον δεν θα θέλουν να κάνουν ένα ακουστικό τραγούδι», αλλά όταν το άκουσα, είπα στα άλλα παιδιά: «Πρέπει να ακούσετε το τραγούδι που έκανε ο Eric». Έτσι, ήμουν κατά κάποιον τρόπο ο πωλητής του τραγουδιού και μετά δεν χρειάστηκε πολύ. Όλοι το λάτρεψαν πραγματικά αμέσως και φυσικά ο υπόλοιπος κόσμος ανταποκρίθηκε καλά.
Πώς είναι το να είσαι rock star στην Ιαπωνία;
Στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 ήταν η εποχή που έπρεπε να κρυβόμαστε (γέλια). Ξέρεις, δεν μπορούσες να βγεις έξω γιατί ο κόσμος περιτριγύριζε το δωμάτιο του ξενοδοχείου. Και πάλι, ως μουσικός, ελπίζεις σε επιτυχία. Έτσι, αυτό ήταν το καλό μέρος, αλλά ήταν περίεργο να μην μπορώ να βγω έξω. Θυμάμαι ότι γυρνούσαμε σπίτι και μπορούσα πολύ εύκολα να βγω έξω. Κανείς δεν νοιαζόταν για το ποιος ήμουν όσο ζούσα στο Las Vegas. Λοιπόν, ήταν κάπως καλό που ήμασταν ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο πράγματα: Το να βιώνεις λίγη φήμη και επίσης να ζήσεις χωρίς φήμη και όλοι να σε αντιμετωπίζουν ως έναν απολύτως φυσιολογικό άνθρωπο. Οπότε, μπορώ να συγκρίνω τα δύο και νομίζω ότι θα ήταν πολύ πιο δύσκολο αν είσαι διάσημος συνέχεια, παντού. Θα ήταν λίγο πιο δύσκολο να το διαχειριστείς, αλλά δεν ήταν έτσι. Ήταν ένα μέρος που πηγαίναμε για ένα μήνα και έκαναν: «Ουάου!» και μετά επιστρέφουμε στην κανονικότητα.
Είμαι οπαδός σας για έναν επιπλέον λόγο: γιατί αγαπάτε τον Frank Marino των Mahogany Rush. Έχω κάνει τρεις συνεντεύξεις μαζί του (το 2012, το 2014 και το 2019 –κάντε κλικ στο έτος για να τις διαβάσετε). Πόσο αντίκτυπο είχε η μουσική του σε εσάς;
Ω, ο Frank Marino είχε μεγάλη επιρροή. Το “Live” album (σ.σ: των Mahogany Rush -1978), το άκουγα συνέχεια. Υπήρχε μια συναυλία που λεγόταν California Jam II (σ.σ: 1978) και ο Frank έπαιξε σ’ αυτήν. Ήταν η πρώτη φορά που τον άκουσα. Έπαιξε το “Purple Haze” και ήταν στην τηλεόραση και ήταν καταπληκτικό. Έτσι, μόλις άκουσα αυτήν την ηχογράφηση, την ηχογράφησα σε κασέτα, και επίσης το “Live” album και το “Tales of the Unexpected” (1979), όπου το μισό απ’ αυτό το album είναι live. Κατά κάποιο τρόπο, ο Frank πήρε ένα τραγούδι όπως το “Johnny B. Goode” (Chuck Berry), το οποίο είναι ένα rock ‘n’ roll τραγούδι από τη δεκαετία του ‘50. Πολλοί διασκεύασαν το “Johnny B. Goode”: Ο Jimi Hendrix, ο Johnny Winter, οι Judas Priest έκαναν το “Johnny B. Goode”. Αλλά όταν ο Frank Marino έκανε το “Johnny B. Goode”, είχε τόση ενέργεια. Έπαιζε τόσο τρελή κιθάρα σε αυτό, οπότε ήταν ωραίο να δεις πώς μπορούσε ν’ αλλάξει το τραγούδι και να το κάνει δικό του σε αυτό το στυλ, οπότε ήταν πολύ επιδραστικό.
Ένα από τα αγαπημένα μου videos στο Youtube είναι να παίζετε τα “You Are My Sunshine” και “Blue Train” του Johnny Cash στο Guitar Center. Αποτελεί το χιούμορ σημαντικό κομμάτι της ζωής σας;
Υπάρχει μια ταινία που ονομάζεται “Spinal Tap” (1984), ίσως την γνωρίζεις, μια πολύ αστεία ταινία για τους heavy metal μουσικούς και πριν ακόμα βγει, μπορούσα να διακρίνω ότι υπάρχει κάτι αστείο στο heavy metal μερικές φορές. Εξακολουθώ να το λατρεύω, αλλά όταν ανεβαίνεις στη σκηνή και λες (σ.σ: βγάζει μια πομπώδη φωνή): «Είμαι ο δυνατότερος άνθρωπος στον κόσμο». Μερικές φορές νιώθεις έτσι και μερικές φορές είναι απλώς: «Αισθάνομαι απλώς γελοίος» (γέλια). Έτσι, όταν βγήκε το “Spinal Tap”, νομίζω ότι όλοι όσοι είναι μουσικοί της heavy metal έπρεπε να συμφιλιωθούν μ’ αυτήν την ταινία. Και πάλι, νομίζω ότι και οι δύο αυτές ιδέες μπορεί να είναι αληθινές: Μερικές φορές όταν παίζεις τη μουσική, σημαίνει ακριβώς αυτό που σημαίνει και νιώθεις σαν το δυνατότερο άτομο στον κόσμο και είναι εντάξει και είναι υπέροχο. Και άλλες φορές, αποδεικνύεται απλώς γελοίο. Θα φορέσω τα κανονικά μου ρούχα και θα φτιάξω μεσημεριανό για τον γιο μου. Και τα δύο αυτά μέρη της προσωπικότητας μπορεί να είναι αληθινά.
Απολαύσατε την περιοδεία των G3 με τον John Petrucci και τον Joe Satriani το 2007;
Α, φυσικά. Αυτή ήταν καταπληκτική. Έμαθα πολλά. Έμαθα για τη μελωδία γιατί ο Joe είναι απλώς μάστορας σε αυτήν. Κατά κάποιο τρόπο, το “The Dio Album” επιστρέφει σε εκείνη την περιοδεία όπου έβλεπα τον Joe να παίζει βασικά σαν τραγουδιστής. Παίζει δικά του τραγούδια, αλλά παίζει αυτό που θα τραγουδούσε ένας τραγουδιστής στην κιθάρα του. Επίσης, εκείνη η περιοδεία με έμαθε πώς να τζαμάρω γιατί κάθε βράδυ είχαμε ένα τζαμάρισμα με απλά τραγούδια όπως το “Goin’ Down” (Don Nix) και στην αρχή σκέφτηκα: «Ω, το τραγούδι είναι τόσο απλό. Ίσως αυτό να είναι βαρετό», αλλά ήταν πάντα συναρπαστικό, γιατί ακούγαμε ο ένας τον άλλον και είχαμε ένα είδος μουσικής συζήτησης και μ’ έκανε να συνειδητοποιήσω πόσο ωραίο ήταν, έχοντας απλώς μια απλή δομή τραγουδιού και μετά αυτό σου επιτρέπει να εξερευνήσεις πραγματικά και να επικοινωνήσεις και να είσαι αυθόρμητος. Λοιπόν, αυτό ήταν υπέροχο.
Ο Jeff Beck πέθανε πρόσφατα κι έχετε διασκευάσει έξοχα τα “El Becko” και “Heart Full of Soul” (The Yardbirds). Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για την επιρροή του πάνω σας;
Ω, φίλε! Ο Jeff ήταν καταπληκτικός στο πώς μπορούσε να ακούγεται τόσο διαφορετικός: Σαν να είχε ένα στυλ τη δεκαετία του ‘60 και τη δεκαετία του ‘70 είχε ένα διαφορετικό και καθώς περνούσαν οι δεκαετίες, συνέχιζε να μεγαλώνει και ν’ αλλάζει και για μένα αυτό είναι τόσο ωραίο. Υπάρχουν μουσικοί που έχουν βρει τον ένα ήχο τους και είναι υπέροχο και τον κρατούν και αυτό είναι επίσης ωραίο, αλλά είναι πολύ σπάνιο να βρεις κάποιον που λέει: «Ω, μπορώ να το κάνω αυτό, αλλά τι άλλο υπάρχει;» Έτσι, φαινόταν σαν ένας πραγματικά περίεργος μουσικός και είχε την ικανότητα να ζωντανέψει αυτή την περιέργεια.
Ένα τεράστιο «ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ» στον κύριο Paul Gilbert για τον χρόνο του.
Official Paul Gilbert website: http://www.paulgilbert.com
Official Paul Gilbert Facebook page: https://www.facebook.com/paulgilbertmusic
