Συνέντευξη: Joe Satriani

HIT CHANNEL ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: Απρίλιος 2022. Είχαμε την μεγάλη τιμή να μιλήσουμε μ’ έναν θρυλικό κιθαρίστα: τον Joe Satriani. Έχει κυκλοφορήσει πολλά εξαιρετικά instrumental albums και έχει συνεργαστεί με τους Mick Jagger και Deep Purple. Είναι επίσης μέλος του supergroup Chickenfoot. Ο Joe μόλις κυκλοφόρησε το νέο του studio album με τίτλο The Elephants of Mars” (earMUSIC). Διαβάστε παρακάτω τα πολύ ενδιαφέροντα πράγματα που μας είπε:

 

Ήταν απελευθερωτικό για σας να ηχογραφήσετε το “The Elephants of Mars” στο σπίτι;

- Advertisement -

Οπωσδήποτε! Πρέπει να πω ότι ήταν πολύ ενδιαφέρον να μπορώ ν’ αφεθώ συναισθηματικά και μετά απλώς να χαλαρώσω τεχνικά επειδή κανείς δεν έβλεπε. Συνήθως, όταν είσαι στο studio, διασκεδάζεις πολύ και αν κάνεις λάθη, είναι κάτι που γιορτάζεται από το υπόλοιπο συγκρότημα. Δεν σ’ αφήνουν ποτέ να το ξεχάσεις και τα πάντα έχουν πολύ πλάκα, αλλά είσαι λίγο συγκρατημένος για να σιγουρευτείς ότι δεν κάνεις λάθη και όταν το κάνεις αυτό, περιορίζεις κάποιες εκπλήξεις που μπορεί να προκύψουν. Έτσι, με το να είσαι λιγότερο ανασφαλής ηχογραφώντας μόνος σου σ’ ένα ιδιωτικό χώρο, προκύπτουν κάποιες εκπλήξεις, πράγματα που δεν θ’ έπαιζες ποτέ προηγουμένως και νομίζω ότι αυτό είναι εμφανές στο album. Όλοι είχαν την ευκαιρία να χαλαρώσουν και απλώς να εξερευνήσουν κάποια άλλα μέρη της μουσικότητάς τους που δεν θα είχαν βγει αν δεν ήταν μόνοι.

 

Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για το concept του album;

Είναι ενδιαφέρον: Το concept του album είναι διαφορετικό από το concept του ομώνυμου κομματιού. Έτσι, το ομώνυμο κομμάτι “The Elephants of Mars” βασίζεται σε μια χιουμοριστική ιστορία επιστημονικής φαντασίας που σκέφτηκα για το πώς οι επιστήμονές μας εφάρμοσαν γαιοπλασία (σ.σ: terraforming) στον Άρη στο μέλλον και κατά λάθος δημιούργησαν ένα είδος γιγάντιων ευαίσθητων ελεφάντων που μπορούν να παίξουν μουσική με τις προβοσκίδες τους και επικοινωνούν τηλεπαθητικά με τους αποίκους που εργάζονται στον πλανήτη. Αυτοί οι ελέφαντες και οι άποικοι μαζεύονται και αποφασίζουν ότι πρέπει να απελευθερώσουν τον Άρη από τις κακές εταιρείες της Γης που απλώς παίρνουν όλες τις πρώτες ύλες τους από αυτόν τον νέο, όμορφο πλανήτη. Έτσι, αυτή η ιστορία με ενημέρωσε για το πώς ήθελα να παίξω και πώς τα υπόλοιπα παιδιά στο συγκρότημα να προσεγγίσουν τα μέρη τους με λίγη επιστημονική φαντασία, λίγο χιούμορ για το πώς να κάνουμε το τραγούδι να λειτουργήσει πραγματικά. Τώρα, όμως, όσον αφορά το ίδιο το album, το concept δεν είχε καμία σχέση με αυτό το τραγούδι. Οι ιδέες σχετίζονταν με προσωπικούς στόχους. Ήθελα πραγματικά να κάνω ένα album που να έχει τα καλύτερα τραγούδια μου, τις καλύτερες συνθέσεις μου, τις καλύτερες ενορχηστρώσεις μου, τους καλύτερους ήχους στην κιθάρα, το καλύτερο παίξιμο, οπότε έπρεπε να περάσω πολύ χρόνο δουλεύοντας τη δική μου προσωπική τέχνη και αυτή ήταν η ιδέα. Ήξερα ότι θα ονομαζόταν “The Elephants of Mars” πριν καν βρω τον τίτλο του album. Η ιδέα ήταν να δημιουργήσω επιτέλους το καλύτερο που έχω κάνει και πάλι αυτό ήταν κάτι που ήθελα να μοιραστώ με το υπόλοιπο συγκρότημα, έτσι κατάλαβαν γιατί το album είχε τόσα πολλά διαφορετικά στυλ, γιατί ήταν τόσο μεγάλο σε διάρκεια και γιατί όλο το υλικό ακουγόταν έτσι όπως ακουγόταν.

 

Είμαι εθισμένος στη μελωδία του “Faceless”. Πώς σας ήρθε αυτή;

Αυτή ήρθε πολύ γρήγορα! Πραγματικά σκεφτόμουν πόσο λυπημένοι αισθάνονται οι άνθρωποι όταν δεν αναγνωρίζονται για το ποιοι πραγματικά είναι. Συμπτωματικά, κατά τη διάρκεια του lockdown εδώ στο San Francisco, έβγαινες έξω και ξέρεις, οι άγνωστοι πραγματικά δεν κοιτούν ο ένας τον άλλον, όλοι φορούσαν μάσκες, ήταν καλυμμένοι και στέκονταν μακριά. Παρατήρησα ότι ακόμη και γείτονες που συνήθως έλεγαν «γεια» από το απέναντι πεζοδρόμιο, ήταν σχεδόν τόσο φοβισμένοι και μια από τις παρενέργειες αυτού ήταν ότι οι άνθρωποι γίνονταν απρόσωποι: Άνθρωποι χωρίς πραγματική προσωπικότητα επειδή ήταν όλοι καλυμμένοι (σ.σ: με μάσκες). Δεν ξέρεις αν είναι χαρούμενοι ή λυπημένοι, αν χαμογελούν ή μειδιούν, τι κάνουν. Το συσχέτισα με εκείνη την ιστορία για το πόσο λυπηρό είναι όταν νιώθεις ότι δεν αναγνωρίζεσαι στο σπίτι σου ή στη γειτονιά σου, στην πόλη σου, στη χώρα σου. Νιώθεις ότι είσαι διαφορετικός και επομένως οι άνθρωποι δεν σε αντιμετωπίζουν ως μια μοναδική προσωπικότητα, γι’ αυτό υπερέβαλα αυτά τα συναισθήματα και τα έβαλα όλα σ’ αυτό το τραγούδι. Η μελωδία ήρθε, όπως είπα, πολύ γρήγορα και νομίζω ότι αρκετά από τ’ αρχικά πρώτα takes της μελωδίας είναι στην πραγματικότητα μέρος της κιθάρας που ακούς στο album. Αυτές είναι πολύ συχνά οι εκτελέσεις που περιέχουν το μεγαλύτερο μέρος των συναισθημάτων μας.

 

Πιστεύω ότι το “Blue Foot Groovy” είναι ένα από τα καλύτερα τραγούδια που έχετε γράψει ποτέ. Πείτε μας όλα όσα πρέπει να ξέρουμε για αυτό το καταπληκτικό τραγούδι.

(Γέλια) Ευχαριστώ. Αυτό είναι ένα πολύ ανεβαστικό, ευχάριστο είδος τραγουδιού και στην πραγματικότητα αφορούσε έναν άντρα που προσπαθούσε να «πουλήσει» (σ.σ: πλασάρει, προωθήσει) τον εαυτό του σε αυτή τη γυναίκα που συναντά για πρώτη φορά. Έτσι, προσπαθεί απλώς να εντυπωσιάσει με το πόσο υπέροχος είναι, πόσο καλά νιώθει και ότι όλα είναι καλά. Απλώς προσπάθησα πραγματικά να δημιουργήσω ένα τραγούδι που ήταν πολύ ελαφρύ, που είχε να κάνει πραγματικά με το να νιώθεις καλά και να προωθείς τον εαυτό σου σε μια τέτοια κατάσταση, σε μια τέτοια κοινωνική αλληλεπίδραση. Δεν είχα ξαναγράψει ποτέ τέτοιο τραγούδι. Γράφω επιστημονική φαντασία και πράγματα για τη θλίψη, την απώλεια και τις τρελές ιδέες, αλλά αυτό επρόκειτο να επικεντρωθεί πραγματικά σε εκείνη τη στιγμή που προσπαθείς να «πουλήσεις» τον εαυτό σου σε έναν δυνητικό σύντροφο. Απλώς σκέφτηκα ότι είναι πραγματικά μοναδικό και απαιτεί να έρθεις σε επαφή με το φυσικό σου σώμα περισσότερο απ’ ότι ας πούμε με το μυαλό και την καρδιά σου. Αλλά απ’ αυτή την εμπειρία προέκυψε πολύ θετικό παίξιμο και ήμουν πραγματικά έκπληκτος γιατί είχε αυτό το αποτέλεσμα σε όλους. Έστειλα το κομμάτι στον Rai (σ.σ: Thistlethwayte -πλήκτρα), τον Kenny (σ.σ: Aronoff -drums και τον Bryan (σ.σ: Beller -μπάσο) και όλοι είχαν την ίδια αίσθηση. Δεν τους εξήγησα πραγματικά το τραγούδι. Απλώς νόμιζαν ότι ήταν ένα μουσικό κομμάτι, αλλά ο τρόπος που αντέδρασαν ήταν ο τρόπος που αντέδρασα όταν ξεκίνησα να το γράφω, οπότε σκέφτηκα: «Εντάξει, βρίσκομαι στο σωστό δρόμο εδώ».

 

Υπάρχουν κάποιοι ανατολίτικοι ήχοι στο “Doors of Perception”. Είμαι περίεργος να μάθω περισσότερα για αυτό.

Αυτό το τραγούδι μιλάει πραγματικά για το όταν οι άνθρωποι αποφασίζουν να εμβαθύνουν στην προσπάθεια να κατανοήσουν τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τα μυστήρια της ζωής. Πολύ συχνά αποκαλύπτει δύο πράγματα: Υπάρχει ένα θετικό και ένα αρνητικό στο να ανοίξεις την αντίληψή σου για το σύμπαν και θα υπάρχουν κάποιες πόρτες που ανοίγεις που οδηγούν σε ευδαιμονία ή κατανόηση, αλλά μπορεί να υπάρχουν άλλες που ανοίγεις που θα σ’ εκθέσουν στο φόβο και τ’ αρνητικά πράγματα που υπάρχουν επίσης στο σύμπαν. Μπορεί να είναι δικά σου, να τα έχεις επινοήσει ή μπορεί να είναι αληθινά. Σκέφτηκα ότι οι άνθρωποι πραγματικά δεν γράφουν για αυτό. Συνήθως, όταν γράφουν για τη θρησκεία και τον μυστικισμό, είναι πάντα ένα εξιδανικευμένο πράγμα, όπως το ότι όταν διαφωτιστείς, όλα είναι όμορφα. Στην πραγματικότητα, πιστεύω ότι είναι πιθανό, μόλις φωτιστείς, να δεις εξίσου το φως και το σκοτάδι, το καλό και το κακό. Εξακολουθεί να εξαρτάται από τον καθένα το να επιλέξει τον σωστό δρόμο. Οπότε, γι’ αυτό το λόγο το τραγούδι περιέχει λίγο σκοτάδι. Είναι σχεδόν σαν μια προειδοποίηση του τύπου: «Όταν ανοίξεις αυτές τις πύλες της αντίληψης, να είσαι έτοιμος» (γέλια).

 

Κάθε φορά που ακούω το “Dance of the Spores”, αναρωτιέμαι αν ο Ennio Morricone σας επηρέασε σε αυτό. Είναι σαν μουσικό θέμα από ταινία.

(Γέλια) Ναι, είναι τόσο αστείο να γράφεις ένα τραγούδι γι’ αυτό. Δεν το σκέφτηκα πραγματικά όταν άρχισα να το γράφω, μόνο όταν άρχισα να κάνω συνεντεύξεις κατάλαβα πόσο αστεία είναι μερικά απ’ αυτά τα τραγούδια. Αλλά σκεφτόμουν ότι για σένα και για μένα, καθημερινά υπάρχουν προβλήματα του κόσμου που πρέπει να σκεφτόμαστε, ξέρεις, την δουλειά, την οικογένεια και την πολιτική. Όλα είναι τρελά στον κόσμο, αλλά βάζω στοίχημα ότι αν είχες ένα μικροσκόπιο και πήγαινες πολύ κάτω στα μικρότερα μέρη της ύπαρξης, δεν τ’ απασχολεί τίποτα από αυτά. Είναι ελεύθερα. Δεν βλέπουν CNN, δεν τα ενδιαφέρει τίποτα απ’ αυτά. Περνούν υπέροχα εκεί κάτω και μάλλον κάνουν πάρτι γιατί το μόνο που έχουν να κάνουν είναι να τρώνε τα πάντα όλη την ώρα και ν’ αναπαράγονται. Σκέφτηκα πώς θα ήταν αν βρισκόσουν εκεί κάτω, πώς θα σου φαίνονταν αυτά τα μικρά σπόρια και μετά καθώς τα γνωρίζεις, θα σε προσκαλούσαν σε αυτού του είδους τη γιορτή της ζωής που υπάρχει και μοιάζει με τσίρκο. Γι’ αυτό έχει αυτόν τον περίεργο ήχο. Είναι ένα βαλς, που πάντα είναι υπέροχο, όλοι χορεύουν μαζί, ένα είδος ρυθμικής αίσθησης, αλλά δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί έκανα αυτή τη σκέψη. Αυτό απλώς συνέβη.

 

Λατρεύω το artwork του album “The Elephants of Mars”. Πιστεύετε ότι αποτυπώνει το πνεύμα της μουσικής;

Έχω μια κόπια του εδώ (σ.σ: δείχνει την LP έκδοση του album) που φαίνεται τόσο υπέροχη. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής, ο Todd Gallopo, σκέφτηκε αυτό το concept επειδή του είπα ότι δεν ήθελα να είμαι στο εξώφυλλο. Το πρόσωπο και το σώμα μου βρίσκονται στο εξώφυλλο σχεδόν σε κάθε album και σκέφτηκα: «Ας δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό». Με έναν τίτλο όπως το «Οι Ελέφαντες του Άρη» ίσως υπάρχει κάτι άλλο που μπορούμε να κάνουμε, γιατί δεν ήθελα να με βάλει πάνω σ’ έναν ελέφαντα ή να μου φτιάξει μια προβοσκίδα και μεγάλα αυτιά (γέλια). Λοιπόν, αυτό είναι υπέροχο. Η ιδέα του να χρησιμοποιήσει εξαρτήματα κιθάρας για να δημιουργήσει τους ελέφαντες είναι απλά εξαιρετική, πραγματικά εξαιρετική. Μου αρέσει το γεγονός ότι στο εσωτερικό (σ.σ: στο booklet του album) έχουμε μια άποψη για το πώς μπορεί να μοιάζει ένας Άρης που έχει υποστεί γαιοπλασία. Ήταν πραγματικά πολύ διασκεδαστικό να το ετοιμάζω και να γνωρίζω ότι είτε βρίσκεται στο εξώφυλλο του album είτε απλώς σε μια μικρή πένα (σ.σ. μου δείχνει μια πένα στο Zoom), το artwork λειτουργεί πραγματικά καλά. Στέλνει ένα διασκεδαστικό, εξωτικό μήνυμα επιστημονικής φαντασίας είτε είναι πολύ μικρό είτε πολύ μεγάλο, ξέρεις, μια αφίσα, μια διαφημιστική πινακίδα στην πλευρά ενός κτιρίου. Αυτό μου αρέσει πολύ στις γραφικές τέχνες, όταν μπορούν πραγματικά να αποτυπώσουν την ουσία κάποιου πράγματος σε οποιοδήποτε μέγεθος.

 

Έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία το μωβ χρώμα σε αυτό το album; Ξέρω ότι είστε οπαδός του Prince και ότι περιοδεύσατε με τους Deep Purple.

(Γέλια) Δεν το σκέφτηκα ποτέ αυτό μέχρι να το αναφέρεις. Λοιπόν, συγχαρητήρια, έχεις ιδιαίτερη διορατικότητα. Δεν το σκέφτηκα ποτέ. Θέλω να πω, εμείς, η ομάδα -το management και η καλλιτεχνική διεύθυνση- όταν αρχίζουμε να δουλεύουμε σε ένα album, πολύ συχνά θα κοιτάξουμε πολύ διαφορετικούς συνδυασμούς χρωμάτων. Μερικές φορές θα έχουμε οκτώ διαφορετικές βερσιόν για το εξώφυλλο ενός album που κάθε βερσιόν μπορεί να είναι πολύ διαφορετική. Ή ίσως η ίδια ιδέα σε τέσσερις μόνο διαφορετικούς συνδυασμούς χρωμάτων. Ποτέ δεν ξέρεις, αλλά νομίζω ότι οδηγηθήκαμε σε αυτό κυρίως επειδή σκεφτόμασταν χρώματα που δεν χρησιμοποιήσαμε πρόσφατα. Έτσι, στον τοίχο μου έχω μερικές φωτογραφίες του “What Happens Next” (2018) που είναι μόνο λευκό χρώμα, καθρέφτες και χρώμιο. Ήμουν στο εξώφυλλο, είχα γυαλιά, δερμάτινο μπουφάν με την  επιχρωμιωμένη κιθάρα. Στο επόμενο album, ήμουν στο σκοτάδι με τη time-lapse φωτογραφία, με το φως να στροβιλίζεται γύρω μου για το “Shapeshifting” (2020). Αυτή τη φορά λοιπόν σκεφτόμασταν: «Ας προχωρήσουμε μ’ ένα διαφορετικό χρώμα που θα ήταν πιο απλό», γιατί δεν βρίσκομαι πια στο εξώφυλλο. Έτσι, χρειαζόμασταν κάτι που είναι πραγματικά έντονο και συζητούσαμε επίσης ότι στον Άρη, αν και οι άνθρωποι τον αποκαλούν «Κόκκινο Πλανήτη», τώρα που βλέπουμε αυτές τις φωτογραφίες και τις ταινίες που έρχονται από τη NASA, παρατηρούμε ότι στην πραγματικότητα είναι πορτοκαλί. Είναι περισσότερο πορτοκαλί πλανήτης παρά κόκκινος. Έτσι, αυτό μας οδήγησε σε αυτό και σκεφτήκαμε ότι φαινόταν υπέροχο με αυτό το χρώμα του τοπίου του Άρη. Έτσι, το μωβ έγινε η προφανής επιλογή, αλλά πρέπει να δώσω τα εύσημα στον Todd Gallopo που δημιούργησε μια συσκευασία όπου μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε καθαρά χρώματα. Αυτό κάνει επίσης την συσκευασία του album να εκτυπώνεται πολύ καλά, όταν μπορείς να χρησιμοποιήσεις απλά χρώματα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν απευθείας για την κατασκευή του προϊόντος αντί να έχεις έναν περίπλοκο συνδυασμό χρωμάτων για να δημιουργήσεις ένα χρώμα. Όταν το κάνεις αυτό, διατρέχεις τον κίνδυνο η εκτύπωση να είναι συνέχεια διαφορετική, γιατί είναι πολύ δύσκολο να πετύχεις όλα αυτά τα χρώματα. Έτσι, χρησιμοποιώντας μόνο αυτά τα τρία χρώματα, αποκτήσαμε στην πραγματικότητα ένα πιο αμιγές έργο τέχνης.

 

Το “The Elephants of Mars” είναι το πρώτο σας album που κυκλοφόρησε από την earMUSIC. Είναι αυτή μια νέα εποχή για τον Joe Satriani;

Α, σίγουρα είναι και είμαι πολύ χαρούμενος που συνεργάζομαι με όλους στην earMUSIC. Ήταν μια σπουδαία εναρκτήρια σχέση. Τους ξέρω πολύ καιρό. Γνωρίζω τον Max Vaccaro πάνω από 10 χρόνια, από τότε που απέκτησε την δισκογραφία των Chickenfoot, εκτός των ΗΠΑ και πάντα συμφωνούσαμε για το είδος της μουσικής που μας αρέσει και το είδος των albums που απολαμβάνουμε πραγματικά. Λοιπόν, είναι υπέροχο που επιτέλους συνεργαστήκαμε και το να έχουμε αυτό: Το “The Elephants of Mars” ως πρώτο album, είναι πραγματικά υπέροχο.

 

Πόσο δύσκολο είναι για εσάς να βρίσκετε τίτλους για instrumental κομμάτια;

Ω, δεν είναι καθόλου δύσκολο. Οι τίτλοι έρχονται σχεδόν πάντα πρώτοι και αν δεν έρχονται πρώτοι, έρχονται σχεδόν μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, μόλις συνειδητοποιήσω για τι γράφω. Μερικές φορές οι τίτλοι είναι μεγαλύτεροι, επειδή προσπαθώ να δημιουργήσω έναν τίτλο που να με κρατά εστιασμένο στην αρχική έμπνευση του τραγουδιού μέχρι να το ολοκληρώσω εντελώς και μετά μπορώ να κοιτάξω τον τίτλο και να πω: «Λοιπόν, οκτώ λέξεις. Ίσως είναι πολύ μεγάλο», οπότε θα προσπαθήσω να το κόψω, ώστε να είναι λίγο πιο ευκολομνημόνευτο για τους οπαδούς. Ένα τραγούδι σαν το “Faceless” έγινε κατ’ αυτόν τον τρόπο. Μπορεί να είχα γράψει “Faceless Isolation Feeling Alone”, κάτι τέτοιο που πραγματικά δεν λειτουργεί ως τίτλος, αλλά είναι ένας πολύ καλός τρόπος να με κρατάει στον σωστό δρόμο όταν γράφω και μπορώ να κοιτάξω τον τίτλο αργότερα και τον κάνω edit, όπως ακριβώς θα έκανες edit ένα τραγούδι, ας πούμε, αν νομίζεις ότι διαρκεί μερικά δευτερόλεπτα παραπάνω ή κάτι τέτοιο. Δουλεύεις σιγά-σιγά στη διαδικασία του editing. Ή όπως μια ιστορία. Σαν δημοσιογράφος ξέρεις πώς είναι αυτό, πρέπει να «κόψεις» για να τα κάνεις όλα σωστά.

 

Πόσο έχει αλλάξει με τα χρόνια η αντίληψή σας όσον αφορά την κιθάρα;

Α, πολύ! Νομίζω ότι μαθαίνω κάθε εβδομάδα κάτι σχετικά με το παίξιμό μου και το τι μπορώ να κάνω. Εξακολουθώ να εργάζομαι σκληρά για να ξεπεράσω πράγματα που δεν μου έρχονται φυσικά και σε αυτή τη διαδικασία ανακαλύπτω άλλα ταλέντα που μπορεί να μην είχα συνειδητοποιήσει ή να μην είχα ενσωματώσει πλήρως στο παίξιμό μου. Οπότε, αυτό μαζί με το γεγονός ότι κάθε μέρα μου φαίνεται να ενημερώνομαι γι’ άλλους μουσικούς που κάνουν καταπληκτικά πράγματα με την κιθάρα, αυτό με πάντα μ’ ενθαρρύνει ότι όσο πιο σκληρά δουλεύεις, τόσο μεγαλύτερη ανταμοιβή έχεις. Επομένως, είναι σημαντικό να συνεχίσεις την εξάσκηση ανεξάρτητα από το πόσο καιρό παίζεις.

 

Πόσο σημαντική ήταν η συμβολή του Glyn Johns (θρυλικός παραγωγός, μηχανικός ήχου των Led Zeppelin, Rolling Stones) στο albumJoe Satriani” το 1995;

Είναι πραγματικά αστείο που κατάφερα να δουλέψω και με τα δύο αδέρφια. Ο Andy Johns (σ.σ: πέθανε το 2013) έκανε την παραγωγή στο album “The Extremist” (1992) και το πρώτο album των Chickenfoot (2009) και ο Glyn Johns έκανε παραγωγή στο album του 1995, την ομώνυμη κυκλοφορία μου (“Joe Satriani”). Δύο γίγαντες του κόσμου της ηχοληψίας και της μουσικής, υπεύθυνοι για τη δημιουργία μερικών από τους σπουδαιότερους δίσκους όλων των εποχών, αλλά τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους. Είναι τόσο τελείως διαφορετικοί. Ο Glyn είναι ο μεγαλύτερος αδερφός και θα έλεγα ότι είναι λιγότερο τρελός αλλά εξίσου ταλαντούχος με την ευρεία έννοια τόσο ως παραγωγός όσο και ως υπέροχος μηχανικός ήχου. Ο Andy Johns ήταν ο μικρότερος αδερφός και ήταν σαν rock star και έζησε τη ζωή και είχε αυτό το αέρα και το στυλ. Εξίσου ταλαντούχος ως μηχανικός όσο ο αδερφός του, ο Glyn, αλλά με εντελώς διαφορετικό στυλ. Αν και δεν τα πήγαιναν πολύ καλά μεταξύ τους, επαγγελματικά θαύμαζαν απόλυτα ο ένας τον άλλον.

 

Θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας την ιστορία πίσω από την ηχογράφηση του “Woodstock Jam” από το album Time Machine” (1993);

(Γέλια) Και πάλι, με εκπλήσσεις, είσαι ο πρώτος άνθρωπος που με ρωτάει ποτέ γι’ αυτό. Είναι τρελό. Αυτή ήταν η αρχή τριών προσπαθειών για ηχογράφηση του album “The Extremist”, έτσι ξεκίνησε στα Bearsville Studios στο Woodstock της Νέας Υόρκης και ήμουν με τον Simon Phillips (σ.σ: Toto, Jeff Beck, The Who -τύμπανα), τον Phil Ashley (πλήκτρα) και τον Doug Wimbish (σ.σ: Mick Jagger, Madonna, Billy Idol -μπάσο). Ο John Cuniberti ήταν μηχανικός ήχου και κάναμε πρόβες σ’ αυτή την αποθήκη που υπήρχε στις εγκαταστάσεις πριν πάμε στο κανονικό studio. Μερικές φορές δουλεύαμε όλη μέρα και μετά βγαίναμε για δείπνο, πίναμε πολύ κρασί και περνούσαμε πολύ καλά και μετά γυρνούσαμε στην αποθήκη και παίζαμε κάποια τρελή μουσική, απλώς για να χαλαρώσουμε. Ένα βράδυ, ξεκινήσαμε την προετοιμασία ενός τραγουδιού που έγραψα και είχε αυτό το πραγματικά τρελό riff και ήλπιζα ότι θα το προσεγγίζαμε όπως ο Miles Davis είχε προσεγγίσει τα “Bitches Brew” (1970) και “On the Corner” (1972) albums, που πραγματικά απαιτεί οι άνθρωποι να αυτοσχεδιάζουν ελεύθερα και να χρησιμοποιούν ένα μόνο θέμα ως καταλύτη. Έτσι, αποφασίσαμε ν’ αρχίσουμε να παίζουμε αυτό το συγκεκριμένο τραγούδι και ο John Cuniberti τοποθέτησε σε όλους μας μικρόφωνα στην αποθήκη, έτσι μας ηχογράφησε στερεοφωνικά μέσω των προενισχυτών Neve απευθείας στο DAT.

Έτσι, απλώς συνεχίσαμε να παίζουμε, δεν ξέραμε ότι ηχογραφούσαμε και όλοι απλώς δούλευαν τα μέρη τους προσπαθώντας να καταλάβουν πώς μπορούμε να κάνουμε αυτό το τραγούδι να λειτουργήσει, αλλά όταν τελείωσαν όλα, νομίζω ότι ήμασταν όλοι χαρούμενα εξαντλημένοι και άδειοι. Δεν ξέραμε πραγματικά τι είχαμε παίξει μέχρι την επόμενη μέρα στο πρωινό, όταν ο John Cuniberti είπε: «Ε, πρέπει να ακούσετε τι παίξατε χθες το βράδυ». Φυσικά, ήταν εντελώς μη εμπορικό, κάτι που δεν θα ‘θελες ποτέ ν’ ακούσει το κοινό, αλλά καθώς ετοίμαζα το υλικό για το συγκεκριμένο album, τη συλλογή “Time Machine”, σκέφτηκα: «Θα κάνω το εντελώς απροσδόκητο», που είναι να δείξω στους οπαδούς τι μπορεί να συμβεί πίσω από την αυλαία, στα παρασκήνια, όταν οι μουσικοί ψάχνουν πραγματικά βαθιά μέσα τους και προσπαθούν να φτιάξουν κάτι, γιατί πίστευα ότι είχε ένα όμορφο πνεύμα. Δεν θ’ ακούσεις ποτέ τους ανθρώπους να δουλεύουν σε ένα τραγούδι που μπορεί να έχει τη δυνατότητα να παιχτεί στο ραδιόφωνο ή κάτι τέτοιο. Αυτό δεν είχε καμία απολύτως προσποίηση. Δεν υπήρχε τίποτα το εμπορικό σ’ αυτό, οπότε είχε τη δική του ομορφιά και το γεγονός ότι ήταν μια εντελώς live ηχογράφηση, πίστευα ότι ακουγόταν υπέροχο. Λοιπόν, ναι, γι’ αυτό το έβαλα στο δίσκο. Θέλω να πω, πολύ λίγοι άνθρωποι που γνωρίζω το υπομένουν πραγματικά (γέλια). Το βρίσκω όμως απίστευτα όμορφο.

 

Πόσο συναισθηματικό ήταν για εσάς να γράψετε την αυτοβιογραφία σας “Strange Beautiful Music” (2014);

Ήταν πραγματικά δύσκολο. Μπήκα σε αυτό σκεπτόμενος ότι στην πραγματικότητα δεν θα το έγραφα. Έτσι, έδωσα μια σειρά από πολύ μεγάλες σε διάρκεια συνεντεύξεις για το θέμα και πραγματικά νόμιζα ότι αυτό ήταν, ότι ο βιογράφος μου επρόκειτο πράγματι να κάνει αυτό το βιβλίο μαζί με τον εκδότη. Αλλά μετά, όταν διάβασα την πρώτη βερσιόν, τρομοκρατήθηκα γιατί σκέφτηκα ότι δεν έβγαζε κανένα νόημα. Απλώς δεν έβλεπα το νόημα, οπότε άλλαξα τον τρόπο που πίστευα ότι έπρεπε να είναι το βιβλίο, που είναι ότι έπρεπε πραγματικά να μπω και να ξαναγράψω ο ίδιος κάθε κεφάλαιο, αντλώντας από τις συνεντεύξεις που έγιναν και στη συνέχεια ακολουθώντας το περίγραμμα που ο βιογράφος μου μού παρουσίασε στην αρχή. Συμφώνησε μαζί μου ότι ήμουν πολύ νέος για να κάνω πραγματικά μια αυτοβιογραφία και αυτό δεν επρόκειτο ν’ αφορούσε μια ιστορία, ένα γεγονός, οπότε ας το κάνουμε ως μια σύντομη αυτοβιογραφία που στη συνέχεια θα επεκταθούμε και θα μιλήσουμε για κάθε album λεπτομερώς, τα παρασκήνια, συνδυάζοντας συνεντεύξεις από τους ανθρώπους που ήταν εκεί, που δούλευαν στο album και στη συνέχεια επίσης ένα τεχνικό μέρος, όπου δείχνεις στους οπαδούς και τους μιλάς ακριβώς για κάθε κιθάρα, πετάλι, ενισχυτή, studio και καθέναν που δούλευε σ’ αυτό. Όμως, εξαντλήθηκα στο τέλος του -να σου πω την αλήθεια- επειδή μερικές φορές η ενδοσκόπηση είναι επώδυνη γιατί πρέπει να ξαναζήσεις τόσες αναμνήσεις. Έχω ένα σλόγκαν ως καλλιτέχνης: «Να προχωράς πάντα μπροστά» και όταν τελειώνω μ’ ένα album, πρέπει να τ’ αφήσω, να το δώσω στους οπαδούς, μετά να φύγω και στην συνέχεια να ξεκινήσω να δουλεύω πάνω σε κάποια νέα πράγματα, απλώς αυτός είναι ο τρόπος που πιστεύω ότι κάθε καλλιτέχνης πρέπει να ζει, αλλιώς παγιδεύεται από το παρελθόν του. Αλλά όταν πας να γράψεις μια αυτοβιογραφία, πρέπει πραγματικά να γυρίσεις πίσω και να θυμηθείς κάθε λεπτομέρεια, όλα εκείνα τα πράγματα που δεν θα ‘θελες να θυμηθείς, πρέπει να τα θυμηθείς και να τα αντιμετωπίσεις κατάματα και ήταν δύσκολο.

 

Ήταν ενδιαφέρουσα εμπειρία να περιοδεύετε με τον Mick Jagger το 1988;

Φανταστική! Πάντα υπέροχη! Ήταν τόσο διασκεδαστικός, είναι σπουδαίος μουσικός, ο κόσμος δεν το ξέρει αυτό. Είναι πολύ καλός κιθαρίστας, μπορείς να κάθεσαι και να παίζεις μαζί του κιθάρα όλη μέρα. Ήταν πάντα πολύ χαλαρός όταν έκανε παρέα με το συγκρότημα. Νομίζω ότι τότε ήταν που διασκέδαζε περισσότερο. Δεν ήταν πραγματικά ο τύπος που του άρεσε να κάνει πρόβες ξανά και ξανά. Ήθελε να κάνει ένα τραγούδι μία ή δύο φορές και μετά να παίζει άλλη μουσική και μετά να βγει έξω και να δειπνήσει και απλώς να περάσει καλά. Αλλά είχε επίσης έναν τρόπο να σιγουρευτεί ότι όλοι καταλάβαιναν ότι είχαν μια σημαντική δουλειά να κάνουν, η οποία είναι να κάνουν την καλύτερη συναυλία για τους οπαδούς. Η εμπειρία μου παίζοντας μαζί του στη σκηνή ήταν πραγματικά εκπληκτική. Είναι ίσως ο πιο αφοσιωμένος performer με τον οποίο έχω δουλέψει ποτέ. Του αρέσει απλώς να παίζει, λατρεύει την ιδέα της συναυλίας, λατρεύει το κοινό του και δίνει πάντα κάθε ικμάδα που έχει σε όλους τους θεατές σε κάθε συναυλία. Είναι πραγματικά εκπληκτικό. Ήταν υπέροχος, ήταν καλός bandleader και φερόταν σε όλους πολύ καλά. Κάποιος σαν τον Mick, όπου κι αν πάει, ο κόσμος βρίσκεται παντού γύρω του. Έμαθα, υποθέτω, πολλά σπουδαία μαθήματα για το πώς να γίνεις καλός rock σταρ. Δεν θέλω να πω ότι είμαι, αυτός είναι rock star, ξέρεις, αλλά μπορείς να το κάνεις με τον σωστό τρόπο και αυτός το κάνει με τον σωστό τρόπο, ας το θέσουμε έτσι.

 

Ποιο είναι το μυστικό της μακροχρόνιας φιλίας και συνεργασίας σας με τον Steve Vai;

Ποιο είναι το μυστικό της; (γέλια) Δεν νομίζω ότι υπάρχει μυστικό. Ο Steve και εγώ, γνωριζόμαστε από τότε που ήμασταν παιδιά. Άρχισα να κάνω μαθήματα κιθάρας στον Steve όταν ήταν 12 ετών, πήγαμε στο ίδιο γυμνάσιο, οπότε γνωριζόμαστε πολύ καιρό. Είμαστε οι καλύτεροι φίλοι, έχουμε παίξει μαζί στη σκηνή -δεν ξέρω- ίσως περισσότερο από οποιουσδήποτε άλλους κιθαρίστες και έχουμε περιοδεύσει τόσες φορές και κάναμε πολλά live albums. Ελπίζουμε να περιοδεύσουμε μαζί ίσως κάποια στιγμή το 2023. Προσπαθούμε να κάνουμε μια επανένωση της αρχικής συναυλίας των G3 με τον Steve, τον Eric Johnson και εμένα. Έτσι, ελπίζουμε ότι αυτό θα συμβεί.

 

Είναι λίγο σουρεαλιστικό να κατηγορείστε από τον Ritchie Blackmore για το ότι παίζετε τις σωστές νότες;

Δεν έχω ιδέα τι είναι αυτό. Πιστεύω ότι ο Ritchie Blackmore είναι πολύ σπουδαίος μουσικός, αλλά δεν τον έχω γνωρίσει ποτέ, οπότε ίσως όταν τον συναντήσω να μου πει τι σκέφτεται (γέλια).

 

Είστε αισιόδοξος για το μέλλον της instrumental μουσικής;

Ναι, δεν κινδύνευσε ποτέ. Νομίζω ότι ο κόσμος χρειάζεται την instrumental μουσική γιατί μετά από λίγο κουράζεται να του ουρλιάζουν (γέλια). Θέλουν να δημιουργήσουν τα δικά τους λόγια.

 

Ένα τεράστιο «ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ» στον κύριο Joe Satriani για τον χρόνο του.

Official Joe Satriani website: http://satriani.com/

Official Joe Satriani Facebook page: https://www.facebook.com/joesatriani

- Advertisement -

Latest articles

Related articles

Μετάβαση στο περιεχόμενο