Αποκλειστική συνέντευξη: Rik Emmett (solo, Triumph) -2021

Ο Rik Emmett των Καναδών Triumph μιλάει αποκλειστικά στο Hit Channel για την ποιητική του συλλογή, “Reinvention: Poems”, την καριέρα του με τους Triumph, τις επιρροές του και πολλά άλλα.

HIT CHANNEL ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: Οκτώβριος 2021. Είχαμε την μεγάλη τιμή να μιλήσουμε με έναν σπουδαίο μουσικό και ένα ευφυέστατο άτομο: τον Rik Emmett. Είναι περισσότερο γνωστός ως τραγουδιστής, κιθαρίστας και συνθέτης των Triumph, ενός πολύ επιτυχημένου Καναδικού hard rock συγκροτήματος. Μετά την αποχώρησή του από τους Triumph ξεκίνησε μια αξιόλογη solo καριέρα. Μόλις κυκλοφόρησε το Reinvention: Poems”, μια αυτοβιογραφική ποιητική συλλογή, μέσω της ECW Press. Διαβάστε τα πολύ ενδιαφέροντα πράγματα που μας είπε:

 

Γιατί αποφασίσατε να γράψετε την ποιητική συλλογή “Reinvention” και όχι μια συνηθισμένη αυτοβιογραφία;

- Advertisement -

Λοιπόν, θα γράψω τελικά μια αυτοβιογραφία, απομνημονεύματα. Θα είναι το επόμενο βιβλίο που θα γράψω, αλλά καθώς αποσύρθηκα από τις περιοδείες και τις συναυλίες, δεν σταμάτησα να είμαι δημιουργικός. Θέλω να πω, πάντα έγραφα κάποια ποίηση μια στο τόσο, αλλά ποτέ δεν αποφάσισα να πέσω με τα μούτρα στην δουλειά και να γράψω ένα ολόκληρο βιβλίο νομίζοντας ότι μπορεί να προσπαθήσω να το εκδώσω. Αλλά μόνο η δημιουργικότητά μου με οδήγησε στην έρευνα για την ποίηση και στην ανάγνωση βιβλίων σχετικά με την ποίηση. Έχω διαβάσει μερικούς ποιητές που μου άρεσαν πολύ και θαύμαζα και με οδήγησαν στην ιδέα να γράψω ποίηση. Πολλά από τα ποιήματα είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικά, όχι όλα, αλλά ένα μεγάλο μέρος τους και κατά κάποιον τρόπο μου άρεσε το γεγονός ότι είχα ένα είδος δημιουργικής ελευθερίας να χρησιμοποιήσω την ποίηση για να γίνω αυτοβιογραφικός. Έτσι, ναι, αυτοί είναι οι κύριοι λόγοι.

 

Είναι ενδιαφέρον για εσάς το γεγονός ότι τα ποιήματα είναι συνήθως πιο ανοιχτά σε ερμηνείες απ’ ότι οι στίχοι των τραγουδιών;

Ναι, αυτό είναι μεγάλη αλήθεια. Όταν γράφεις στίχους τραγουδιών, από αρχιτεκτονική άποψη αυτή η φόρμα είναι πολύ απαιτητική: ομοιοκαταληξίες και φράσεις. Έτσι, ήταν ωραίο που μπορούσα να γράφω χωρίς απαραίτητα να πρέπει να δείξω αυτά τα αρχιτεκτονικά, δομικά προβλήματα της στιχουργικής. Αλλά κάθε είδους δημιουργική γραφή παρουσιάζει το δικό του σύνολο προβλημάτων. Πάντα έρχεσαι αντιμέτωπος με κάποια ζητήματα που αφορούν την φόρμα και την δομή και πιστεύω στ’ αυτά πολύ έντονα, αλλά το να γράφεις ποίηση σου δίνει όντως περισσότερη ελευθερία. Αυτό είναι σίγουρα κάτι που απόλαυσα.

 

Είναι το “Reinvention” ένα ταξίδι του Rik Emmett μέσα από συναισθήματα;

Θα έλεγα ότι η συγγραφή ενός βιβλίου είναι ένα ταξίδι πολλών πραγμάτων και νομίζω ότι τα πράγματα που με έκαναν να γράψω ποίηση δεν διαφέρουν από άλλους ποιητές στο παρελθόν, σ’ όλη την ιστορία. Νομίζω ότι όταν μεγαλώνουμε και ερχόμαστε αντιμέτωποι τη δική μας θνητότητα, αυτό είναι ένα από τα πράγματα που κάνουν έναν συγγραφέα να γράψει. Ένας φίλος μου, ένας ποιητής ονόματι Adam Sol, είπε: «Ο κόσμος είναι ένα σπασμένο μέρος και οι άνθρωποι καταφεύγουν στη δημιουργικότητά τους για να προσπαθήσουν να καταλάβουν πώς νιώθουν για αυτό το σπάσιμο». Νομίζω ότι στο τέλος είναι πραγματικά ένα ζήτημα που αφορά την ανθρωπιά μας. Θέλω να πω, ένας από τους λόγους που έγραψα πολλά από τα ποιήματα στο “Reinvention” είναι επειδή το δικό μου προσωπικό, εσωτερικό εκκρεμές ταλαντεύεται από τη μια άκρη, όπου υπάρχουν πολλοί άνθρωποι και θέλω να προσφέρω στους ανθρώπους κάτι δημιουργικό, θέλω να τους προσφέρω τέχνη, που είναι ένα ωραίο πράγμα και μετά το εκκρεμές μου ταλαντεύεται στην άλλη άκρη και θεωρώ ότι οι άνθρωποι είναι τόσο ανόητοι, τόσο αλαζόνες και τόσο σκληροί ο ένας προς τον άλλο και αυτό με τρελαίνει. Έτσι, η συγγραφή ποίησης με βοηθά να διαχειριστώ το εκκρεμές μου που ταλαντεύεται από τη μια άκρη στην άλλη: Από τη μισανθρωπία μου στη μια πλευρά μέχρι την αγάπη μου για την ανθρωπότητα στην άλλη.

 

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχετε πλέον αναπροσδιοριστεί ως ποιητής;

Ναι, αυτό είναι σίγουρο. Αλλά όταν κοίταξα πίσω στη ζωή μου, συνειδητοποίησα ότι έχω αναπροσδιοριστεί πολλές φορές. Όλοι περνάμε από στάδια καθώς περνάμε από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωσή μας και μετά πιάνουμε μια δουλειά και όποια δουλειά κι αν κάνουμε, κάτι μας καθορίζει. Μετά, στον γάμο μου, αναπροσδιορίστηκα για μία ακόμη φορά και μετά άρχισα να κάνω παιδιά και όταν γίνομαι πατέρας, αυτό με αναπροσδιορίζει. Νομίζω ότι περνάμε από πολλές φάσεις αναπροσδιορισμού. Για μένα, προσωπικά, νομίζω ότι ο αναπροσδιορισμός είχε επίσης δραματικές προεκτάσεις, επειδή έκανα επιτυχία ως rock star και αυτό ήταν ένα περίεργο, σουρεαλιστικό πράγμα. Όχι ότι πίστευα ποτέ: «Ω, ναι, αυτός είμαι πραγματικά». Ποτέ δεν πίστεψα πραγματικά ότι ήμουν rock star. Απόλαυσα την δουλειά, μου άρεσε και μου άρεσαν τα οφέλη που προσέφερε, αλλά δεν ήταν αυτό που πραγματικά ήμουν. Όταν αναπροσδιορίστηκα ως ποιητής, νομίζω ότι είναι σωστό να πω ότι αυτό έγινε κάτι που ήταν πιο κοντά στην καρδιά και την ψυχή μου, ότι τώρα γινόμουν κάτι που ήταν ένα βαθύτερο είδος καλλιτέχνη. Πάντα ήμουν καλλιτέχνης, αλλά πιστεύω ότι οι καλλιτέχνες αναπροσδιορίζονται όπως όλοι.

 

Διάβασα το ποίημά σας “Go Leafs Go”. Θα μπορούσατε να μας περιγράψετε τα συναισθήματά σας την πρώτη φορά που παίξατε στο Maple Leaf Gardens στο Toronto στις 21 Μαρτίου 1978;

Ήμουν πολύ τυχερός που μπόρεσα να ζήσω πράγματα που δεν βιώνουν πολλοί άνθρωποι. Αυτό ήταν ένα από αυτά: Ότι ήμουν οπαδός αυτής της επαγγελματικής ομάδας hockey που έπαιζε σε αυτό το κτίριο και είχα πάει σε αγώνες εκεί όταν ήμουν μικρός και τώρα βρισκόμασταν εκεί: Θα παίζαμε σ’ αυτό το κτίριο και υπήρχε το όνομά μου στη μαρκίζα. Ήταν μια πραγματικά ενδιαφέρουσα πρόκληση, αλλά ταυτόχρονα ήταν ένα πολύ ικανοποιητικό γεγονός που πραγματοποιήθηκε: Το ότι παίξαμε αυτή τη συναυλία και πουλήσαμε πολλά εισιτήρια και είχε μεγάλη επιτυχία και ήταν ένα σπουδαίο πράγμα για την ανάπτυξη των Triumph ως μια επιτυχημένη επιχείρηση και ένα συγκρότημα που άρεσε στον κόσμο. Έτσι, ήταν μια μεγάλη στιγμή για μένα. Νομίζω ότι ήταν επίσης ένα πράγμα ότι μπορείς να τοποθετήσεις την παιδική σου ηλικία στις σωστές της διαστάσεις. Τώρα, ως ενήλικας, σου συμβαίνουν πράγματα που σε κάνουν να συνειδητοποιείς ότι εξακολουθείς να κουβαλάς το παιδί μέσα σου, αν και αυτό δεν είναι πλέον το κυρίαρχο πράγμα στη ζωή σου. Παρόλο που αναδημιουργούμε τον εαυτό μας σε νέους ρόλους, εξακολουθούμε να κουβαλάμε μέσα μας τα παλιά μας επίπεδα και αυτό είναι ένα σημαντικό πράγμα που θυμάμαι και τιμώ.

 

Γράψετε στο “Reinvention (Three)” σχετικά με την αποχώρησή σας από τους Triumph το 1988: «Δεν χρειάστηκε τόσο θάρρος να φύγω όσο μου κόστισε σε ανθρωπιά, λογική, το να μείνω». Ήταν πιο επώδυνη για σας η παραμονή στο συγκρότημα από το να φύγετε;

Ναι και αυτό ακριβώς είναι το ποίημα: Το να είσαι στο συγκρότημα είχε πολύ ακριβό τίμημα σε πολλά επίπεδα. Πολύ πρακτικά, τα παιδιά μου μεγάλωναν και όταν είσαι σε ένα συγκρότημα και βγαίνεις στο δρόμο για μεγάλες περιοδείες, για μεγάλα διαστήματα κάθε έτους, αυτό ήταν ένα πολύ ακριβό τίμημα που έπρεπε να πληρώσεις. Ήθελα οι Triumph να βρουν μια διαφορετική ζωή όπου θα μπορούσα να είμαι κοντά στην οικογένειά μου, αλλά αυτό ήταν μόνο ένα πράγμα. Θέλω να πω, υπήρχαν δεκάδες πράγματα. Ήταν η πολιτική ανισορροπία που υπήρχε στο συγκρότημα και στην συνεργασία του. Έτσι, από επιχειρηματική άποψη τα πράγματα είχαν βγει εκτός ελέγχου. Απλώς, δεν ήμουν πια χαρούμενος δημιουργικά προσπαθώντας να δημιουργήσω μουσική για αυτό το πράγμα που λέγεται Triumph. Ήθελα να δημιουργήσω μουσική, να γράψω μουσική και να είμαι υπεύθυνος για τα δικά μου πράγματα αντί να πρέπει να την υποβάλλω σε αυτού του είδους τη δημοκρατική επιχειρηματική διαδικασία. Αυτό απλώς δεν με ικανοποιούσε πλέον. Οι λόγοι ήταν δεκάδες. Θέλω να πω, δεν υπήρχε περίπτωση να καταφέρω να βγω από αυτήν την επιχειρηματική σχέση χωρίς να πληρώσω μια βαριά ποινή. Ήταν ένα πολύ δύσκολο επιχειρηματικό, οικονομικό πράγμα όταν τελικά είπα: «Φεύγω. Την κάνω» όπως ας πούμε θα ήταν για κάποιον ένα διαζύγιο. Λοιπόν, ήταν ένα τρομερό διαζύγιο, αλλά στο τέλος, το διαζύγιο ήταν το πιο λογικό. Δεν μπορούσα να βρω οποιονδήποτε άλλο τρόπο.

 

Στο “Remembering Russell” γράφετε για το πώς ο ετοιμοθάνατος αδελφός σας ήταν ο καταλύτης για την επανένωση των Triumph. Πόσο συναισθηματικό ήταν για εσάς να παίζετε με τους Triumph στο Sweden Rock Festival το 2008;

Ήταν ένας πολύ μακρύς δρόμος που οδήγησε σε αυτό. Αλλά ναι, η απώλεια του αδερφού μου ήταν ένα τεράστιο πράγμα στη ζωή μου γιατί είχε καρκίνο και πέθανε σχετικά νέος, πριν τα 50ά του γενέθλια. Θα έλεγα ότι μάλλον δεν έχασα μόνο έναν αδερφό, αλλά έναν από τους καλύτερούς μου φίλους και κάποιον στον οποίο βασιζόμουν για να πάρω πολλή χαρά στη ζωή μου, γιατί ήταν ακριβώς αυτό το είδος ανθρώπου που έφερνε χαρά σε όλους σχεδόν που συναντούσε. Έτσι, ήταν μεγάλη απώλεια και ο όρος του αδερφού μου όταν ήταν άρρωστος και πέθαινε ήταν ότι έπρεπε να προσπαθήσω να συμφιλιωθώ με τους δύο πρώην συνεργάτες μου στους Triumph. Λοιπόν, ξεκίνησα αυτή τη διαδικασία και αυτό πήρε χρόνια και τελικά φτάσαμε στο σημείο όπου για να επιστρέψουμε στο σημείο που ήμασταν, για να κλείσουμε ένα κύκλο, θέλαμε να παίξουμε κάποιες συναυλίες για να γίνει αυτό πολύ αληθινό. Έτσι, η Σουηδία ήταν μία από αυτές και πήρα μαζί μου κάποιες από τις στάχτες του αδελφού μου όταν πήγαμε αεροπορικώς στη Σουηδία και τοποθέτησα μερικές κάτω από τη σκηνή, πριν βγούμε. Ήταν συμβολικό αλλά ήταν ένα σημαντικό μέρος αυτού που πίστευα ότι ήταν το μονοπάτι της ζωής μου, η κατεύθυνση της ζωής μου. Ήταν κάτι που έπρεπε να κάνω για να προσπαθήσω να τον τιμήσω και επίσης για να τιμήσω την ιδέα ότι οι Triumph ήταν μέρος μιας αδελφότητας και μιας συντροφικότητας που ήταν πολύ σημαντικό πράγμα για μένα και αυτό είναι το σημείο που μου τόνισε λέγοντας: «Δεν μπορείς να κουβαλάς συνέχεια όλο αυτό το φορτίο. Αυτό θα σε λυγίσει και στο τέλος θα σε καταστρέψει. Πρέπει να προσπαθήσεις να βρεις έναν τρόπο να το διαχειριστείς». Έτσι, ήταν πολύ δύσκολο και πολύ συναισθηματικό, αλλά νομίζω ότι ήταν επίσης εξαιρετικά σημαντικό στην ζωή μου.

 

Τι να περιμένουν οι οπαδοί από το επερχόμενο ντοκιμαντέρ “Triumph: Rock & Roll Machine”;

Λοιπόν, είναι ενδιαφέρουσα ταινία, αυτό είναι σίγουρο. Πρώτα απ’ όλα, νομίζω ότι η Banger (σ.σ: Films) είναι πολύ καλοί σε αυτό που κάνουν: Ο σκηνοθέτης, ο παραγωγός και ο μοντέρ, έχουν κάνει πολλά από αυτά τα ντοκιμαντέρ για rock συγκροτήματα, οπότε ξέρουν τι κάνουν. Αλλά νομίζω ότι, σε τελική ανάλυση, υπάρχει μια αίσθηση του χιούμορ σε αυτό, υπάρχει η θλίψη για το συγκρότημα που διαλύεται και επιστρέφει. Είναι μια μεγάλη ιστορία που πρέπει να πουν. Θέλω να πω, καλύπτει τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι Triumph ξεκίνησαν το 1975, οπότε υπάρχουν περίπου 45-46 χρόνια. Είναι πολλή η αφήγηση που πρέπει να προσπαθήσεις να καλύψεις. Δεν μπορείς να πεις κάθε ιστορία, αλλά νομίζω ότι έκαναν πολύ καλή δουλειά λέγοντας αυτήν που αποφάσισαν να πουν. Περιορίζονται από το οπτικό υλικό που μπορούν να βρουν και τις συνεντεύξεις-μαρτυρίες που κάνουν. Είναι ένα ντοκιμαντέρ, είναι μια ταινία, οπότε μπορείς να χρησιμοποιήσεις μόνο ότι έχεις σε εικόνα. Έφτιαξαν μέχρι και πολλά κινούμενα σχέδια για να μπορέσουν να δημιουργήσουν ενότητες από πράγματα για να δούμε, ώστε να πουν την ιστορία. Λοιπόν, είναι πολύ ενδιαφέρον, πολύ δύσκολο. Θα γράψω τα απομνημονεύματα και αυτή θα είναι η δική μου προσωπική άποψη για την ιστορία σε σχέση με αυτή που λέει απαραίτητα το ντοκιμαντέρ. Το ντοκιμαντέρ είναι πολύ καλό. Θέλω να πω, η κορύφωση της ταινίας είναι ότι κάναμε αυτό το πράγμα για τους οπαδούς όταν κάναμε ένα fan festival και φέραμε αεροπορικώς κόσμο από όλο τον κόσμο και το συγκρότημα έπαιξε live τρία τραγούδια για αυτούς τους ανθρώπους σε μια αποθήκη και ήταν απίστευτη εμπειρία. Ήταν απλώς ένα απίστευτο πράγμα. Έτσι, πολλοί από τους οπαδούς μας, που είναι πραγματικά αληθινοί οπαδοί, ξέρουν ήδη το πως καταλήγει η ιστορία, γιατί ήταν εκεί (γέλια).

 

Ήταν μια ενδιαφέρουσα εμπειρία για εσάς να συνεργαστείτε με τον Alex Lifeson (Rush –κιθάρα) και τον James LaBrie (Dream Theater –φωνητικά) στο album σας “RES9” με τους Resolution 9 το 2016;

Ήταν μια υπέροχη εμπειρία. Θέλω να πω, είμαι τόσο χαρούμενος που η Mascot μου έδωσε την ευκαιρία να κάνω έναν τέτοιο δίσκο, τόσο αργά στη ζωή μου. Δεν νομίζω ότι πολλοί άνθρωποι έχουν τέτοια ευκαιρία. Ήταν ένας αρκετά καλός προϋπολογισμός για να μπορέσω να κάνω αυτά τα πράγματα και να ζητήσω από αυτούς τους ανθρώπους όπως ο James και ο Alex να γίνουν μέρος ενός project. Θέλεις να ξέρεις ότι θα γίνει σωστά. Είχαμε τον Matt DeMatteo να μας βοηθά ως παραγωγός και μηχανικός ήχου και αυτός ο τύπος είναι αποδεδειγμένη ιδιοφυΐα. Λοιπόν, ήταν πραγματικά ωραίο. Ήταν υπέροχο που μπόρεσα να γράψω τα τραγούδια και να έχω αυτούς τους τύπους να εμπλέκονται δημιουργικά. Ένιωσα πολύ τυχερός, πολύ ευλογημένος που είχα αυτή την ευκαιρία να το κάνω αυτό. Πιστεύω ότι είναι ένας πολύ καλός δίσκος! Απογοητεύτηκα που δεν πούλησε καλά και η δισκογραφική εταιρεία δεν έμοιαζε να μπορεί να βρει ένα τρόπο να το πουλήσει και το προωθήσει πολύ καλά, αλλά εξακολουθώ να πιστεύω ότι είναι ένας αρκετά καλός δίσκος. Υπάρχουν κάποιοι δίσκοι στη ζωή μου που όταν τους ακούω λέω (σ.σ.: μιλά μέσα από τα δόντια): «Ωχ, αμάν! Αυτό δεν είναι πολύ καλό» Είναι πολύ ντροπιαστικό, ξέρεις, αλλά υπάρχουν και άλλα που τα ακούω και νιώθω ότι σίγουρα έκανα κάποια πράγματα σωστά και το “RES9” είναι ένα από αυτά τα albums. Είμαι περήφανος για αυτό. Νομίζω ότι είναι ένας καλός δίσκος.

 

Η φωνητική σας ερμηνεία στο “Blinding Light Show” είναι καταπληκτική. Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για αυτό το τραγούδι;

(Γέλια) Ήταν ένα τραγούδι που στην πραγματικότητα έγραψα σε ένα συγκρότημα στο οποίο ήμουν πριν από τους Triumph, το οποίο ήταν ένα ενδιαφέρον μικρό τριμελές progressive συγκρότημα και το τραγούδι ήταν λίγο διαφορετικό. Όταν παίζαμε, ήταν κάπως πιο progressive στην ενορχήστρωσή του. Αλλά στους Triumph έγινε ένα τραγούδι που μας βοήθησε να παιχτούμε στο AM ραδιόφωνο του Texas. Έτσι, το τραγούδι έπαιξε μεγάλο ρόλο και στις συναυλίες μας ήταν το κομμάτι με την μεγάλη παραγωγή όπου έβγαινε ο ξηρός πάγος και όλοι αυτοί οι διαφορετικοί φωτισμοί. Ήταν ένα μουσικό κομμάτι πολύ προσανατολισμένο στην παραγωγή. Το επιδείκνυε αυτό πολύ καλά. Το άλλο πράγμα με το τραγούδι που είναι ενδιαφέρον είναι ότι υπάρχει ένα παράδοξο σε αυτό, είναι ειρωνικό. Αυτό είναι ένα τραγούδι για το ότι βρίσκεσαι σε ένα μεγάλο show, η ιδέα του κόσμου του θεάματος ως αυτό το μεγάλο τσίρκο. Αλλά ο τραγουδιστής ποτέ δεν αισθάνεται ότι αυτό είναι πραγματικά ειλικρινές και αληθινό. Ο τραγουδιστής τραγουδά από μια οπτική γωνία που λέει: «Τα φαινόμενα απατούν, μην τσιμπάς με τα φρου-φρου κι αρώματα και τις οφθαλμαπάτες. Δεν είναι αλήθεια». Νομίζω ότι το παράδοξο του να είσαι παραστατικός καλλιτέχνης έκανε το τραγούδι ενδιαφέρον και το έκανε ένα ενδιαφέρον τραγούδι για να το τραγουδώ.

 

Η συμπερίληψη του ακουστικού “Petite Etude” σε ένα hard rock album όπως το “Allied Forces” το 1981 ήταν κάτι αρκετά επαναστατικό. Ήταν ένα είδος μουσικής δήλωσης από εσάς;

Υπάρχουν μερικά πράγματα σχετικά με αυτό. Θέλω να πω, πρώτα απ’ όλα, το μεγάλο πρότυπο για μένα ήταν ο Steve Howe των Yes και το πώς είχε τραγούδια σε albums όπως το “Clap” στο “The Yes Album” (1971) και μετά στο “Fragile” (σ.σ: αργότερα το 1971) είχε το “Mood for a Day”. Αυτό ήταν μεγάλη επιρροή για μένα. Πάντα ένιωθα ότι ήταν υπέροχο αν ένας μουσικός σε ένα συγκρότημα θα μπορούσε να έχει την ευκαιρία να δείξει την έκφρασή του μέσα από ένα solo κομμάτι σε ένα album. Θέλαμε τραγούδια απεγνωσμένα, ούτως ή άλλως. Ξεκινούσαμε την προ-παραγωγή ενός album και πάντα ψάχναμε πώς μπορούμε να γεμίσουμε το album, δεν είχαμε αρκετό υλικό. Είχαμε 5 ή 6 τραγούδια και χρειαζόμασταν 9 ή 10. Τα παιδιά είπαν: «Λοιπόν, αν θες να βάλεις ένα κομμάτι με κιθάρα, αυτό είναι υπέροχο». Έτσι, το “Blinding Light Show” περιείχε το “Moonchild” στο πρώτο μας album και μετά έγινε ένα είδος παράδοσης για τους Triumph ότι πάντα θα υπάρχει ένα κομμάτι με κιθάρα.

Ήμουν πολύ ευγνώμων που τα άλλα παιδιά στο συγκρότημα μου το επέτρεψαν, μου έδιναν αυτή την ευκαιρία και με τα χρόνια έκανα διαφορετικά πράγματα, δοκίμαζα διαφορετικά είδη κομματιών. Ήταν μια ακολουθία ακόρντων στο τραγούδι “Lay It on the Line” (σ.σ: από το “Just a Game” -1979), που ήταν σε μια γέφυρα αυτού, που είναι ένας κύκλος από Φα ματζόρε. Δεν είναι κάτι σπουδαίο. Είναι μια ακολουθία που υπήρχε ανέκαθεν. Υπάρχει στο κλασικό jazz κομμάτι “Autumn Leaves”. Αυτή η ακολουθία φαίνεται ότι είναι ένα από τα πράγματα που επανέρχονται και τη χρησιμοποιώ ως συνθέτης για να δοκιμάσω διαφορετικές ιδέες. Όταν έπαιζα συναυλίες ως ντουέτο με τον Dave Dunlop, αυτός και εγώ βγαίναμε μόνο με δύο κιθάρες. Κάναμε πάντα λίγο από το “Petite Etude” και μετά πηγαίναμε κατευθείαν στο “Lay It on the Line” γιατί υπάρχει ένα είδος μουσικής σύνδεσης μεταξύ των ακολουθιών που υπάρχουν σε αυτά τα τραγούδια.

 

Οι Triumph έπαιξαν στο US Festival το 1983 μετά τους Judas Priest και Ozzy Osbourne και πριν τους Van Halen και Scorpions. Έχετε αναμνήσεις από εκείνη την ημέρα;

Λοιπόν, ήταν μια πολύ ζεστή μέρα και ήταν πολύ σουρεαλιστικό γιατί υπήρχαν τόσοι πολλοί άνθρωποι σε αυτό το πράγμα που το έκανε επικό. Ακόμη και για να φτάσεις στη συναυλία έπρεπε να πετάξεις με ελικόπτερο. Έτσι, ήταν ασυνήθιστο, ήταν πάρα πολύ αλλόκοτο και σουρεαλιστικό. Φυσικά, με όλα αυτά τα rock συγκροτήματα στα παρασκήνια, ήταν τρελό. Οι Judas Priest είχαν τις μοτοσυκλέτες και οι Van Halen είχαν ένα κτιριακό συγκρότημα. Ήταν σαν συναυλία στην πόλη τους γιατί ήταν ένα συγκρότημα από την California. Είχαν ηθοποιούς, φίλους, κόσμος πηγαινοερχόταν, διασημότητες όλη μέρα και έκαναν πάρτι εκεί μέσα, στο κτιριακό τους συγκρότημα. Ήταν δυνατά. Απλώς προσπαθούσα να καταλάβω πώς θα μπορούσα να επιβιώσω, να παίξω αυτή την συναυλία και να τα καταφέρω. Μου πέρασε από το μυαλό ότι υπήρχαν τόσες πολλές κάμερες. Υπήρχαν, δεν ξέρω, 9 ή 10 κάμερες στη σκηνή και το κοινό ήταν πολύ μακριά λόγω των κιγκλιδωμάτων που είχαν. Ήταν δύσκολο να συνδεθείς με το κοινό που ήταν εκεί, αλλά ήταν πιο εύκολο να συνδεθείς με τις κάμερες. Έτσι, κατά κάποιο τρόπο, μερικά από τα πράγματα που αποφάσισα να κάνω, ήταν περισσότερο για τις κάμερες επειδή κατάλαβα ότι τραβούσαν αυτό το πράγμα για τις γιγαντοοθόνες. Ήταν μια από τις πρώτες φορές που έκαναν ποτέ αυτό το πράγμα: Είχαν κάμερες που έδειχναν ό,τι τραβούσαν σε αυτές τις γιγαντοοθόνες σε κάθε πλευρά της σκηνής.

Συνειδητοποίησα ότι είναι περισσότερο σαν να βρίσκεσαι σε μια τηλεοπτική εκπομπή παρά να παίζεις μια συναυλία μπροστά σε κοινό. Έτσι το προσέγγισα. Αλλά υπήρχε μια ωραία στιγμή στο ντοκιμαντέρ όπου ο John 5 -ο τύπος που παίζει με τον Rob Zombie και έχει πολλούς επιτυχημένους δίσκους μόνος του τώρα- ήταν παιδί που το έβλεπε σπίτι στο MTV και έλεγε για το πώς η εμφάνισή μου ήταν μεγάλη επιρροή γι’ αυτόν, κάτι που ήταν υπέροχο, είναι ωραίο και είναι στο ντοκιμαντέρ. Ξέρεις, κάτι τέτοιο συμβαίνει σε μια κλίμακα που είναι πέρα από τον έλεγχό σου. Έτσι όποτε συνέβαιναν τέτοια πράγματα στη ζωή μου, πίστευα ότι το ζήτημα ήταν αντί να χαθείς μέσα σε πράγματα που εκτείνονταν πολύ μακρύτερα ​​από εσένα, η ιδέα ήταν απλώς να συγκεντρωθείς μέσα σου και να προσπαθήσεις να τραγουδήσεις πολύ καλά, να προσπαθήσεις να παίξεις πολύ καλά και απλώς να προσπαθήσεις να το κάνεις αυτό, γιατί αυτό είναι ένα μικρό, εσωτερικό πράγμα που μπορείς να ελέγξεις. Όλα αυτά τα άλλα εξωτερικά πράγματα, δεν μπορείς να τα ελέγξεις, οπότε μην προσπαθήσεις να το κάνεις. Θέλω να πω, οι αθλητές το λένε συνέχεια. Ο προπονητής λέει στην ομάδα του: «Κάνε τη δουλειά σου. Μην παρασύρεσαι από την στιγμή σ’ αυτό τον αγώνα play off ή οτιδήποτε άλλο. Μην την αφήνεις να σε βγάλει από την φόρμα σου. Κάνε μόνο τη δουλειά σου». Στο τέλος, για τέτοιες συναυλίες, αυτή ήταν η προσέγγισή μου: Έκανα απλώς τη συναυλία μου.

 

Υπάρχει μια ωραία φωτογραφία σας όπου τζαμάρετε live με τον Steve Morse (Dixie Dregs, Deep Purple, Kansas –κιθάρα) το 1987. Περάσατε καλά παίζοντας μαζί του;

Όταν αυτός ο τύπος άρχισε να γίνεται επιτυχημένος και γνωστός με τους Dixie Dregs, σκέφτηκα: «Φίλε, αυτός ο τύπος είναι τόσο σπουδαίος κιθαρίστας, είναι τόσο καλός σε τόσα πολλά επίπεδα». Έτσι, πάντα ήθελα να τον συναντήσω και έπαιζε νομίζω με τους Kansas εκείνη την εποχή και ήρθε σε μια συναυλία των Triumph και τον γνώρισα. Αργότερα, ο τύπος που ήταν υπεύθυνος A&R (σ.σ: αυτοί που υπογράφουν νέους καλλιτέχνες) στη MCA Records στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Thom Trumbo, ήξερε πολύ καλά τον Steve Morse, ήταν φίλοι και μετά όταν ο Thom μας βοηθούσε στην παραγωγή του album “Surveillance” (1986), το τελευταίο album των Triumph στο οποίο έπαιξα, είπε: «Έι, θέλεις να μιλήσω με τον Morse και να δω αν μπορώ να κάνω τον Morse να έρθει εδώ και να συνεργαστείτε σε αυτό;» «Ω, αυτό θα ήταν απίστευτο!» Ήρθε λοιπόν στο Toronto, έμεινε σπίτι μου, περάσαμε μαζί το μεγαλύτερο μέρος της εβδομάδας, θα έλεγα ίσως 5 ή 6 μέρες, και συνθέσαμε και παίξαμε στο album των Triumph, αλλά κάναμε και ένα live festival κιθάρας στο Toronto εκείνο το Σαββατοκύριακο. Ήταν ένα από τα highlights της ζωής μου.

Σε εκείνο το σημείο της ζωής του ήταν ο τύπος που κέρδιζε βραβεία ως ο καλύτερος κιθαρίστας στον κόσμο, όπως «Ο πιο πολύπλευρος κιθαρίστας στον κόσμο», «Ο κιθαρίστας της χρονιάς». Ήταν τόσο καλός όσο δεν πάει άλλο. Οι κιθαρίστες με τη μεγαλύτερη επιρροή στη ζωή μου και θα ανέφερα τους Hendrix, Page, Jeff Beck, Eric Clapton και Ritchie Blackmore των Deep Purple και τελικά ο Morse έγινε κιθαρίστας των Deep Purple, αναλαμβάνοντας το ρόλο του guitar hero από τον Ritchie Blackmore, ο Steve Howe, ο Pat Metheny. Ο Steve Morse ήταν ένας από αυτούς και κατάφερα να παίξω μαζί του live, κατάφερα να συνθέσω μαζί του. Ήταν μια υπέροχη, ωραία εμπειρία. Πρέπει να αφήσω τον George Benson εκτός αυτής της λίστας γιατί κατάφερα να παίξω με τον George Benson (γέλια) και ήταν τρομερή εμπειρία. Βρίσκεται λίγο πιο έξω από το είδος του rock και του progressive rock και άλλα πράγματα στα οποία έπαιζα, αλλά θα έλεγα ότι το κατατάσσω εκεί ψηλά: Τις βραδιές που έπαιξα με τον Steve Morse, τη βραδιά που έπαιξα με τον George Benson. Είχα μερικές πολύ σπουδαίες στιγμές στη ζωή μου.

 

Τι σημαίνει για εσάς η είσοδός σας στο Hall of Fame της Καναδικής Μουσικής Βιομηχανίας το 2007;

Είναι ωραίο πράγμα. Δεν θέλω να ακουστεί σαν να παίρνω αυτά τα πράγματα ελαφρά τη καρδία. Είναι πολύ σοβαρά και πολύ ωραία, παρόλα αυτά δεν κάνω αυτό που κάνω επειδή θέλω να γίνω πλούσιος και διάσημος. Και αν όντως αποκτήσω πλούτο από αυτό, αυτό είναι υπέροχο πράγμα, είναι ωραίο, αλλά κατά μία έννοια είναι σχεδόν σαν υποπροϊόν του γιατί κάνω αυτό που κάνω. Συνειδητοποιώ ότι αυτό το πράγμα στο κόσμο του θεάματος έχει να κάνει με την ιδέα του να πλασάρεις πράγματα και να προσπαθείς να δημιουργείς όλων αυτών των ειδών τα φρου-φρου κι αρώματα που περιβάλλουν τη φήμη και την κάθε διασημότητα, αλλά δεν το κάνω για αυτούς τους λόγους. Το κάνω γιατί απλώς προσπαθώ να γράφω καλά τραγούδια. Προσπαθώ να παίζω κιθάρα πολύ καλά, προσπαθώ να γράφω καλούς στίχους ή να γράφω καλά ποιήματα. Προσπαθώ μόνο να κάνω τη δουλειά όσο καλύτερα μπορώ. Στη συνέχεια, έχει να κάνει με το πώς να πουλήσεις την δουλειά. Εννοώ, κάθομαι εδώ και σου μιλάω στο τηλέφωνο γιατί πρέπει να κάνεις ορισμένα πράγματα για να προωθήσεις και να πουλήσεις και όλα αυτά είναι μέρος του τρόπου με τον οποίο παίζεται το παιχνίδι και το καταλαβαίνω αυτό. Είναι κάτι που αποδέχεσαι όταν λες: «Εντάξει, θέλω να παίξω το παιχνίδι, θέλω να είμαι μέσα στο παιχνίδι». Φαίνεται ότι πρέπει να κάνεις όλα αυτά τα πράγματα.

Υπάρχουν κάποιοι συγγραφείς που δεν κάνουν ποτέ συνεντεύξεις. Λένε: «Όχι, δεν θέλω να μιλήσω σε κανέναν. Δεν χρειάζεται να δώσω εξηγήσεις. Δεν θέλω να προσπαθήσω να πουλήσω τον εαυτό μου. Απλώς θα δημιουργήσω ένα έργο και θα αφήσω το έργο να μιλήσει από μόνο του». Αλλά υπάρχει ένα μέρος του εαυτού μου που λέει: «Ω, μακάρι να μπορούσα να βρω το κουράγιο να γίνω ένας τέτοιος άνθρωπος» (γέλια) αλλά τείνω να είμαι πολύ πιο πρακτικός και ρεαλιστής και το εγώ μου δεν είναι τέτοιο. Όταν παίρνεις ένα βραβείο για να βρεθείς σε ένα Walk of Fame ή ένα Hall of Fame και τέτοια πράγματα είναι σαν οι άνθρωποι να σε χτυπούν στην πλάτη και να σου λένε: «Φίλε, είσαι σπουδαίος» και μετά λες: «Ναι, ευχαριστώ», «Ναι, είμαι σπουδαίος», «Είναι υπέροχο να είσαι σπουδαίος», «Μου αρέσει να είμαι σπουδαίος». Αυτό το κολακευτικό πράγμα γύρω απ’ όλο αυτό και μετά, την επόμενη μέρα κοιτάζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη και λέω: «Τι είδους προσωπικότητα είσαι εσύ;» Αλλά είναι υπέροχο πράγμα, είναι ωραίο. Το Walk of Fame (σ.σ: το 2019) ήταν ένα πολύ ωραίο πράγμα γιατί όλα τα παιδιά μου κατάφεραν να έρθουν, το καθένα με το έτερόν του ήμισυ και καθίσαμε όλοι μαζί και δειπνήσαμε μαζί. Βλέπεις μια οικογένεια να υπερηφανεύεται για σένα και αυτό είναι όμορφο. Εννοώ, ο λόγος που αποφάσισα να ενταχθώ σε συγκροτήματα που προσπαθούσαν να γίνουν διάσημα ήταν επειδή ήθελα να βγάλω αρκετά χρήματα που θα μπορούσα να παρέχω στην οικογένειά μου και αργότερα θα μπορούσα να κάνω μια μεγάλη οικογένεια. Στο τέλος, κάθεσαι σε αυτό το δείπνο και όλοι κάθονται με τις οικογένειές τους και για μένα αυτό είναι ένα όμορφο πράγμα.

 

Το 2011 ηχογραφήσατε το “Red Barchetta” των Rush χρησιμοποιώντας τα μέρη στα drums του Neil Peart μέσω του λογισμικού Sonic Reality. Πώς συνέβη αυτό;

Ουάου, σίγουρα το έχεις ψάξει σε βάθος. Με πήραν τηλέφωνο και κάποιος με ρώτησε αν ήθελα να προσπαθήσω να κάνω αυτό το πράγμα. Συγκεκριμένα, ήταν τα πραγματικά μέρη στα drums του Neil Peart, που ήταν η βάση του γιατί ενδιαφέρθηκα. Είπα: «Εννοείς, τα πραγματικά μέρη που έπαιξε ο Neil Peart;» και είπαν: «Ναι» και απάντησα: «Ω, φίλε, ναι! Με ενδιαφέρει απόλυτα αυτό». Το να παίξω πάνω από τα μέρη του. Εννοώ, ο Neil Peart είναι προφανώς ένας από τους σπουδαίους, θρυλικούς drummer στην ιστορία της rock μουσικής, οπότε είπα: «Ναι, με ενδιαφέρει να το κάνω αυτό» και μου είπαν: «Εντάξει. Λοιπόν, είναι δυνατό. Αυτό το λογισμικό σου επιτρέπει να το κάνεις αυτό». Πήγα στο studio με έναν φίλο μου μηχανικό ήχου/παραγωγό/μουσικό, τον Mike Shotton και ηχογράφησα κιθάρα και φωνητικά. Κάποιος άλλος έπαιξε μπάσο σε αυτό, δεν μπορώ να θυμηθώ ποιος (σ.σ: ο Matt Dorsey). Ναι, ήταν ένα ενδιαφέρον μικρό side project. Το ζήτημα του να έχεις καριέρα είναι ότι σου προσφέρονται πράγματα που είναι εκτός πορείας, δεν είναι το κύριο πράγμα που κάνεις. Είναι ακριβώς αυτό το άλλο παράπλευρο πράγμα που εμφανίζεται. Αλλά μερικές φορές για μένα, αυτά είναι ακόμα πιο ενδιαφέροντα από το να συνεχίζω και να κάνω συνέχεια συναυλίες. Το πράγμα που είναι η βασική δουλειά μου μερικές φορές δεν είναι τόσο ενδιαφέρον όσο αυτά τα μικρά side projects. Λοιπόν, αυτό ήταν ένα side project που βρήκα πάρα πολύ ενδιαφέρον.

Φυσικά, υπήρχε πάντα αυτό το πράγμα γύρω από τους Triumph και τους Rush: Δύο τριμελή συγκροτήματα από τον Καναδά, power trios, ξέρεις, λένε: «Ω, οι Rush είναι πιο επιτυχημένοι από τους Triumph», «Οι Rush, έχουν καλύτερους μουσικούς» και κατανοώ αυτή την ανθρώπινη φύση. Αυτό είναι απλώς κάτι που θα συμβεί. Το άλλο πράγμα βέβαια είναι ότι θαύμαζα τους Rush, ήταν δύσκολο να μην τους θαυμάζω. Έκαναν σπουδαίους δίσκους, είχαν πολύ καλό εργασιακό ήθος ως συγκρότημα. Πάντα θαύμαζα τη διαδικασία της δικής τους προ-παραγωγής όταν έκαναν έναν δίσκο και όλοι είχαν υψηλά στάνταρ παραγωγής σε ό,τι κι αν έκαναν, τα εξώφυλλα των albums που έκαναν. Ήταν ένα συγκρότημα που ήταν βρισκόταν εκεί ψηλά μαζί με τα αγγλικά progressive συγκροτήματα και συγκροτήματα όπως οι Pink Floyd και οι Led Zeppelin. Είχαν αυτό το είδος ποιότητας που εκτεινόταν σε όλο τους το έργο. Τους θαύμαζα. Έτσι, το να παίξω με τα μέρη του Neil Peart… και ο Alex και εγώ, γνωριζόμασταν, είμαστε φίλοι και χάρηκε που είχα την δυνατότητα να παραστήσω τον Alex Lifeson παίζοντας με τον Neil Peart. Είχε πλάκα.

 

Ποιος σας ενέπνευσε να χρησιμοποιήσετε το talk box;

Προφανώς ο Peter Frampton, είχε μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία από οποιονδήποτε άλλον. Αλλά νομίζω ότι το πρώτο άτομο που άκουσα να το χρησιμοποιεί, μπορεί να ήταν ο Jeff Beck. Νομίζω ότι ίσως ήταν ο Jeff Beck, δεν είμαι σίγουρος. Προσπαθώ να θυμηθώ ποιος μπορεί να ήταν. Ναι, υπήρχε παντού και μετά όλοι δοκίμαζαν. Ο τύπος στους Bon Jovi (σ.σ: Richie Sambora) είχε επίσης έναν πολύ επιτυχημένο δίσκο όπου χρησιμοποιούσε talk box. Την πρώτη φορά που το δοκίμασα νόμισα ότι θα μου φύγουν τα σφραγίσματα από τα δόντια. Θα έλεγα ότι ο Jeff Beck και ο Peter Frampton ήταν οι δύο υπεύθυνοι.

 

Πιστεύετε ότι οι ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης όπως το Youtube και το Facebook έχουν βοηθήσει νεότερους ακροατές να μάθουν για τη μουσική σας;

Σίγουρα, το γεγονός ότι ζούμε σε ένα ψηφιακό σύμπαν τώρα. Θέλω να πω, όλα έχουν αλλάξει και έτσι λειτουργούν. Νομίζω ότι ένα από τα πράγματα σχετικά με το να γερνάς είναι ότι τείνουμε να έχουμε μια ρομαντική αντίληψη για τα πράγματα που είχαμε στα νιάτα μας και στην περίπτωσή μου θα εξιδανικεύουμε αυτή τη διαδικασία όταν ήμασταν μικρά παιδιά και πηγαίναμε και αγοράζαμε 45άρια στο τοπικό πολυκατάστημα για τα μικρά μας Seabreeze πικάπ των 45 στροφών. Στη συνέχεια, το επόμενο βήμα ήταν: «Ουάου, τώρα οι γονείς μας αγόραζαν στερεοφωνικά επειδή τα FM και το stereo είχαν αρχίσει να γίνονται δημοφιλή». Έτσι, όλοι αγοράζαμε albums βινυλίου που παίζονταν στις 33⅓ στροφές. Υπήρχε τότε αυτή η κουλτούρα που αφορούσε τα albums και εδώ στη Βόρεια Αμερική υπήρχε το ραδιόφωνο στα FM που άρχισε να παίζει, έγινε το Album Oriented Rock. Αυτό ήταν πραγματικά το μεγαλύτερο μέρος του ειδυλλίου με την μουσική στη ζωή μου. Το soundtrack της δικής μου ζωής αφορούσε albums και albums βινυλίου. Έτσι, η τεχνολογία έχει φτάσει στο σημείο όπου τα πάντα είναι ψηφιακά και οι άνθρωποι κυκλοφορούν με ένα τηλέφωνο στην τσέπη τους και μπορείς να έχεις μια βιβλιοθήκη που είναι εξωφρενικά άπειρη στην οποία μπορείς να έχεις πρόσβαση. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι λαμβάνουν τώρα τη μουσική τους και έτσι την καταναλώνουν και στη συνέχεια όλοι θα μιλήσουν γι’ αυτήν πηγαίνοντας στο Facebook και πηγαίνοντας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Θέλω να πω, ότι τώρα ζούμε σε έναν κόσμο που λένε: «Ω, αν θες να προωθήσεις κάτι, πρέπει να κάνεις ένα video 30 δευτερολέπτων για το TikTok». Μετά, θυμάμαι τα videos τότε που ξεκίνησαν στο MTV, δεν ήμουν οπαδός τους, γιατί δεν ήταν μέρος της σχέσης γύρω από το πως αντιλαμβανόμουν το «έτσι δουλεύει η μουσική». Έτσι φτάνει η μουσική στο αυτί σου και εισέρχεται στον εγκέφαλό σου και εξάπτει την φαντασία σου. Για μένα αυτή ήταν μια διαφορετική διαδικασία.

Είμαι 68 χρόνων, οπότε θα υπάρχει ένα μέρος του εαυτού μου που λέει (σ.σ: μιμείται μια γκρινιάρα φωνή): «Αχ, τα καταστρέφεις όλα. Όλο αυτό το ψηφιακό πράγμα και όλα αυτά τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αυτό καταστρέφει τα πάντα». Μπορώ να θυμηθώ όταν ήμουν παιδί και συναντούσες τύπους που ήταν δάσκαλοι κιθάρας οι οποίοι ήταν jazz-ίστες από τις δεκαετίες του ‘40 και του ‘50, οπότε τώρα, βρισκόμασταν στη δεκαετία του ‘60 και αυτοί οι τύποι είχαν υποβιβαστεί στο να παραδίδουν μαθήματα κιθάρας και έλεγαν όταν εμφανίστηκε ο Elvis: «Αυτό άρχισε να καταστρέφει τη μουσική βιομηχανία» και μετά όταν εμφανίστηκαν οι Beatles: «Αυτό κατέστρεψε τα πάντα, γιατί οι Beatles είναι απαίσιοι, οι Beatles είναι σκατά». Καθόμουν εδώ και σκεφτόμουν: «Δεν ξέρεις για τι πράγμα μιλάς. Μιλάς μόνο για έναν κόσμο που έχει ήδη χαθεί. Είναι ήδη τελειωμένος. Ο κόσμος έχει προχωρήσει και έτσι είναι τώρα ο κόσμος για τους νέους και μ’ αυτό τον τρόπο αρνείσαι τη νεολαία. Είναι μηδενιστική ιστορία. Δεν είναι έξυπνο πράγμα. Είναι ηλίθιο». Έτσι ένιωθα όταν ήμουν παιδί. Προσπαθώ να υπενθυμίσω στον εαυτό μου ότι αυτό συμβαίνει τώρα. Αυτός ο κόσμος της ψηφιακής τεχνολογίας και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και όλα τα άλλα. Αυτός είναι ο κόσμος στον οποίο μεγάλωσαν τα παιδιά μου και μεγαλώνουν τα εγγόνια μου και δεν είναι πια ο κόσμος μου και πρέπει απλώς να υπενθυμίσεις στον εαυτό σου: «Ναι, δεν είναι ο κόσμος σου». Πρέπει να τον μοιραστείς με τις γενιές που έρχονται μετά από σένα. Πρέπει να τον μοιραστείς με τις νέες τεχνολογίες. Πρέπει να τον μοιραστείς με νέες προσεγγίσεις στην δημιουργικότητα και την έκφραση και έτσι λειτουργεί. Δεν λειτουργεί όπως νομίζεις ότι λειτουργεί. Έχει τον δικό του τρόπο να κάνει πράγματα. Αυτή είναι η άποψή μου για αυτό.

 

Τα εγγόνια σας ξέρουν ότι ήσασταν rock star στις αρχές της δεκαετίας του ‘80;

Ναι! Το ντοκιμαντέρ για τους Triumph δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα, αλλά το Σαββατοκύριακο των Ευχαριστιών στον Καναδά, είχαμε όλη την οικογένεια εδώ, όλα τα παιδιά μου, όλα τα εγγόνια μου και η Banger μας έδωσε ένα link που μπορούσα να πάω και να το παρακολουθήσω στο Vimeo. Μπορούσα να παρακολουθήσω το ντοκιμαντέρ με όλη την οικογένεια. Έτσι, όλες οι βρισιές με τα τέσσερα γράμματα -και τα είδαν όλα- έπεφταν σαν βροχή (γέλια). Είδαν όμως τον παππού τους. Ξέρεις: «Αυτό έκανε ο παππούς μου», «αυτό είναι το συγκρότημα στο οποίο ήταν», «αυτό το είδος συναυλίας έπαιζε». Άρα, ξέρουν ποιος ήμουν (γέλια), αλλά αυτό είναι κάτι σουρεαλιστικό. Νομίζω ότι στο τέλος, για τα εγγόνια μου το ζήτημα είναι περισσότερο το πώς παίζουμε στην πίσω αυλή, έρχονται για να μείνουν το βράδυ και απλώς κάθονται και τρώμε γεύματα μαζί. Αυτός είναι ο παππούς που ξέρουν. Δεν με λένε παππού, με λένε «Μπάμπα» (σ.σ: γράφεται “Bubba”). Ο πρώτος μου εγγονός, τον λένε Henry, όταν γεννήθηκε σκέφτηκα: «Θέλω η πρώτη λέξη που θα πει να είναι το όνομά μου. Αλλά δεν θα με αποκαλεί “Rik”». Το «παππούς» είναι μια λέξη που είναι δύσκολη να την πει, αλλά τα μωρά από τις πρώτες λέξεις που μαθαίνουν να λένε είναι το: «Μπα-μπα-μπα-μπα», οπότε είπα: «Θα αποκαλώ τον εαυτό μου “Μπάμπα”. Θα μπορούν να μου μιλάνε. Το πρώτο πράγμα που θα πει θα είναι το όνομά μου και θα είναι υπέροχο». Και είναι αλήθεια. Οι πρώτες λέξεις που μπόρεσε να πει, πριν καν πει: «Μαμά», κατάφερε να πει: «Μπάμπα».

 

Ένα τεράστιο «ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ» στον κύριο Rik Emmett για τον χρόνο του.

Παραγγείλτε το “Reinvention: Poems” εδώ

Official Rik Emmett website: https://www.rikemmett.com

Official Rik Emmett Facebook page: https://www.facebook.com/rikemmettnetwork

- Advertisement -

Latest articles

Related articles

Μετάβαση στο περιεχόμενο